Αφιερωμένο στα Χάρκια με την ευκαιρία της εκδήλωσης «Γιορτή Μαντινάδας 2014»

Χάρκια 15.8.2014 - Φώτο Μ. Δενδάκης

Αφοὐ μας εκαλέσανε στον εδικό τους τόπο,
για να μας σε τιμήσουνε οι Χαρκιανοί ‘χουν τρόπο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αφιερωμένο στα Χάρκια με την ευκαιρία της εκδήλωσης «Γιορτή Μαντινάδας 2014»»

Πάμε Μια Βόλτα Στο Χωριό …Χάρκια!

Χάρκια

Νότια του νομού Ρεθύμνης, 19 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη του Ρεθύμνου, βρίσκεται ένα χωριό, βγαλμένο θαρρείς μέσα από τους μύθους της κρητικής παράδοσης.

Σε υψόμετρο 546 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, ανάμεσα στα βουνά και με θέα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πάμε Μια Βόλτα Στο Χωριό …Χάρκια!»

Χάρκια Ρεθύμνου

Χάρκια

Τα Χάρκια είναι χωριό του Νομού Ρεθύμνης και απέχει 17 χιλιόμετρα από την πόλη του Ρεθύμνου. Το χωριό αποτελούσε έδρα παλαιότερης κοινότητας, η οποία σήμερα υπάγεται στον Δήμο Ρεθύμνου.

Τα Χάρκια βρίσκονται σε τοποθεσία που πιθανόν στο παρελθόν να αποτελούσε τα νότια σύνορα της περιοχής του αρχαίου Αρίου ή Αγρίου. Ο ποταμός Ά(γ)ριος, το σημερινό φαράγγι του Αρκαδίου, καθόριζε τα σύνορα Α(γ)ρίου-Μυλοποτάμου. Δυτικό σύνορο του ήταν το λεγόμενο Ξεροκάμαρο κοντά στο Ρέθυμνο, ενώ τα νότια όριά του πιθανολογείται ότι έφταναν στις περιοχές όπου σήμερα βρίσκονται τα Χάρκια και το Καβούσι. Θα μπορούσε, λοιπόν, να ειπωθεί ότι το Ά(γ)ριο περιελάμβανε τον(μέχρι πρόσφατα) Δήμο Αρκαδίου. Η ονομασία για την περιοχή αυτή υπάρχει τουλάχιστον από τον 9ο-10ο αιώνα μέχρι και την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους.

Είναι άγνωστο πότε η περιοχή κατοικήθηκε για πρώτη φορά. Σε ανασκαφές που έγιναν την περίοδο 1991-1992, 2 χιλιόμετρα ανατολικά των Χαρκίων προς το χωριό Καβούσι, εντοπίστηκαν τεμάχια από μεγάλο πιθάρι μινωικής εποχής. Η σωστική ανασκαφή έφερε στο φως αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, εν πολλοίς κατεστραμμένα από τις γεωργικές εργασίες που είχαν γίνει στην τοποθεσία αυτή. Τα κεραμικά αγγεία που βρέθηκαν χρονολογούνται ως της πρωτομινωικής ΙΙ (3000/2900-2300/2150 π.Χ.), μεσομινωικής ΙΙ (19ος αιώνας – 1700 π.Χ.) και μεσομινωικής ΙΙΙ – υστερομινωικής ΙΑ περιόδου (1700-1480 π.Χ.). Μια δεύτερη μινωική θέση, 1,5 χιλιόμετρο νοτιοδυτικά της πρώτης, αποκαλύφθηκε και πάλι ύστερα από γεωργικές εργασίες. Εντοπίστηκε τμήμα οικιστικής μονάδας, που χρονολογείται στη μεσομινωική ΙΙ-ΙΙΙ περίοδο (19ος αι.π.Χ. – περίπου 1600 π.Χ.). Τα ευρήματα αυτά προσδιορίζουν, κατά προσέγγιση, την αρχή της εγκατάστασης ανθρώπων στην περιοχή. Αν ήταν συνεχής, ανά τους αιώνες, η ανθρώπινη παρουσία με τη μορφή οργανωμένης κοινότητας, δεν είναι γνωστό.

χάρκια

Δε θα πρέπει να λησμονείται η ύπαρξη της Συβρίτου (σημερινό χωριό Θρόνος Αμαρίου) λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά, μίας από τις μεγαλύτερες πόλεις της αρχαίας Κρήτης, που άκμασε μέχρι και τη Β’ Βυζαντινή περίοδο.

