ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Με αφορμή την επέτειο του ολοκαυτώματος του Αρκαδίου (8 – 9 Νοεμβρίου 1866)

Επιμέλεια Θ. Ι. Ρηγινιώτης

Καραϊβική 1822: η φρέσκια δημοκρατία της Αϊτής, το μόνο κράτος που δημιουργήθηκε από επανάσταση σκλάβων, πληροφορήθηκε ότι πολύ μακριά ένας μικρός, αλλά αρχαίος λαός, οι Έλληνες, επαναστάτησε για να κερδίσει την ελευθερία του. Αμέσως αναγνωρίζει την Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος και φορτώνει ένα πλοίο με 100 εθελοντές και 25 τόνους καφέ, για να τον πουλήσουν οι Έλληνες και να αγοράσουν όπλα για τον αγώνα. Δυστυχώς το πλοίο βυθίστηκε στον Ατλαντικό Ωκεανό, αλλά η επιστολή του προέδρου της Αϊτής, Ζαν Πιερ Μπουαγέ, προς τον Αδαμάντιο Κοραή, διασώθηκε και καταγράφηκε από τον ιστορικό και αγωνιστή του 1821 Ιωάννη Φιλήμονα.

Αμερική, 1866: το έθνος των Σιου, με αρχηγό το Κόκκινο Σύννεφο, εξεγείρεται κατά των λευκών κατακτητών, εκείνων που σήμερα ονομάζουμε «Αμερικανούς». Πολεμά δύο χρόνια και το 1868 πετυχαίνει, όχι την απελευθέρωσή του, αλλά μια συνθήκη που βελτιώνει τη ζωή του.

Άλλες εξεγέρσεις οι Σιου πραγματοποιούν γύρω στο 1875, με αρχηγούς τον Καθιστό Ταύρο και το νεαρό πολεμιστή Τρελό Άλογο. Ώστε την ώρα που οι Κρήτες πολεμιστές αγωνίζονται για την απελευθέρωση του νησιού τους και την ένωσή του με τη μητέρα Ελλάδα, και κάποιοι άλλοι γενναίοι πολεμιστές, στην άλλη άκρη της Γης, αγωνίζονται επίσης για την απελευθέρωση του δικού τους τόπου. Μάλιστα, οι εχθροί τους, οι κατακτητές της γης τους, που ακόμη και σήμερα την κρατούν, είναι κάποιοι από τους σημερινούς κοσμοκράτορες, τους σύγχρονους αποικιοκράτες, δουλέμπορους και δουλοκτήτες. Οι ίδιοι με τους εχθρούς όλων των λαών της Γης.

Αφρική, Κένυα 1957: οι επαναστατημένοι Κενυάτες, που πολεμούν κατά των Άγγλων αποικιοκρατών, πληροφορούνται ότι ένας ορθόδοξος ιερέας, επαναστάτης επίσης κατά των Άγγλων, είναι εξόριστος στις Σεϋχέλλες, το νησί απέναντι στην Κένυα. Είναι ο Μακάριος, ο αρχιεπίσκοπος της Κύπρου. Τον καλούν λοιπόν στο Ναϊρόμπι, όπου λειτουργεί και εκφωνεί ομιλία στην ορθόδοξη εκκλησία της πόλης, που την είχαν ιδρύσει πριν λίγα χρόνια επίσης Κενυάτες αυτονομιστές. Οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες αναστατώνονται που τους ξέφυγε και διέπραξε κάτι τέτοιο κάτω από τη μύτη τους.

Μετά την απελευθέρωση της Κένυας και της Κύπρου, ο Μακάριος επιστρέφει στην Κένυα και χρηματοδοτεί την ίδρυση ενός πανεπιστημίου, που υπάρχει και σήμερα και του έχουν δώσει τιμητικά το όνομα «Μακάριος ο 3ος».

Τα λέμε αυτά, για να συνειδητοποιήσουμε ότι ο αγώνας για την ελευθερία δεν είναι μονοπώλια τα πατρίδας μας. Η πατρίδα είναι μοναδική και ξεχωριστή, επειδή κάθε τόπος και κάθε λαός είναι μοναδικός και ξεχωριστός. Η ιστορία και η παράδοσης της Κρήτης είναι μοναδική και ξεχωριστή, επειδή η ιστορία και η παράδοση κάθε περιοχής της Ελλάδας και κάθε λαού της Γης είναι μοναδική και ξεχωριστή. Όχι όμως ανώτερη ή καλύτερη.

