ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΩΣΤΗΣ ΚΑΡΙΝΙΩΤΑΚΗΣ

Μπουλγαριά στο Ρέθεμνος ως τα μέσα του 20ού αιώνα

Λεύκωμα μνήμης Περιβολιών- Μυσιρίων -Πλατανέ του αείμνηστου Αλκιβιάδη Μαυράκη

Επιμέλεια Κωστής Καρινιωτάκης

Μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα πολύ συνηθισμένο μουσικό όργανο των μερακλήδων του Ρεθύμνου ήταν το μπουλγαρί, ένα είδος ταμπουρά που ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια του σάζι και συγγενεύει με το τρίχορδο μπουζούκι των ρεμπέτηδων –γι’ αυτό, το ονόμαζαν κι αυτό μπουζούκι.

Το όνομα μπουλγαρί πιθανότατα σχετίζεται με την ονομασία της χοντρής χορδής του, που λέγεται βουργάρα ή μπουλγάρα. Το μπουλγαρί είτε συνόδευε τη λύρα είτε έπαιζε “σόλο”, πλουμίζοντας μουσικά τις μερακλήδικες παρέες στα σπίτια και τις ταβέρνες της πόλης του Ρεθύμνου και των περιχώρων της.

Εκτός από το Στέλιο Φουσταλιέρη (τον πιο γνωστό δεξιοτέχνη του μπουλγαριού, με τη μεγάλη προσφορά στη μουσική μας παράδοση), πολλοί μερακλήδες, ερασιτέχνες οι περισσότεροι, έβαλαν τον καημό τους στις κόρδες του σπουδαίου αυτού μουσικού οργάνου, που, με τα πατήματά του, μας παραπέμπει ευθέως στις παλιές καταβολές της μουσικής μας παράδοσης. Στο βιογραφικό του Φουσταλιέρη αναφέρονται ήδη ο Γιώργης Αγιούτης, ο Βλαδίμηρος, ο Τζιμάκης κ.ά.

Απ’ όσους μπορέσαμε να καταγράψουμε, κυρίως στην περιοχή των Περιβολίων (του χωριού στην άκρη του Ρεθέμνους, με την πλούσια μουσική παράδοση), είναι και οι εξής:

Ο Γεώργιος Πωλιουδάκης (Πωλιός), Περβολιανός, που κάποια στιγμή μετακόμισε στην περιοχή του ενετικού λιμανιού, στην Παλιά Πόλη του Ρεθύμνου. Ήταν και δεινός κατασκευαστής μπουλγαριών αλλά δεινότερος παίχτης! Εξαιρετικός στους “αμανέδες” δηλ. τα ταμπαχανιώτικα. Εξ ού και το παρανόμι “Χαλίλης”. Είναι περίφημες οι συχνές παρέες του με τους μερακλήδες και τους οργανοπαίχτες των Περβολιών και του Ρεθύμνου. Ο Μαρκογιώργης από το Σπήλι, πατέρας των Μαρκογιάννηδων, ήταν τακτικός επισκέπτης του κάθε φορά που εκατέβαινε με το μουλάρι του στο Ρέθυμνο. Στο σπίτι γνωστού μερακλή της εποχής (εν ζωή σήμερα), είχε μόνιμα ένα δικής του κατασκευής μπουλγαρί, για να μην κουβαλεί το δικό του, επειδή συχνά πυκνά είχανε εκεί μάζωξη. Ο ξαφνικός θάνατός του το 1944, από εκπυρσοκρότηση πιστολιού (ενός από τα αμέτρητα πιστόλια που είχαν αφήσει πίσω τους οι Γερμανοί) συνέτεινε στην εξαφάνιση του οργάνου στο Ρέθυμνο.

Ο Γιάννης Παπαδάκης (Καρεκλάς), ανηψιός του μεγάλου Ρεθεμνιώτη λυράρη Αντώνη Παπαδάκη ή Καρεκλά. Δεινός κατασκευαστής μουσικών οργάνων, καινοτόμος στην κατασκευή της λύρας και ουσιαστικός πατέρας της σημερινής μορφής της κρητικής λύρας. Σκοτώθηκε πολεμώντας στην Αλβανία και ο θάνατός του σήμανε την αρχή του τέλους του μπουλγαριού στο Ρέθυμνο, που ολοκληρώθηκε με το θάνατο του Πωλιό.