Σίγουρη θα πρέπει να θεωρηθεί και η ύπαρξη οικισμών κατά την εποχή της αραβικής κυριαρχίας της Κρήτης (824-961), κατά την οποία πιθανόν να πήρε την ονομασία του το γειτονικό Καβούσι (kavuz σημαίνει μικρή πηγή). Η άποψη αυτή ενισχύεται από τις χρονικά μεταγενέστερες απογραφές των Ενετών, αφού το όνομα του χωριού ήταν ήδη γνωστό. Τα ενδιαφέροντα τοπωνύμια Κεφάλι και Έδρα στην περιοχή των Χαρκίων οδηγούν σε συνειρμούς για πιθανές πλευρές της ιστορίας του χωριού, κατά τη Βυζαντινή περίοδο, με ευρύτερη πολιτική ή θρησκευτική σημασία για την περιοχή.

Η παλαιότερη αναφορά που ως τώρα έχει καταγραφεί για τα Χάρκια είναι του 1577. Εκεί αναφέρεται το όνομα του χωριού ως «Gharchia» στην απογραφή του Ενετοκρητικού Φραντσέσκο Μπαρότσι. Επίσης, το 1583 μνημονεύεται από τον Πέτρο Καστροφύλακα ως «Carchia» με 128 κατοίκους και 190 οφειλόμενες αγγαρείες προς την Ενετική κατοχική διοίκηση και από τον Φραντσέσκο Μπαζιλικάτα ως «Charchia» το 1630.

Στην έκθεση του Ενετού Νικόλα Γκουάλντο το 1633, με τίτλο «Territorio di Rettimo», το χωριό καταγράφεται ως Gerachia και Garachia με υποχρέωση συμμετοχής στη σκοπιά του πύργου των Σαγκουϊνάτσων (Torre Sanguinazzo sentinalla) μαζί με τα χωριά Πηγή, Άνω και Κάτω Καβούσι, Λούτρα και Άγιος Δημήτριος.

Στην τουρκική απογραφή του 1659 καταγράφεται ως Harkia με 24 σπίτια, ενώ μία ακόμα αναφορά του Βιντσέντσο Κορονέλι στα 1686 καταγράφει το χωριό ως Charkia.

Χαρκιανοί

Από τα παραπάνω, συνάγεται ότι τα Χάρκια διατηρούν αναλλοίωτη την ονομασία τους, τουλάχιστον από το 1577, ανεξάρτητα από τον τρόπο γραφής των εκάστοτε κατακτητών. Τα Χάρκια αναφέρονται σε νοταριακό έγγραφο (συμβόλαιο) του νοτάριου Τζώρτζη Πάντιμου το 1639, όπως επίσης και σε έγγραφο του νοτάριου Μαρίνο Αρκολέο το 1644, όπου για πρώτη φορά καταγράφονται ονόματα Χαρκιανών.

Επί Ενετοκρατίας, τα Χάρκια αναφέρονται στη Φρουριακή Έκθεση των παραλίων του Ρεθύμνου, με συμμετοχική υποχρέωση αποστολής πέντε φρουρών στη φρουριακή θέση Άγιος Σωτήρας του όρους Βρύσινας με αρχηγό το Μανόλη Χορτάτζη. Η φρουριακή αυτή θέση (Salvator Di Vresina) ήταν εκείνη που λάμβανε τα σήματα της νότιας θάλασσας και τα μετέδιδε στο Ρέθυμνο.

Στο μεγαλειώδες έπος του Ρεθυμνιώτη Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή «Κρητικός Πόλεμος», στον οποίο αφηγείται την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους κατά τα έτη 1642-1669, αναφέρεται το χωριό ως ένα από αυτά που ένιωσαν τη μανία του κατακτητή:

…Αλιάκες, Χάρκια παίρνουσι, Καβούσι και Κυριάννα…

Η αγωνιστικότητα και η θυσία των Χαρκιανών ήταν πολύ σημαντικές στους συνεχιζόμενους απελευθερωτικούς αγώνες κατά των Τούρκων. Πιο συγκεκριμένα, στις συνεχείς επαναστάσεις του 19ου αιώνα πολέμησαν Χαρκιανοί και Καβουσανοί, όπως συνέβη στο χωριό Σκουλούφια, όπου προσπάθησαν μάταια να αναχαιτίσουν τις τουρκικές δυνάμεις που κατευθύνονταν προς το Αρκάδι.

