Οι λέξεις «δίστιχο» και «μαντινάδα» δεν είναι συνώνυμες, δηλαδή δεν έχουν ούτε το ίδιο βάθος ούτε το ίδιο πλάτος, όπως μάθαμε εμείς οι παλιοί στο μάθημα της Λογικής στο Γυμνάσιο. Το πλάτος της λέξης «μαντινάδα» είναι στενότερο εκείνου της λέξης «δίστιχο». Με άλλα λόγια, όλες οι μαντινάδες είναι δίστιχα, αλλά μερικά μόνο δίστιχα είναι μαντινάδες.

 

Ο πρόεδρος του συλλόγου «Όμιλος Βρακοφόρων» κ. Στέλιος Κιαγιαδάκης, μετά τα κάλαντα που ψέλνουν μέλη του συλλόγου, την Πρωτοχρονιά π.χ., στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στον πρωθυπουργό, στους αρχηγούς των κομμάτων εν ενεργεία ή εν συντάξει, απαγγέλει στον εκάστοτε άρχοντα ένα δίστιχο στη νεοελληνική κοινή και το ονομάζει «μαντινάδα». Εδώ κάνει κακή χρήση αυτής της λέξης. Οι λέξεις «δίστιχο» και «μαντινάδα» δεν είναι συνώνυμες, δηλαδή δεν έχουν ούτε το ίδιο βάθος ούτε το ίδιο πλάτος, όπως μάθαμε εμείς οι παλιοί στο μάθημα της Λογικής στο Γυμνάσιο. Το πλάτος της λέξης «μαντινάδα» είναι στενότερο εκείνου της λέξης «δίστιχο». Με άλλα λόγια, όλες οι μαντινάδες είναι δίστιχα, αλλά μερικά μόνο δίστιχα είναι μαντινάδες.

Και γιατί έχουν έτσι τα πράγματα; Διότι η μαντινάδα είναι κρητικό δίστιχο, όπως μας λένε οι καθηγητές Νίκος Παπαδογιαννάκης, Θεοχάρης Δετοράκης, Μιχάλης Τρούλης, Νίκος Γιγουρτάκης, Μιχάλης Πατεράκης και πολλοί άλλοι. Η μαντινάδα δεν είναι ούτε ποντιακό δίστχο, ούτε κυπριακό, ούτε ηπειρώτικο, ούτε κυκλαδίτικο κλπ., είναι κρητικό δίστιχο. Και είναι κρητικό δίστιχο επειδή είναι στην κρητική διάλεκτο. Και είναι στην κρητική διάλεκτο, επειδή χρησιμοποιεί λέξεις, φράσεις και εκφράσεις κρητικές και, ει δυνατόν, σύνταξη κρητική.

Τώρα, γιατί τα γράφω αυτά; Και τι με νοιάζει εμένα αν ο κ. Κιαγιαγάκης κάνει κακή χρήση της λέξης «μαντινάδα»; Με νοιάζει επειδή αγαπώ την κρητική διάλεκτο και με την κακή χρήση έστω και μιας μόνο λέξης, συμβάλλει στον χαμό της κρητικής λαλιάς από τα αστικά κέντρα της Κρήτης. Πολλοί Κρήτες αστοί και Κρησηίδες αστές θεωρούν ότι τα κρητικά ελληνικά είναι χωριάτικα ελληνικά, επαρχιώτικα ελληνικά, και δεν επιτρέπεται τα παιδιά τους να ομιλούν χωριάτικα. Δεν γνωρίζω αν τους απαγορεύουν να τραγουδούν τον «Ερωτόκριτο» ή ριζίτικα τραγούδια. Στη βάση της στάσης αυτής ειναι συμπλέγματα ακραίου επαρχιωτισμού, από τα οποία διακατέχονται οι άνθρωποι αυτοί. Δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι αν το μεγάλο νησί, στο οποίο ζούμε, περιελαμβάνετο στα όρια του ελευθέρου ελληνικού κράτους το 1830 και όχι οκτώ δεκαετίες αργότερα, πιθανότατα τώρα όλοι στην πατρίδα μας να ομιλούσαμε τα κρητικά ελληνικά. Κανένα διαμέρισμα της Ελλάδος δεν είχε τόσο συγκροτημένη τη γλώσσα την ελληνική, όσο η Κρήτη. Φυσικά, αν έτσι ήθελε συμβεί, τα ελληνικά που ομιλούμε τώρα θα ήταν γι’ αυτούς χωριάτικα ή επαρχιώτικα.

Είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι δεν υπάρχει ούτε μία κοινωνιολογική μελέτη για τη στάση των αστών της Κρήτης προς την κρητική διάλεκτο. Υπάρχουν τρία τουλάχιστον τμήματα Σχολών του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ρέθυμνο, τα οποία θα μπορούσαν να κάνουν μια τέτοια μελέτη. Είναι επίσης απαράδεκτο που τα κρητικά ελληνικά δεν διδάσκονται πουθενά στη Μεγαλόνησο. Και όχι μόνο δεν υπάρχει ίδρυμα ή σχολή όπου να διδάσκεται η κρητική διάλεκτος αλλά σε γυμνάσια και λύκεια ορισμένες καθηγήτριες απαγορεύουν να ομιλούνται μέσα στην τάξη τα κρητικά ελληνικά. Εδώ πρέπει να προσθέσω ότι δεν υπάρχει κανένα βιβλίο που να βοηθά στη μάθηση της κρητικής διαλέκτου, μια μέθοδος εκμάθησης των κρητικών ελληνικών. Επίσης δεν υπάρχει ούτε συστηματική ολοκληρωμένη γραμματική ούτε συστηματικό συντακτικό ούτε και Παγκρήτιο Λεξικό της Κρητικής Διαλέκτου. Υπάρχουν πολλές μελέτες και πολλά λεξικά περιορισμένης εμβέλειας. Αλλά αυτές οι μελέτες για τη γραμματική και το συντακτικό δεν βοηθούν τους αρχαρίους. Όσο για τα λεξικά, πρέπει να τα αγοράσει κανείς όλα για να μπορέσει να βρει μια λέξη. Δεν είναι κακό αυτό, είναι χρονοβόρο.

Στην απώλεια της κρητικής λαλιάς στη Μεγαλόνησο συμβάλλουν τα μέγιστα και οι περισσότεροι νέοι λυράρηδες, οι οποίοι χρησιμοποιούν τη νεοελληνική κοινή στα δίστιχά τους και τα θεωρούν μαντινάδες. Το ίδιο και όλοι οι παρουσιαστές δημοφιλών τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών μουσικών κρητικών εκπομπών του Ηρακείου και των Χανίων. Δεν έχω άμεση αντίληψη του τι συμβαίνει στο Λασίθι. Εδώ στο Ρέθυμνο, εκτός των ραδιοφωνικών εκπομπών κρητικής μουσικής, όπου υπάρχει σύγχυση στη χρήση της λέξης «μαντινάδα», διαβάζω σε τοπικές εφημερίδες στιχάκια που οι δημιουργοί τους τα ονομάζουν «μαντινάδες» και είναι αυτοί και μέλη του συλλόγου «Μιχάλης Καυκαλάς» και απ’ ό,τι γνωρίζω κατέχουν την κρητική διάλεκτο. Δεν τους εμποδίζει κανείς να γράφουν στιχάκια, ας γράφουν όσα θέλουν, εύκολο πράγμα είναι, αλλά να μη μας λένε ότι γράφουν μαντινάδες. Για να γράφει κανείς δίστιχα που θα είναι μαντινάδες, και μάλιστα καλές, για να αγγίξουν τις ψυχές των Κρητών, δεν πρέπει να είναι απλώς στιχουργός ή στιχοπλόκος, αλλά και ποιητής, όπως είναι ο Αριστείδης Χαιρέτης, ο και «Γιαλάφτης» επονομαζόμενος, στη μαντινάδα του:

Οψάργας μες στον ύπνο μου ήμουν σε ξένους τόπους.
Ε, τα παντέρμα όνειρα πώς ξεγελούν τσ’ αθρώπους.

Ή ο Μήτσος ο Σταυρακάκης στη μαντινάδα του:

Άχι και νάταν μπορετό πριν πέσω και ποθάνω
τα όσα βάνει ο μαύρος νους σκιάς τα μισά να κάνω.

