Το 1930, αφού πούλησε το πρώτο, αγόρασε το δεύτερο μπουλγαρί του με το οποίο «συναδερφώθηκαν» μέχρι το τέλος της ζωής του:
«…εγώ το ’χω από τρίτο χέρι και τό ’χω 52 χρόνια. Πρέπει να είναι πάνω από 130 χρονώ. Το είχε πιο μπροστά ο Λαγός. Κι αυτός το ‘χε πάρει μεταχειρισμένο από το ξαδερφό του το Σταύρο το Λαγό, ο οποίος το ‘χε πάρει πριν 12 χΝρόνια επίσης μεταχειρισμένο από κάποιον Τουρκορεθεμνιώτη με το όνομα Χουσάκη. Ο Βασίλης ο Λαγός όμως διορίστηκε το 1930 σε μιαν υπηρεσία στο Ηράκλειο. Έρχεται λοιπόν και με βρίσκει: Στέλιο, μου λέει, έκλεισα την ταβέρνα, μόνο ανε θες το μπουλγαρί να ’ρθεις να τ’ αγοράσεις… Πραγματικά το αγόρασα 300 δραχμές τότε. Από τότεσας δεν ξανάφτιαξε κανείς τέτοιο όργανο. Οι παλιοί οργανοποιοί που τα φτιάχνανε πεθάνανε. Τώρα έρχονται καμιά φορά, το βλέπουνε, το μετρούνε, μα κανείς δεν πέτυχε να το φτιάξει».
Ο Φουσταλιέρης αρχίζει σιγά – σιγά να παίζει απ’ όλα: συρτά, πεντοζάλια, καστρινά, ταξίμια, ταμπαχανιώτικα, ακόμα και ρεμπέτικα. Αν και κρατούσε πάντα την τέχνη του ρολογά και δεν υπήρξε ποτέ επαγγελματίας οργανοπαίκτης, ο δεξιοτέχνης που είχε ξυπνήσει μέσα του δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί “κρατώντας μόνο το πάσο του λυρατζή”: «Ο Καρεκλάς το καταλάβαινε αυτό και συχνά “αλάφρωνε” το δοξάρι και άνοιγε δρόμο για να περνάω εγώ μπροστά. Σιγά – σιγά πήρα δρόμο, πετάχτηκα, έφυγα, απομακρύνθηκα από τη λύρα κι έκανα δικιά μου κυβέρνηση, δικό μου συγκρότημα!…».
Ο Φουσταλιέρης αναδεικνύει το μπουλγαρί σε όργανο μελωδικό και σολιστικό, με αποκορύφωμα την είσοδο και καθιέρωσή του στο χώρο της δισκογραφίας των 78 στροφών. Εκτός από τον Καρεκλά συνεργάστηκε και με άλλους λυράρηδες όπως το Σοφοκλή Παπατζανή, το Γιώργο Πατεράκη (από τον Πρινέ), το Γιουλούντα και πολλούς άλλους ακόμα ονομαστούς και μη της εποχής και της Κρήτης, αφού απόκτησε μεγάλη φήμη τουλάχιστον σε κάθε γωνιά που κατοικούνε Κρητικοί. Με τον Καρεκλά έμεινε μαζί συνολικά 25 χρόνια.
Στη δισκογραφία χρησιμοποίησε επίσης τους Κώστα Καρίπη, Στέλιο Χρυσίνη και Βαγγέλη Φραγκιαδάκη (που κρατούσαν το μπάσο με την κιθάρα), το Στέλιο τον Περπινιάδη στα φωνητικά και τον Ντάβο με τη μαντόλα. Επίσης έπαιζε συχνά με μικρασιάτες μουσικούς που είχαν έρθει εδώ μετά την καταστροφή του ’22. Αναφέρεται λοιπόν μια κομπανία που την αποτελούσαν ο Καρεκλάς (λύρα), ο Φουσταλιέρης (μπουλγάρι), ο Γιάννης ο Αρμένης (ούτι), κι ο Μιχαλάκης Αραμπατζόγλου (σαντούρι). Δυστυχώς, δεν διασώθηκαν ηχογραφήσεις από την κομπανία αυτή. Μπορούμε όμως να φανταστούμε το μουσικό αποτέλεσμά της. Από τους τραγουδιστές η πιο γόνιμη συνεργασία ήταν αυτή με το Γιάννη Μπερνιδάκη, το λεγόμενο “Μπαξεβάνη”, ενώ ξεχωριστή ήταν και η συνεργασία του με τον Γιώργη Τζαγκαράκη ή “Τζιμάκη” κυρίως δισκογραφικά.