Επαναστάτες με επικεφαλής τον Παπά Μαρουλιανό, τον Στυλιανό Βαρδάκη και τον Χαρκιανό Νικόλαο Βενιανάκη, πολέμησαν στην περιοχή του όρους Βρύσινας στις 20 Οκτωβρίου 1866, καταλαμβάνοντας τα υψώματα Ακόνια, Πέταλο και Κεντρί, σε μάχη στην οποία έλαβε μέρος με τους άνδρες του και ο Πάνος Κορωναίος, γενικός αρχηγός του αγώνα. Ο εχθρός αρχικά αποκρούσθηκε αλλά έπειτα, όταν ενισχύθηκε με ισχυρή δύναμη από το Ρέθυμνο, ανάγκασε τους επαναστάτες να υποχωρήσουν. Για την καλύτερη αμυντική θωράκιση της περιοχής του Αρκαδίου καταλήφθηκαν θέσεις στα χωριά Χάρκια, Καβούσι και Σκουλούφια. Ομάδα Τουρκοκρητικών, κινούμενοι με τους αρχηγούς τους προς το Αρκάδι το πρωί της 7ης Νοεμβρίου, προσπάθησαν να παραπλανήσουν τους αμυνόμενους κρατώντας ελληνικές σημαίες. Το τέχνασμα αυτό έγινε αντιληπτό και τράπηκαν σε φυγή.

Μετά την πτώση και το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, στην αναφορά της Γενικής των Κρητών Συνέλευσεως, (20 Νοεμβρίου 1866 με τίτλο «Έκθεσις της Εφόδου, αποκρούσεως και εις τον αέρα αναπετάσεως της εν Ρεθύμνη Μονής Αρκαδίου Α. Κωνσταντίνος», αναφέρεται ότι:

…τοσαύτην δε εντύπωσιν επροξένησεν εις τον εχθρόν ώστε επιστρέφων εις Ρεθύμνην επυρπόλησεν τα δύο Καβούσια και τα Χάρκια
και τινας προτυχόντας εξ ανάγκης κατέσφαξεν

Χαρκιανοί

Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, τα Χάρκια ήταν γνωστά ως κωμόπολη και πατρίς του Βενιανάκη, από τον επαναστάτη και οπλαρχηγό του Ρεθύμνου Νικόλαο Βενιανάκη.

 Το 1881, ανάμεσα στα χωριά που αποτελούσαν το Δήμο της Αμνάτου, που κατόπιν μετονομάστηκε σε Δήμο Αρκαδίου, καταγράφονται τα Χάρκεια με 130 χριστιανούς και 7 μουσουλμάνους κατοίκους και το διπλανό Καβούσι με 74 χριστιανούς και 22 μουσουλμάνους. Πρώτος δήμαρχος Αρκαδίου ήταν ο γιος του Νικολάου Βενιανάκη Γεώργιος, με ειδικό πάρεδρο Χαρκίων τον Κωνσταντίνο Σκαλίδη.

Την ταραγμένη περίοδο 1890 έως 1898, αναφέρεται δολοφονία χριστιανού από δυο μουσουλμάνους στην περιοχή των Χαρκίων στις 25 Μαρτίου 1890, ενώ τον Οκτώβριο του 1895 στη θέση Ξεροκάμαρο του Ρεθύμνου δολοφονήθηκε από Τούρκους ο Φραγκιάς Σκαλίδης, πατέρας τεσσάρων ανήλικων παιδιών. Επίσης, αναφορές υπάρχουν για πυρπολήσεις στα πλαίσια των ταραχών μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων:

…η Τρίτη φωτιά τέθηκε στη θέση «Αμυγδαλόπορος» της Μαρουλιανής χαλέπας και έφτασε μέχρι το χωριό Αγία Τριάδα, όπου περίπου 15 Χριστιανοί από τα Χάρκια, βλέποντας να καίγονται οι περιουσίες τους, έσπευσαν να την κατασβήσουν[…]Κάηκαν περίπου 5.000 ελαιόδεντρα στην περιοχή του χωριού Αγία Τριάδα. Οι καπνοί φαίνονταν και τις δύο επόμενες ημέρες έξω από την τουρκική στρατιωτική ζώνη.

Μετά το 1898, η κατάσταση μεταβάλλεται, καθώς οι Χριστιανοί κάτοικοι κυριαρχούν πλέον και πραγματοποιείται η Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Τα Χάρκια έχουν παρουσία τόσο στους Βαλκανικούς πολέμους την περίοδο 1912-1913, όσο και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στα γεγονότα του 1922 στη Μικρά Ασία. Μεταπολεμικά, αρκετοί Χαρκιανοί μετανάστευσαν στο εξωτερικό. Στις 4 Δεκεμβρίου 1997, η κοινότητα καταργείται και υπάγεται στο νεότευκτο Δήμο Αρκαδίου. Σήμερα τα Χάρκια ανήκουν, όπως και όλος ο υπόλοιπος δήμος Αρκαδίου στο Δήμο Ρεθύμνου.

Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία: φημισμένος ήταν ο χαρκιανός αθότυρος, του οποίου η παραγωγή έχει σταματήσει, ο οποίος μεταφερόταν από τους κατοίκους του χωριού στο εμπόριο μέχρι και το Ρέθυμνο. Επίσης, η παραγωγή και εμπορία κάρβουνου ήταν από τους βασικότερους πόρους των Χαρκιανών και πιθανόν ένας από τους λόγους της ονομασίας των Χαρκίων, ενώ μεγάλη είναι η παραγωγή λαδιού και κρασιού. Δυτικά του χωριού, σώζεται σαν τοπωνύμιο ο Ανεμόμυλος, κάτι που υπονοεί ανάλογη δραστηριότητα.

Προέλευση του ονόματος Χάρκια

Αγία Άννα-Φωτο Θεόφιλος ΠαπαδόπουλοςΓια την προέλευση του ονόματος του χωριού υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Είτε προέρχεται από τα χαλκεία, τα οποία στην κρητική διάλεκτο λέγονται χαρκιδιά, οπότε και το χωριό θα έπρεπε να γράφεται Χάρκεια, είτε σχετίζεται με την κύρια ενασχόληση των Χαρκιανών της παλιάς εποχής ως καμινάρηδων, από τα καμίνια που παρασκεύαζαν κάρβουνα, οπότε γράφεται Χάρκια.

Μία άλλη εκδοχή συνδέει το όνομα του χωριού με τα «χαράκια», που σημαίνει βράχοι στην κρητική διάλεκτο, ενώ η αραβική λέξη charkia σημαίνει ανατολή, ανατολικά, κάτι που ίσως συνδέεται με την ονομασία και την ιστορία του γειτονικού χωριού Καβούσι.

Εκκλησιαστικά, το χωριό υπάγεται στην Στ΄ Αρχιερατική Περιφέρεια της Ιεράς Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, της Εκκλησίας της Κρήτης.

Όπως και τα περισσότερα χωριά της Κρήτης, τα Χάρκια είναι κτισμένα χωρίς καμία ιδιαίτερη αρχιτεκτονική. Το κλίμα της περιοχής έπαιζε σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωση του οικισμού. Στις ορεινές περιοχές, όπου το κρύο και πολλές φορές το χιόνι κυριαρχούν τον χειμώνα, τα πέτρινα σπίτια κτίζονταν το ένα δίπλα στο άλλο. Είχαν πολλούς τοίχους κοινούς, τους λεγόμενους «μεσότοιχους», και έναν ή δύο εκτεθειμένους στην ατμόσφαιρα, και έτσι η θερμότητα από το τζάκι διατηρούνταν περισσότερο. Οι χωμάτινες στέγες τους ήταν συνεχόμενες, σε τέτοιο σημείο ώστε να μην αναγνωρίζονται τα όρια των κατοικιών που στέγαζαν.

Τα στενά σοκάκια είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής των χωριών της Κρήτης. Ένα κτίριο άξιο αναφοράς είναι το παλαιό σχολείο του χωριού, στην κατασκευή του οποίου πρωτοστάτησε ο Ιωάννης Κατικάκης, στο ισόγειο του οποίου μετέπειτα στεγάστηκε το κοινοτικό γραφείο.

Στο βάθος της ρεματιάς ανατολικά του χωριού βρίσκεται η παλαιά εκκλησία της Αγίας Άννας. Οι εικόνες του τέμπλου εκατέρωθεν της Ωραίας Πύλης (αναγεννησιακής τεχνοτροπίας) πρέπει να είναι του 1860, όπως φαίνεται από φθαρμένη επιγραφή. Επίσης, υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου, κτισμένη στα τέλη της δεκαετίας του 1970 στο πάνω μέρος του χωριού, και στο λόφο Κεφάλι το παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου (1992).

Καλονύκτης Ρεθύμνου

Καλονύκτης

O Καλονύκτης ( ή Καλονύχτης ή Καλονύκτι ή Καλονύχτι ) είναι χωριό της πρώην επαρχίας Ρεθύμνης . Βρίσκεται 15 χλμ. νοτιοδυτικά του Ρεθύμνου, με πρόσβαση από το Ρέθυμνο μέσω της παλαιάς εθνικής Ρεθύμνης – Χανίων, στρίβοντας Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καλονύκτης Ρεθύμνου»

Αγία Γαλήνη

Αγία Γαλήνη

Η Αγία Γαλήνη βρίσκεται 61χλμ νοτιοανατολικά του Ρεθύμνου και 68χλμ νοτιοδυτικά του Ηρακλείου, βρίσκεται δηλαδή στη νότια Κρήτη περίπου στο μέσο του νησιού.