Ο Μανώλης Πολυχρονάκης ή γέρο-Κοτσυφός, που έμενε στα Περιβόλια, κοντά στην εκκλησούλα του αγίου Διονυσίου, ενώ διατηρούσε και καφενείο στο γειτονικό Πλατανέ. Σκοτώθηκε από τους Γερμανούς το 1942. Το μπουλγαρί του, αν και σπασμένο από τους Ιταλούς την Κατοχή, υπάρχει σε καλή κατάσταση μέχρι σήμερα.

Ο Σήφης Πολυχρονάκης (Κοτσυφός), γιος του γέρο-Κοτσυφού, που αργότερα έπιασε το λαούτο κι έπαιξε ως επαγγελματίας μουσικός συνοδεύοντας το Μανώλη Λαγό, το Λεωνίδα Κλάδο (είναι γνωστή η αγάπη του Λεωνίδα προς το Λαγό), το Σπύρο Σηφογιωργάκη και πολλούς άλλους. Πέθανε το 2004 στα Περιβόλια. Ήταν ο μόνος που ήξερε να δένει τους μπερντέδες στο μπουλγαρί με σύρμα από χαλκό, όπως πρέπει να είναι κανονικά. Αυτός μου έδειξε κι εμένα πώς δένουνται. Ο Στέλιος ο Φουσταλιέρης είχε αναγκαστεί να πει στον Αντώνη το Στεφανάκη, τον πολύ καλό οργανοποιό στο Ζαρό, να του βάλει καρφωτούς μπερντέδες γιατί δεν ήξερε να τους δέσει με χαλκόσυρμα (και προφανώς δεν ήξερε ή δεν θυμόταν ότι ο Κοτσυφός ξέρει να τους δένει). Αυτό μου το είχε πει ο αείμνηστος Φουσταλιέρης σε ανύποπτο χρόνο, και αργότερα, όταν του πήγα το μπουλγαρί του πατέρα μου για επισκευή, ο ίδιος ο Στεφανάκης μου το επανέλαβε, προτείνοντάς μου να κάνει το ίδιο και σ’ αυτό.

Θεωρώντας ότι είναι λάθος το κάρφωμα των μπερντέδων στο μπουλγαρί, γιατί  στερούνται κατόπιν τις κάποιες μικρομετακινήσεις που πολλές φορές χρειάζονται(ιδίωμα της βυζαντινής μουσικής, στην οποία ανήκει και η μουσικής μας παράδοση και η οποία περιλαμβάνει και μικρές υποδιαιρέσεις της νότας), τους μπερντέδες τους δέσαμε μαζί με τον αείμνηστο το γείτονά μου, μπάρμπα και προ πάντων φίλο μου, το Σήφη τον Κοτσυφό.

Στο μπουλγαρί του Μπογιατζή αυτός τους είχε αλλάξει περί το 1970 μετά από μια μικρή επισκευή στο οργανοποιείο του Κώστα Τσουκνάκη στο Ρέθυμνο.

Ο Αριστόδημος Παπαδοσηφάκης, περβολιανός ψαράς, που πέθανε το 1995. Τα τελευταία χρόνια δεν είχε μπουλγαρί. Δεν έχω ακούσει να είχε και ποτέ. Τον θυμούμαι πολύ καλά, όταν μερακλωνόταν και ήθελε να παίξει, να έρχεται για να δανειστεί το μπουλγαρί του  πατέρα μου  μερικές μέρες. Παιδί όπως ήμουνα, και τα παιδιά όπως είναι φυσικό δεν ξέρουν την ιστορία των σχέσεων των μεγάλων, πάντοτε φοβόμουνα όταν το έπαιρνε για την κατάστασή του κατά την επιστροφή και πάντοτε έβλεπα τον πατέρα μου, με έκπληξη μπορώ να πω, ευχαρίστως να του το δίνει. Ήξερα βλέπεις καλά, ότι ο Αριστόδημος ήταν ένας από τους πιο δυνατούς και σκληρούς ανθρώπους στα Περβόλια. Όμως πάντοτε σε πείσμα του φόβου μου, το επέστρεφε ευαίσθητα φροντισμένο και περιποιημένο.

Ο Μάρκος Καρινιωτάκης (1913-2003), αγρότης και οδηγός αστικού λεωφορείου, που το μπουλγαρί του ήταν στολισμένο με μια πεταλούδα και το είχε κατασκευάσει ο Γιάννης Παπαδάκης (Καρεκλάς). Ήταν, όπως μου επιβεβαίωνε και ο Σήφης ο Κοτσυφός, το καλύτερο μπουλγαρί που είχε κατασκευάσει ο Γιάννης ο Παπαδάκης. Το μπουζούκι αυτό έχει χαθεί. Όμως υπάρχει ένα άλλο μπουλγαρί του, κατασκευασμένο από τον Πωλιό περί το 1928 σε άριστη κατάσταση.