Οι καιροί όμως ήταν δύσκολοι και το 1934 ο Στέλιος Φουσταλιέρης αναγκάστηκε να αναζητήσει την τύχη του στον Πειραιά. Εκεί έπιασε δουλειά ως βοηθός σε ρολογάδικο. Στην πλατεία Καραϊσκάκη, στην “παράγκα” του Γιώργου του Μπάτη (που γνωρίζονταν από τον καιρό που αυτός είχε πάει στο Ρέθυμνο, ως… «κράχτης» πλανόδιου οδοντίατρου!), γνωρίστηκε με μεγάλα ονόματα του λαϊκού και ρεμπέτικου όπως το Μάρκο Βαμβακάρη, τον Παναγιώτη Τούντα, το Γιάννη Παπαϊωάννου, το Στράτο Παγιουμτζή, τον Μπαγιαντέρα, τον Τσιτσάνη, κι όλες τις άλλες δόξες της εποχής. Οι γνωριμίες αυτές στάθηκαν καθοριστικές στη μετέπειτα καλλιτεχνική του πορεία.
Εδώ στον τοίχο της ταβέρνας ήταν κρεμασμένα στην σειρά τα μπουζούκια, το καθένα με τ’ όνομά του: η Μαριγούλη, η Κούλα, η Γυφτοπούλα, η Τσιγγάνα, ο Γέρο – Μάγκας (ο Τζούρας) … Ανάμεσα σ’ αυτά και το μπουλγαρί που παίζει το “Στελλάκι από την Κρήτη” κι ενθουσιάζει τους ρεμπέτες με τη “διπλοπενιά” και την “τριπλοπενιά” του.
Στην Αθήνα έμεινε ως το 1937 και η επιρροή του από το ρεμπέτικο ήταν μεγάλη. Εκείνη την περίοδο μπαίνει και στη δισκογραφία με τρεις δίσκους 78 στροφών, συνοδεύοντας τον Καρεκλά. Σε πρωτόγονες συνθήκες, έγραφαν πάνω σε ισπανικό κερί όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Στέλιος Φουσταλιέρης. Στις ετικέτες των δίσκων αναγράφεται ότι παίζει μπουζούκι, καθώς το μπουλγαρί ήταν άγνωστο όργανο για τους υπεύθυνους των δισκογραφικών εταιρειών στην Αθήνα. Να σημειώσουμε εδώ ότι και στην Κρήτη, συχνά το ονόμαζαν μπουζούκι ή και “τουρκομπούζουκο”.
Μαζί με τον Καρεκλά κυκλοφόρησαν τα παρακάτω τραγούδια (γύρω στο 1936):
- ODEON GA 7027 Συρτός Λεβέντης – Σούστα Ρεθεμνιώτικη
- ODEON GA 7028 Ρεθεμνιώτικος Πεντοζάλης – Σταφιδιανός
- PARLOPHONE B21908 Συρτός Σελινιώτικος – Καστρινός
Με το Γιάννη Μπερνιδάκη ή Μπαξεβάνη ηχογράφησαν τους παρακάτω δίσκους :
- HMV AO 2651 Όσο σιμώνει ο καιρός – Πονεμένη Καρδιά (1940)
(Σαν είχες άλλον στην καρδιά) - HMV AO 2776 Συρτός της Νύχτας – Κοντυλιές Μυλοποταμίτικες
(συμμετοχή της Λαυρεντίας Μπερνιδάκη στο τραγούδι) - COLUMBIA DG 6346 Όσο βαρούν τα σίδερα – Τα βάσανα μου χαίρομαι (1938;)
- COLUMBIA DG 6671 Συρτός Πρώτος – Συρτός Βαφιανός
(συμμετοχή της Λαυρεντίας Μπερνιδάκη στο τραγούδι) - COLUMBIA DG 6675 Συρτός Νεοχωριανός – Συρτός Καλυβιανός
(συμμετοχή της Λαυρεντίας Μπερνιδάκη στο τραγούδι)
Επίσης ηχογράφησε τους :
- ΗΜV AO 2448 To μερακλίδικο πουλί – Χανιώτικος Σταφιδιανός (1937;)
- HMV AO 2528 Ηρακλειώτικος πεντοζάλης – Συρτός Ρεθεμνιώτικος
(με το Θεοχάρη Ζωγράφο στο τραγούδι – Φραγκιαδάκη κιθάρα) - HMV AO 2970 Συρτός Φουσταλιεράκης – Έξω τ’ αχείλι μου γελά
(με τον Γιώργο Τζαγκαράκη ή Τζιμάκη) - ??? Στ’ αραχνιασμένο μνήμα μου – Σαν δεις αγάπης δάκρυα
(με τον Γιώργο Τζαγκαράκη ή Τζιμάκη)
Σχόλια Facebook
Σχετικά θέματα:






























Pingback: Νίκος Μανιάς | Rethemnos.gr