Η Αγία Γαλήνη, με το περίεργο αλλά και ταιριαστό όνομα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αγία Γαλήνη»

Ρουσσοσπίτι: Ένα σύγχρονο χωριό με παραδοσιακό χαρακτήρα

Σε απόσταση μόλις επτά λεπτών από την πόλη του Ρεθύμνου, βρίσκουμε ένα διαφορετικό τόπο απόδρασης από την καθημερινότητα. Όσο και αν έχουν αλλάξει οι άνθρωποι με τους σημερινούς ρυθμούς, στα χωριά δεν παύουν να μας θυμίζουν τις παραδόσεις και τις συνήθειες τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ρουσσοσπίτι: Ένα σύγχρονο χωριό με παραδοσιακό χαρακτήρα»

Μαρουλάς Ρεθύμνου – του Ηλία Κοπανάκη

Ο Μαρουλάς Ρεθύμνου βρίσκεται σε απόσταση 10 περίπου χιλιομέτρων από την πόλη του Ρεθύμνου, σε νοτιοανατολική κατεύθυνση και σε υψόμετρο περίπου 240 μέτρων (210 – 245 μ.) από το επίπεδο της θάλασσας. Το χωριό με τον σημερινό οικιστικό και πολεοδομικό Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρουλάς Ρεθύμνου – του Ηλία Κοπανάκη»

Το χωριό Βαθιακό στην Αμπαδιά του Αμαρίου

Το Βαθιακό είναι το χωριό των φημισμένων Γενίτσαρων της Αμπαδιάς που τρομοκρατούσαν με τις αγριότητές τους ολόκληρο το Ρέθυμνο. Το Βαθιακό απέχει 56,5 χλμ απο την πόλη του Ρεθύμνου και βρίσκεται σε υψόμετρο 460 μ. Είναι ένα από τα 13 χωριά της Αμπαδιάς της επαρχίας Αμαρίου Ρεθύμνης.

Οφείλει, σήμφωνα με τον κ. Λευτέρη Κρυοβρυσανάκη («Ρεθεμνιώτικος Πανδέκτης», εκδόσεις ΤΥΠΟΣΠΟΥΔΗ, Ρέθυμνο 1993) το όνομά του στο τοπωνύμιο »βαθύ – αγκός» (λάγκος). Το χωριό υπήρχε ήδη απο τη βυζαντινή περίοδο οπως μαρτυρεί η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου με τοιχογραφίες του 12ου αιώνα. Επι Οθωμανικής περιόδου, το Βαθιακό ήταν το κέντρο των πιο σκληρών Γενίτσαρων της Κρήτης, των περιβόητων Αμπαδιωτών, οι οποίοι ήταν ελληνικής καταγωγής αλλά εξισλαμίστηκαν στην πρώιμη τουρκοκρατία και φανατίστηκαν τόσο που λησμόνησαν την καταγωγή τους. Είχαν πάντως υψηλότατη κρητική συνείδηση και αίσθηση της διαφοράς τους από τους ανατολίτες Τούρκους. Στο Βαθιακό, ύστερα από τον εξισλαμισμό του, δε κατοικούσαν χριστιανοί, αλλά αποκλειστικά και μόνο μουσουλμάνοι.

Το 1821 οι χριστιανοί επαναστάτες έκαναν έκκληση στους μουσουλμάνους της Αμπαδιάς για κοινό αγώνα κατά των Τούρκων υπενθυμίζοντάς τους την ελληνική τους καταγωγή. Οι Αμπαδιώτες ενώ δέχτηκαν αρχικά, πρόδωσαν στη συνέχεια το σχέδιο στην οθωμανική δικοίκηση του Ρεθύμνου. Έπειτα, οι μουσουλμάνοι του Βαθιακού με αρχηγό το Ντελή Μουσταφά οχυρώθηκαν στο χωριό. Οι επαναστάτες χριστιανοί με επικεφαλείς τους καπετάνιους Κουρμούλη και Μελιδόνη μπήκαν μέσα και σκότωσαν πολλούς ενω αποκεφάλισαν το Ντελή για τα εγκλήματα που είχε κάνει στη Κοξαρέ (του Αγίου Βασιλείου). Το 1822 το Βαθιακό έγινε έγινε τουρκικο στρατόπεδο, στο οποίο μπηκε μεταμφιεσμένος ο καπετάν Μελιδόνης και σκότωσε 18 Τούρκους μέσα στο τζαμί!