Οι γλωσσολόγοι μελετητές της κρητικής λαλιάς, όπως ο Νικόλαος Γ. Κοντοσόπουλος, αναφέρουν πολλούς λόγους για την ταχεία απώλεια της διαλέκτου στα αστικα κέντρα της Κρήτης και πρέπει οι λόγοι αυτοί να καταπολεμηθούν, να περιοριστούν και, όπου είναι δυνατόν, να εξουδετερωθούν. Γι’ αυτό είναι γλωσσικώς και κρητικώς ορθό να γίνεται η διάκριση μεταξύ των λέξεων «μαντινάδα» και «δίστιχο», όταν δίδεται η ευκαιρία. Αν το δίστιχο που απευθύνει στους άρχοντες ο κ. Κιαγιαδάκης είναι στην κρητική λαλιά, να το ονομάζει «μαντινάδα», αν όμως είναι στη νεοελληνική κοινή να το λέει «στιχάκι» (αν είναι στην ποντιακή λαλιά να το λέει «κρωμέτκα τραγωδίας», αν είναι στα κυπριακά ελληνικά να το λέει «τσιάττισμα» κι αν είναι στο ηπειρώτικο ιδίωμα να το λέει «στιχοπλάκι»). Εγώ θα ήθελα να τους λέει μόνο κρητικά δίστιχα. Έτσι θα βοηθά στη διατήρηση των κρητικών ελληνικών.

Θα φέρω ένα παράδειγμα της διάκρισης αυτής για να γίνω σαφέστερος. Όλοι μας σχεδόν γνωρίζουμε το δίστιχο του Αθανασίου Διάκου:

Για δες καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρει
τώρα π’ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζ’ η γη χορτάρι.

Το δίστιχο αυτό ο κ. Κιαγιαδάκης θα το ονόμαζε «μαντινάδα», αλλά δεν είναι. Όπως προανέφερα η μαντινάδα είναι δίστιχο αμέσως αναγνωρίσιμο ως κρητικό. Η αυστριακή συγγραφεύς Marie Esperance von Schwartz (Ελπίς Μέλαινα, 1818-1899) κατέγραψε στα Χανιά και διέσωσε απόδοση του ανωτέρω διστίχου στην κρητική διάλεκτο:

Για δε ήντα ώρα γύρευσε ο Χάρων να μ’ επάρη
τώρα που πρασινίζει η γη και βγαίνει το χορτάρι.

(Κρητική Μέλισσα, Εν Αθήναις 1873, σελ. 41)

Η καταγραφή αυτή προφανώς δεν είναι ακριβής, αλλά «νοθευμένη» από τις γλωσσικές συνήθειες της εποχής και την την κυριαρχία της καθαρεύουσας. Η Μέλαινα δεν εγνώριζε καλά την κρητική λαλιά, π.χ. «ο Χάρος» γίνεται «ο Χάρων», η λέξη «εδά» γίνεται «τώρα», «η γης» γίνεται «η γη». Παρ’ όλα αυτά, το δίστιχο αναγνωρίζεται αμέσως ως κρητικό, είναι δηλαδή μαντινάδα. Τη διάκριση αυτή πραγματεύομαι στο κείμενό μου «Το δίστιχο», που δημοσιεύτηκε προ καιρού στην Κρητική Επιθεώρηση.

Επειδή η γλώσσα που ομιλούμε αποτυπώνει και καθορίζει την ιδιοσυστασία μας, τη διαφορετικότητά μας και τον τρόπο που βλέπουμε και νιώθουμε τον κόσμο, αν η κρητική διάλεκτος χαθεί, θα χαθεί τελικώς και η ιδιομορφία και το ιδιότυπο του Κρητικού. Η κρητική διάλεκτος, τα κρητικά ελληνικά, έχουν εσωτερική αναγκαία σχέση με την κρητική μουσική. Αλλά η κρητική μουσική, χωρίς την κρητική λαλιά, με άλλη νεοελληνική διάλεκτο ή ιδίωμα, δεν αποτελεί κρητική παράδοση.

Δημήτριος Ιωάννου Χατζόπουλος
Μη-ομότιμος Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κρήτης
πηγή: ekriti.gr