***

Η Κρήτη είχε κατακτηθεί από τους Ενετούς το 1211. Την πήραν από τα χέρια τους οι Τούρκοι, κάνοντας εισβολή, γύρω στο 1645. Οι Κρητικοί επαναστάτησαν πολλές φορές ενάντια στους δύο σκληρούς κατακτητές. Είχαν συμμετάσχει και στην επανάσταση του 1821 (στο Μεγάλο Σηκωμό, όπως τη χαρακτήριζαν), όμως ηττήθηκαν και δεν απελευθερώθηκαν. Και επαναστάτησαν ξανά και ξανά, κάνοντας μια μεγάλη επανάσταση τα έτη 1866-1869.

Τον πρώτο χρόνο αυτής της επανάστασης, το 1866, ο Μουσταφά πασάς (που είχε πολεμήσει κατά των Κρητικών και το ’21, γι’ αυτό χαρακτηριζόταν Γκιριτλής, δηλαδή «Κρητικός»), οδήγησε περισσότερες από δέκα χιλιάδες τουρκικού και αιγυπτιακού στρατού (μαζί με πολλούς Τουρκοκρητικούς, «άτακτους» όπως λέμε, δηλαδή οπλισμένους πολίτες, όχι κανονικούς στρατιώτες) ενάντια στη μονή Αρκαδίου, που ήταν ένα από τα κέντρα της επανάστασης. Στο μοναστήρι βρίσκονταν 259 πολεμιστές (ανάμεσά τους και εθελοντές από την ελεύθερη Ελλάδα, όπως ο ανθυπολοχαγός Ιωάννης Δημακόπουλος, φρούραρχος της μονής, που αιχμαλωτίστηκε, αρνήθηκε να προσκυνήσει και θανατώθηκε μαρτυρικά από τους Τούρκους) και μερικές εκατοντάδες γυναικόπαιδα από τα γύρω χωριά, που είχαν καταφύγει εκεί για να βρουν ψωμί και να γλιτώσουν, όπως έλπιζαν, από τη μανία του πολέμου.

Αυτό το «αλωνάκι» με τους «ελεύθερους πολιορκημένους» (για να θυμηθούμε λέξεις από μια άλλη πολιορκία) χτύπησαν τα τουρκικά κανόνια και τηλεβόλα χωρίς αποτέλεσμα την πρώτη μέρα, αλλά τη δεύτερη μέρα έριξαν την πόρτα και ο εχθρός μπήκε μέσα. Έσφαξαν ανελέητα όποιους βρήκαν, γυναίκες, παιδιά, ακόμη και πολεμιστές που είχαν ζητήσει να παραδοθούν. Αιχμαλώτισαν αρκετούς, που υπέστησαν τα πάνδεινα. Κάποιοι από αυτούς τους αιχμαλώτους τελικά έζησαν. Όμως ένας αριθμός αμάχων (γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι), μετά από προηγούμενη συμφωνία, είχαν συγκεντρωθεί στην αποθήκη πυρομαχικών και, όταν εισέβαλαν οι Τούρκοι, ο πολεμιστής Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης από το Άδελε πυροβόλησε το μπαρούτι και η έκρηξη, κατά το θρύλο, ακούστηκε μέχρι τη Μεσσαρά.

Αυτό το ολοκαύτωμα έγινε γνωστό αμέσως στην ελεύθερη Ελλάδα και σε ολόκληρη την Ευρώπη και προκάλεσε κύμα θαυμασμού και συμπάθειας προς τον αγώνα των Κρητικών. Πολλοί πνευματικοί άνθρωποι, όπως ο Βίκτωρ Ουγκώ, έγραψαν υπέρ της Κρήτης. Όμως η Κρήτη δεν απελευθερώθηκε σ’ αυτή την επανάσταση. Χρειάστηκαν άλλα τριάντα χρόνια επαναστάσεων και αίματος, για να αναγνωριστεί μεταβατικά ως αυτόνομη πολιτεία το 1897 και τελικά να ενωθεί με τη μητέρα Ελλάδα (όπως επιθυμούσαν με αγωνία οι Κρητικοί) το 1913.