[youtube]http://www.youtube.com/watch?v=p3o7weILoAI[/youtube]

Στο Βαθιακό πριν λάβει χώρα ο εξισλαμισμός των κατοίκων του υπήρχαν πολλές εκκλησίες, ανάμεσα τους και της Αγίας Αικατερίνης που μετατράπηκε στο τζαμί του χωριού, ενώ άλλη σε αχυρώνα κ.λ.π. Άλλες παλιές εκκλησίες ήταν του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Στεφάνου κ.α. Πάνω στο λόφο του χωριού υπάρχει και ο Κούλες. Εντυπωσιακή είναι επίσης η φρουριακή δομή πολλών σπιτιών με πολεμίστρες, κλπ.

Μετά τις κρητικές επαναστάσεις του προηγούμενου αιώνα και την θρησκευτική ανταλλαγή των πληθυσμών (1923) οι μουσουλμάνοι κάτοικοί του Βαθιακού έφυγαν, πιεζόμενοι από τους επαναστάτες και φοβούμενοι αντίποινα, αρχικά στο Ρέθυμνο και έπειτα κυρίως στην Τουρκία και σε άλλα μέρη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενώ στο χωριό εγκαταστάθηκαν κάτοικοι από άλλες περιοχές, όπως τη Νίθαυρη Αμαρίου (στην οποία υπάγεται διοικητικά), τα Σφακιά κ.λ.π.

Σήμερα, δυστυχώς είναι σχεδόν έρημο και ακατοίκητο και καταρρέει λησμονημένο από τους πολλούς…

του Γιώργη Καλλέργη

Κουρούτες Αμαρίου

Οι Κουρούτες είναι χωριό του Δήμου Κουρητών της πρώην επαρχίας Αμαρίου. Είναι χτισμένο στους νοτιοδυτικούς πρόποδες του Ψηλορείτη, σε υψόμετρο 510 περ. μέτρων και απέχει 50 περίπου χλμ από το Ρέθυμνο. Σήμερα αριθμεί περί τους 80 κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία.

Το χωριό πήρε την ονομασία του από την παραφθορά του ονόματος Κουρήτες, οι οποίοι ήταν οι μυθικοί κάτοικοι της Ίδης που προστάτευσαν τον νεογέννητο Δία από την παιδοκτόνο μανία του πατέρα του Κρόνου, χορεύοντας πολεμικό χορό και χτυπώντας τα όπλα τους, για να μην ακουστούν τα κλάματα του βρέφους. Ο τόπος όπου φέρεται να κατοικούσαν οι μυθικοί ήρωες ήταν η ευρύτερη περιοχή του Αμαρίου, την οποία αρχαίες πηγές αναφέρουν με την ονομασία «Αμαρία και Κουρητία Γη». Οι σημερινοί κάτοικοι, λοιπόν, μπορούν να υπερηφανεύονται ότι είναι απόγονοι εκείνων των μακρινών ημίθεων!

Απτή απόδειξη ότι αρχαίοι πρόγονοι πρωτοκατοίκησαν το χωριό δίνουν τα ερείπια υστερομινωικού (;) ή, ίσως, ρωμαϊκού οικισμού λίγα μέτρα πιο ψηλά από το σημερινό χωριό, στην περιοχή «Αμυγδαλές». Ο οικισμός αυτός, που πιθανό να έφερε το όνομα «Κουρήτες», δεν εντοπίζεται με ακρίβεια σε κάποια χρονική περίοδο, καθώς δεν έχει γίνει καμία συστηματική ανασκαφή μέχρι σήμερα, εκτός από τις αρχές του 20ου αιώνα, οπότε αρχαιολόγοι του Μουσείου Ηρακλείου επισκέφθηκαν τα ερείπια και ανακάλυψαν την ύπαρξη σπιτιών, τάφων, εργαστηρίων και καμινιών, τα οποία παρέχουν ενδείξεις οργανωμένου κοινωνικού σχηματισμού. Ο οικισμός εκείνος καταστράφηκε -άγνωστο πότε- από κατολίσθηση τεράστιων βράχων από τις πλαγιές του Ψηλορείτη, οι οποίοι στέκονται ακόμη επιβλητικοί σε διάφορα σημεία γύρω από το χωριό αλλά και μέσα σε αυτό (ο βράχος του κοιμητηριακού ναού του Αγ. Αντωνίου).