Ο Αποστολογιάννης ή Δυάρα, που διατηρουσε καφενείο και ταβέρνα στα Περιβόλια, στο βάθος του χώρου όπου σήμερα βρίσκεται η γνωστή ταβέρνα του Μακρυγιάννη. Πάντοτε ένα  μπουλγαρί κρεμόταν στο μαγαζί προς χρήση δική του και των άλλων μερακλήδων…

Ο Κιρίκος, κουρέας, με το στέκι του “στη στροφή τ’ Αλέκο”, λίγο πιο πέρα από το σημερινό χώρο του παλιού Πανεπιστημίου στα Περιβόλια. Πέθανε λίγο μετά το 1950. Το μπουλγαρί του ήταν πολύ παλιό και μάλλον ανήκε κατά το παρελθόν σε Τούρκο παίχτη, γιατί ήταν στολισμένο μ’ ένα μισοφέγγαρο στο πλάι.

Ο Σαββάκης, όχι πολύ συστηματικός παίχτης, που είχε ένα μπακαλικάκι δίπλα στο κουρείο του Κιρίκο.

Λίγο πιο κάτω, στο χώρο του σημερινού φούρνού του Λαγού (δίπλα στην ταβέρνα του Μανώλη του Λαγού), έπαιζε το μπουλγαρί του ο Στέλιος Λαγουδάκης ή Φρωγός. Αργότερα έπαιζε κι εκείνος λαγούτο.

Ο Λευτέρης ο Σκαρβέλης, στα Μισσίρια, που όμως ασχολήθηκε κυρίως με τη λύρα.

Ο Αντώνης Βογιατζής (Μπογιατζής), εξαιρετικός μερακλής, που διατηρούσε κρεοπωλείο στον Πλατανέ. Πέθανε το 1990. Το μπουλγαρί του ήταν έργο του Πωλιού. Πάρα πολύ γνωστός στο Ρέθεμνος, ένας από τους τελευταίους μερακλήδες του παλιού καιρού. Η χαρά του ήταν να διοργανώνει παρέες και γλέντια. Η απουσία του είναι αισθητή γι’ αυτούς που γνώρισαν και συμμετείχαν στις παρέες αυτές, γεμάτες κέφι, τραγούδι, χορό, παραδοσιακούς μεζέδες, καλό κρασί και αθρωπιά, το πιο πολύτιμο συστατικό στις παρέες του παλαιού καιρού του Ρεθέμνους. Με την παραδοσιακή ευπρέπεια και τον αλληλοσεβασμό, με τη σκωπτική αλλά ποτέ προσβλητική διάθεση στα αστεία, οι παρέες αυτές ήταν αληθινή “ψυχαγωγία” (=αγωγή της ψυχής), καμίαν σχέσην έχουσα με τις δια-σχεδάσεις, σήμερα, που όσο περνά ο καιρός το τηλεοπτικόν ήθος κυριαρχεί…

Βλαδίμηρος Πλουμιστάκης

Από τους πιο αξιόλογους μουσικούς των μέσων του 20ού αιώνα στο Ρέθυμνο και τα περίχωρά του ήταν ο Βλαδίμηρος Πλουμιστάκης ή απλά Βλαδίμηρος (περίπου 1901-1964). Ψαράς πρώτα και μετά καφετζής στο Πάνορμο Μυλοποτάμου και, στη συνέχεια, ψαράς και λιμενεργάτης στο Ρέθυμνο. Το όνομα Βλαδίμηρος το πήρε από το νονό του, που ήταν Ρώσος. Ορφανός από μάνα, σε ηλικία οκτώ ετών έχασε τον πατέρα του, που έφυγε μετανάστης στο Μπουένος Άιρες και δεν ξαναγύρισε. Δεξιοτέχνης στο μπουζούκι και το μπουλγαρί, εξαίρετος διασκεδαστής, ευαίσθητος και εκλεκτικός μερακλής, πράος, φιλάνθρωπος και αξιαγάπητος, ο Βλαδίμηρος ψυχαγώγησε αμέτρητες παρέες και συνόδευσε με το όργανο και τη βροντερή φωνή του μουσικούς όπως ο Αντώνης Καρεκλάς, ο Ροδινός, ο Βασίλης Καλαϊτζάκης ή Πήλινος από του Πίκρη Μυλοποτάμου, ο Μπαξεβάνης, ο ομότεχνός του Στέλιος Φουσταλιέρης και πολλούς άλλους σε γλέντια στο Ρέθυμνο και τα γύρω χωριά.

