Την τραγική κατάσταση που επικρατεί στο Γενικό Νοσοκομείο Ρεθύμνου φέρνει στη Βουλή η ΝΙΚΗ, με ερώτηση που κατέθεσε ο βουλευτής Αχαΐας, Σπύρος Τσιρώνης, καταγγέλλοντας τη συνεχιζόμενη κυβερνητική αδιαφορία για τη δημόσια υγεία στην περιφέρεια.
Το Νοσοκομείο Ρεθύμνου λειτουργεί εδώ και καιρό στα όρια της κατάρρευσης, εξαιτίας της σοβαρής και διαρκώς επιδεινούμενης υποστελέχωσης σε ιατρικό, νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό. Κρίσιμες κλινικές και τμήματα αδυνατούν να καλύψουν βασικές ανάγκες, οι εφημερίες εξαντλούν το προσωπικό, ενώ οι πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με καθυστερήσεις, μετακινήσεις και αυξημένο κίνδυνο για την υγεία τους.
Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των εργαζομένων και τις εκκλήσεις της τοπικής κοινωνίας, η κυβέρνηση συνεχίζει να αντιμετωπίζει το νοσοκομείο ως δευτερεύον ζήτημα. Αντί για μόνιμες προσλήψεις και ουσιαστική ενίσχυση, επιλέγει πρόχειρες λύσεις, μετακινήσεις προσωπικού και επικοινωνιακές εξαγγελίες, που δεν λύνουν κανένα πρόβλημα.
Το πλήρες κείμενο της ερώτησης του κ. Τσιρώνη προς τον υπουργό Υγείας, με θέμα: Προβλήματα υποστελέχωσης Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου, «στα ήδη τεράστια προβλήματα υποστελέχωσης του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου σε νευραλγικές κλινικές και τμήματα όπως το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών, η Χειρουργική και η Παθολογική κλινική, η Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και η Ορθοπεδική κλινική, έρχεται να προστεθεί μείζων πρόβλημα που αφορά τη λειτουργία του Αναισθησιολογικού Τμήματος. Εδώ και δύο μήνες το Αναισθησιολογικό Τμήμα λειτουργεί με τρεις μόνο αναισθησιολόγους για ολόκληρο το νομό Ρεθύμνου, μετά από συνταξιοδότηση και μετακίνηση δύο μόνιμων αναισθησιολόγων, με αποτέλεσμα οι εναπομείναντες συνάδελφοι να έχουν ξεπεράσει κάθε όριο ψυχικής και σωματικής αντοχής λόγω υπερεφημέρευσης. (…)
Η επισφαλής λειτουργία του αναισθησιολογικού Τμήματος έχει ως συνέπεια όχι μόνο την αναστολή και πάλι των τακτικών χειρουργείων και του Ιατρείου Πόνου, αλλά απειλεί σοβαρά τη λειτουργία ολόκληρου του Νοσοκομείου και θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές. Η ΕΓΕΣΥΡ έχει ήδη προβεί σε καταγγελία στον εισαγγελέα σχετικά με την ασφάλεια λειτουργίας του αναισθησιολογικού τμήματος και την συνεχή καταπάτηση του νόμου περί μεγίστου χρόνου εργασίας των γιατρών».
Τον περασμένο Νοέμβριο (2025) η Ένωση Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου προέβη στην ακόλουθη καταγγελία: «Τα τελευταία χρόνια η Χειρουργική κλινική λειτουργεί με το μισό από το προβλεπόμενο (βάσει οργανογράμματος του 2012) ιατρικό προσωπικό. Οι τέσσερις γιατροί της κλινικής (και σύντομα τρεις, λόγω μετάθεσης του ενός) καλούνται να φροντίζουν τους νοσηλευόμενους ασθενείς, να λειτουργούν τακτικά εξωτερικά ιατρεία, να εξυπηρετούν το χειρουργικό ΤΕΠ, ελλείψει προσωπικού ΤΕΠ που θα έπρεπε να το καλύπτει, και να διενεργούν τακτικά χειρουργεία. Όλα αυτά χωρίς ειδικευόμενους γιατρούς και με μόνιμη υπερεφημέρευση και εξάντληση του προσωπικού. Ήδη έχουμε επισημάνει πολλές φορές την επικίνδυνη λειτουργία της Χειρουργικής κλινικής για γιατρούς και ασθενείς, που σχεδόν τις μισές μέρες του μήνα αναγκαστικά λειτουργεί με ένα μόνο χειρουργό στην εφημερία, και τις μεγάλες αναμονές σε χειρουργεία λόγω της τραγικής υποστελέχωσης».
Αναφέρουν επίσης ότι «αποφασίστηκε αρχικά 30 και προσφάτως 79 ακόμα ασθενείς, που βρίσκονται σε αναμονή για τακτικά χειρουργεία στην Χειρουργική Κλινική του Νοσοκομείου Ρεθύμνου, να χειρουργηθούν με χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης σε Ιδιωτικές Κλινικές».
Και καταλήγουν: «Άλλο ένα δώρο στους Επιχειρηματίες Κλινικάρχες, από χρήματα που δεν χαρίζονται από την ΕΕ , αλλά προαπαιτούν όλα τα αντιλαϊκά μέτρα που επωμίζονται καθημερινά όλοι οι εργαζόμενοι».
Κατόπιν των ανωτέρω, ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:
1. Ποια είναι, αναλυτικά, τα κενά του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου σε ιατρικό προσωπικό, ανά ειδικότητα;
2. Ποιο το ακριβές χρονοδιάγραμμα πλήρωσης των κενών του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου;
3. Συνάδει με την εικόνα μιας χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να γίνεται καταγγελία στον εισαγγελέα για την ασφάλεια λειτουργίας τμήματος Γενικού Νοσοκομείου και την συνεχή καταπάτηση του νόμου περί μεγίστου χρόνου εργασίας των ιατρών;
4. Συνάδει με την εικόνα μιας χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αδυνατεί ένα Γενικό Νοσοκομείο να παράσχει ιατρικές υπηρεσίες και να παραπέμπει ασθενείς σε ιδιωτικές κλινικές;
5. Με ποιες διαδικασίες και ποια κριτήρια επιλέχθηκαν οι συγκεκριμένες κλινικές, στις οποίες παραπέμφθηκαν οι ασθενείς;
Ο Ερωτών Βουλευτής
Σπυρίδων Τσιρώνης
Βουλευτής Αχαΐας