Δυστυχώς, οι έρευνες δεν συνεχίστηκαν ποτέ και έτσι δεν έχουμε περισσότερα στοιχεία στη διάθεσή μας για τους αρχαίους εκείνους «Κουρουθιανούς». Αξιοσημείωτο πάντως είναι ότι οι σημερινοί Κουρουθιανοί γνωρίζουν καλά από γενιά σε γενιά την ύπαρξη των αρχαίων κατοίκων και την τύχη τους, και αναφέρονται σε κείνους με τις εκφράσεις «οι παλαιοί αθρώποι» και «οι αρχαίοι μας», χαρακτηριστικό πόσο συγκινητικά στέρεη έχουν τη συνείδηση της ιστορικής συνέχειας.

Το σημερινό χωριό είναι χτισμένο σε δύο συνοικίες, το Πανωχώρι και το Κατωχώρι, με επίκεντρο της ζωής του τη δεύτερη. Ο λόγος αυτού του χωρισμού ήταν η ύπαρξη μουσουλμανικών οικογενειών κατά τους περασμένους αιώνες στο χωριό, που κατοικούσαν στο Πανωχώρι, ενώ οι χριστιανοί κατοικούσαν στο Κατωχώρι. Γνωστό, άλλωστε, είναι ότι στην Αμπαδιά (νότια επαρχία Αμαρίου) κατοικούσαν οι σκληρότεροι Τούρκοι της Κρήτης, οι Γενίτσαροι. Στις Κουρούτες έχουν αφήσει μέχρι σήμερα τα ίχνη τους, αφού σώζονται σε παλιά σπίτια του Πανωχωριού αραβικές επιγραφές και σύμβολα. Επίσης, και τοποθεσίες του χωριού φέρουν ακόμη και σήμερα τουρκικές ονομασίες: «τσ’ Εμινές η γ-ελέ», «του ‘Σαΐνη (Χουσεΐνη) τ’ αλώνι» και τα «Μεζάρια», τα οποία υποδηλώνουν την ύπαρξη μουσουλμανικού νεκροταφείου στην είσοδο του χωριού, έξω από το Πανωχώρι.

Οι παλιότερες οικογένειες του χωριού είναι οι Πλατύρραχοι, οι Καπελώνηδες, οι Στεφανάκηδες, οι Κατσούγκρηδες και, μεταγενέστερα, οι Σαρρήδες, οι Κλημαθιανοί, οι Ριζικιανοί, οι Μουρτζανοί, οι Βοσκάκηδες, οι Λαντζούρηδες, οι Νουκάκηδες κ.α.

Οι Κουρουθιανοί διακρίθηκαν σε όλους τους αγώνες του τόπου για την ελευθερία. Έλαβαν ενεργά μέρος στις Επαναστάσεις του 19ου αιώνα κατά των Οθωμανών, επανδρώνοντας κυρίως επαναστατικές ομάδες αλλά και υπό το δικό τους οπλαρχηγό, όπως μαρτυρείται από διάφορες έγγραφες πηγές της εποχής, ο οποίος ονομαζόταν «Μανώλης ο Κουρουθιανός», πιθανώς από την οικογένεια των Πλατυρράχων. Μεταγενέστερα, συμμετείχαν αρκετοί στη Μικρασιατική εκστρατεία, όπου έγιναν μάρτυρες και της τραγικής της έκβασης. Και στην Κατοχή οι Κουρουθιανοί διακρίθηκαν για την αντιστασιακή τους δράση, καθώς, εκτός από την αθρόα συμμετοχή αρκετών παλικαριών στο Αλβανικό Έπος, συμμετείχαν ενεργά, άντρες και γυναίκες, και στις αντάρτικες ομάδες του Ψηλορείτη.

Το χωριό στις μέρες μας
Δυστυχώς, στα νεώτερα χρόνια οι Κουρούτες ακολούθησαν την πορεία που ακολουθεί ολόκληρη η ελληνική ύπαιθρος και σιγά-σιγά, με την ενδομετανάστευση αλλά και -σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό- με τη μετανάστευση στο εξωτερικό, ο πληθυσμός συρρικνώθηκε και σήμερα το χωριό πασχίζει να κρατηθεί στη ζωή με τους πολλούς ηλικιωμένους κατοίκους και τους ελάχιστους νέους, που επιμένουν να ζουν και να εργάζονται σε αυτό.

Όμως, η ελπίδα δε χάνεται και όλοι οι Κουρουθιανοί, όπου γης, βάζουν τα δυνατά τους να κρατήσουν ζωντανή τη γενέτειρά τους, προσφέροντας ο καθένας ό,τι μπορεί. Θαυμαστό είναι ότι μόλις πριν πέντε χρόνια, και μετά από αγώνες και προσπάθειες πολλών ετών, εγκαινιάστηκε και λειτουργεί το πνευματικό κέντρο της ενορίας Κουρουτών, που βρίσκεται στο κέντρο του χωριού, δίπλα στην εκκλησία της Ανάληψης, και αποτελεί ένα χώρο πολλαπλών χρήσεων που στολίζει το χωριό και δημιουργεί προοπτικές αξιοποίησης και ανάπτυξης της περιοχής, εάν χρησιμοποιηθεί ανάλογα.