Ο Λευτέρης Μπιρλιράκης, από τα Μικρά Ανώγεια Ρεθύμνου. Αδερφός της γυναίκας του Μάρκου Καρινιωτάκη. Έπαιζε και λύρα και μπουλγαρί αλλά ήταν και κατασκευαστής οργάνων, λύρας, λαγούτου και μπουλγαριού. Ο Φουσταλιέρης ήταν όλη την Κατοχή στο σπίτι του, καθώς όλα τα δύσκολα χρόνια ζούσε με την γυναίκα του την Σόνια σ’ ένα σπιτάκι παραδίπλα. Τακτικός εκεί και ο Θανάσης ο Σκορδαλός, καθώς η οικογένεια της Χρυσής, Παπαδάκη το γένος, της τότε αγαπημένης του και λίγο αργότερα γυναίκας του, ήταν από τις πλέον φιλικές οικογένειες του σπιτιού. Αναφέρεται εδώ παρότι μη Περβολιανός, καθώς είχε πάρα πολύ στενές σχέσεις με τούς Περβολιανούς. Με τον Σήφη τον Κοτσυφό γνωρίστηκαν στην αγγαρεία στο Τυμπάκι (οι Γερμανοί μετέφεραν κατά ομάδες τους Κρητικούς στο Τυμπάκι και τους εξανάγκαζαν να εργάζονται για την κατασκευή στρατιωτικού αεροδρομίου στη Μεσσαρά), έγιναν από τότε στενοί φίλοι και έπαιζαν μαζί ένα διάστημα. Λύρα εκείνος, λαγούτο ο Σήφης. Τέχνη, δηλ. μαραγκοσύνη, εμάθαινε σ’ έναν άλλο Περβολιανό, τον Πεσβάντη, κι εκεί γνωρίστηκαν και με τον Μάρκο τον Παυλιδάκη, ο οποίος κατασκευάζει σκαφτά όργανα στα Περιβόλια μέχρι σήμερα.

Σταμάτησε να κατασκευάζει και να επιδιορθώνει κατά το 1970 χωρίς ποτέ να θεωρεί την δραστηριότητα αυτή επάγγελμα και πάντοτε επέλεγε για ποιόν θα ασχοληθεί. Το καπάκι του μπουζουκιού του Μπογιατζή είναι από δική του επισκευή. Ζει μέχρι και σήμερα στα Μικρά Ανώγεια της επαρχίας Ρεθύμνου.

Και όπως έλεγε ο αείμνηστος ο Αντώνης ο Μπογιατζής (νονός μου, παρεμπιπτόντως): “Πολλές φορές, ιδίως όταν ήτανε τσίκνα, μέχρι και το ’60, έβγαινες από το Ρέθεμνος και μέχρι να πάς στον Πλατανέ επαίζανε δεξιά – αριστερά μπορεί και 10 μπουλγαριά στα καφενεία και σε παρέες. Ήταν αδύνατο να μη σου φωνάξουνε σε όλες. Αλλά, ανέ τωνε ξεσυνωρίζουσουνε, ’θελα πας το βράδυ και μεθυσμένος στον Πλατανέ!”

Κλείνω εδώ με μια άλλη δήλωσή του, την οποία έχουν επιβεβαιώσει άλλοτε σε μένα πολλοί άλλοι, και του Στέλιου του Φουσταλιέρη συμπεριλαμβανομένου:

“Όσα μπουλγαριά  επαίζουντανε από το Ρέθεμνος ως τον Πλατανέ, δεν επαίζουντανε σ’ ούλη την άλλη Κρήτη”.

Ελπίζω να συμπληρώσουμε το παρόν σύντομα με φωτογραφίες και άλλα.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σκεπάζει όσους από τους παραπάνω λείπουνε, και λείπουν οι περισσότεροι. Κι εμείς ας τους θυμούμαστε για τη φλόγα της ανυπόκριτης και ανιδιοτελούς αγάπης τους γι’ αυτό που λέμε κρητική μουσική, σαν πατροπαράδοτο τρόπο έκφρασης στο μεράκι, τον καημό και τη χαρά, του χορού, του γλεντιού και της παρέας, έναν από τους βασικότερους συντελεστές της συνοχής και της ταυτότητας της τοπικής κοινωνίας. Σε όλες της εποχές. Σήμερα δε, που η ανάγκη της συνειδητοποίησης του ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και πού πηγαίνουμε πολιτιστικά και πολιτισμικά προβάλλει επιτακτικότερη από ποτέ.