Οι όπου γης Κουρουθιανοί στηρίζουν με πάθος όλες τις πρωτοβουλίες και προσπάθειες που γίνονται για την αξιοποίηση και ανάδειξη του φυσικού και πολιτισμικού πλούτου των Κουρουτών, με προεξάρχουσα τη συμβολή του Συλλόγου των Κουρουθιανών της Αθήνας, που όλα τα χρόνια από την ίδρυσή του έχει πρωτοστατήσει στους κοινούς αγώνες και, εν πολλοίς, αναπληρώνει την -σπάνια για την επαρχία μας- έλλειψη πολιτιστικού συλλόγου στο χωριό.

του Βασίλη Χριστοδουλάκη
[www.amariotes.com]

δείτε που είναι οι Κουρούτες:

Loading
Center map
Traffic
Bicycling
Transit
Google MapsGet Directions

Αΐμονας Μυλοποτάμου

Το χωριό Αΐμονας βρίσκεται στο μέσα Μυλοπόταμο του Δήμου Κουλούκωνα, στο νομό Ρεθύμνου. Βρίσκεται στα βορειοανατολικά του νομού και απέχει 6 χλμ. από τα σύνορα του Νομού Ηρακλείου. Απέχει 48 χλμ. από το Ρέθυμνο και 34 χλμ. από το Ηράκλειο.  Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνται με την κτηνοτροφία, τη γεωργία αλλά και με το εμπόριο.

Η ονομασία προήλθε πιθανόν από την εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα (Αΐ (Παντελεή)μονα) που υπάρχει στο χωριό. Ο Εμ. Λαμπρινάκης (Γεωγραφία Κρήτης σ. 130) το ετυμολογεί από το Άγιος Μόνος, ενώ επικρατεί και η άποψη ότι προέρχεται από το αεί μόνος (πάντοτε μόνος). Ίσως να προέρχεται από το επώνυμο Aymo Goergius (Έλληνας συμβολαιογράφος στην Κρήτη το 1365) ή Aymone Graziella. Πάντως αναφέρεται με διάφορες ονομασίες:

  • Aimonos το 1577 από το Fr. Barozzi (f° 27r)
  • Aimona από τον Καστροφύλακα (Κ138) με 202 κατοίκους το 1577
  • Aimonas το 1583 από το Βασιλιάτα (Μνημεία Κρητ. Ιστ. V, σ. 131)
  • Aymonos το 1630 στην τούρκικη απογραφή με 38 χαράτσια (Ν. Σταυριανίδη, Μεταφράσεις, Β’ 130)
  • Αΐμονος στην απογραφή του 1881
  • Αΐμωνας το 1900
  • Αείμονας το 1928
  • Αΐμονας το 1940

Στο χωριό βρέθηκαν αρχαϊκές πλάκες και ειδώλια που παριστάνουν θεές με υψηλό δαιδαλικό πόλο και κόμμωση (Archaeological Reports for 1966 – 67, p. 23) και αρκετά αρχαϊκά πλακίδια με παράσταση γυμνής ή ντυμένης θεάς («Κρητικά Χρονικά» Τόμος 18 σελ. 284, 1984).

Ο Αΐμονας είναι ένα χωριό που τιμά την παράδοση, τα ήθη και τα έθιμα της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κρήτης. Όλοι οι κάτοικοι αγαπούν την Κρητική μουσική, το χορό και το στίχο. Ένα χαρακτηριστικό αποτέλεσμα αυτής της αγάπης είναι ότι πολλοί ασχολούνται με την Κρητική μουσική, αρκετοί ερασιτεχνικά αλλά και πολλοί είναι καταξιωμένοι καλλιτέχνες στο χώρο αυτό. Στο χώρο τους επίσης είναι καταξιωμένοι και αρκετοί συγγραφείς Αϊμονιώτες, οι οποίοι και αναφέρουν το χωριό στα βιβλία τους.

Όπως όλα τα χωριά της Κρήτης έτσι και ο Αΐμονας έχει τους δικούς του Θρύλους και Παραδόσεις, όπως και κάποιες ιστορικές στιγμές οι οποίες επηρέασαν τη μετέπειτα πορεία του χωριού.

[aimonas.gr]

δείτε που είναι ο Αΐμονας

Loading
Center map
Traffic
Bicycling
Transit
Google MapsGet Directions