***

Ήρωες, μάρτυρες και μαρτυρικούς τόπους έχουν όλοι οι λαοί της γης. Επίσης τόπους αυτοθυσίας η πατρίδα μας έχει πολλούς. Υπάρχουν ωστόσο τρία στοιχεία, που ο συνδυασμός τους δίνει στο Αρκάδι μια μοναδικότητα.

Πρώτον, ότι οι υπερασπιστές και οι άμαχοι του Αρκαδίου πολέμησαν απελπισμένα, ουσιαστικά ξέροντας ότι δεν έχουν ελπίδα. Δεν πολέμησαν για να ζήσουν, αλλά επειδή η ψυχή τους έλεγε ότι δεν έπρεπε να παραδοθούν, όταν οι Τούρκοι τους το ζήτησαν. Συνάντησαν έτσι τους υπερασπιστές των Θερμοπυλών, της Κωνσταντινούπολης, τους μαχητές του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι και άλλους ηττημένους, αλλά ελεύθερους, προγόνους μας, που αντιστάθηκαν λίγοι απέναντι σε χιλιάδες και πέθαναν προκαλώντας φόβο και θαυμασμό στον εχθρό και στον κόσμο ολόκληρο.

Δεύτερον, ότι αυτοί οι υπερασπιστές και οι άμαχοι τελικά αφαίρεσαν μόνοι τους τη ζωή τους, και μάλιστα «σαν ηφαίστειο», όπως έγραψε ο Βίκτωρ Ουγκώ, για να μην πέσουν ζωντανοί στα χέρια του εχθρού. Συνάντησαν έτσι τις Σουλιώτισσες του Ζαλόγγου, τις γυναίκες της Έδεσσας, που έπεσαν από τους καταρράκτες, τους ολοκαυτωθέντες με παρόμοιο τρόπο στον Πύργο του Δημουλά, στη Μονή του Σέκου, στο Μεσολόγγι και σε άλλα μαρτυρικά σημεία της πατρίδας μας· γιατί το Αρκάδι δεν είναι το μόνο ελληνικό ολοκαύτωμα.

Το τρίτο στοιχείο ίσως ήταν εκείνο που συγκλόνισε περισσότερο: ότι αυτό το οχυρό της ελευθερίας, της αντίστασης και της αυτοθυσίας, δεν ήταν απλά ένα φρούριο, αλλά ένα μοναστήρι, δηλαδή τόπος, όπου διδασκόταν η αγάπη και η ειρήνη, τις οποίες ήρθε να φέρει στον κόσμο ο Χριστός, και όπου ετελείτο η αναίμακτη θυσία της θείας λειτουργίας, μέσα στην οποία λέγονται πολλές προσευχές για την αγάπη και την ειρήνη. Κι όμως οι ιερείς και οι μοναχοί αυτού του μοναστηριού, αλλά και οι υπόλοιποι υπερασπιστές του, όλοι χριστιανοί ορθόδοξοι, σήκωσαν τα όπλα ενάντια στους κατακτητές που καταπίεζαν φρικτά το λαό τους διακόσια χρόνια, και που είχαν διαδεχτεί άλλους κατακτητές, που είχαν καταπιέσει τον ίδιο λαό τετρακόσια πενήντα χρόνια – συνολικά η Κρήτη είχε να δει ελεύθερη μέρα περισσότερα από εξακόσια πενήντα χρόνια, όταν έγινε η επανάσταση του ’66 και το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου!

Αυτοί οι ιερείς και οι λαϊκοί δεν σκότωναν εχθρούς με τα λιανοτούφεκά τους επειδή ήταν φονιάδες ή αιμοβόροι, αλλά επειδή δεν άντεχαν άλλο τη βαρβαρότητα των κατακτητών. Και, το ξαναλέω, δεν πολεμούσαν για τον εαυτό τους (γιατί οι ίδιοι ήταν εκτεθειμένοι στα εχθρικά πυρά), αλλά για τους άλλους, που έμεναν πίσω. Αν οι ίδιοι ήθελαν τη ζωούλα τους θα είχαν καθίσει στ’ αβγά τους ή έστω θα είχαν παραδοθεί.

***

Ο μεγάλος μας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης γράφει: «Μνήμη του λαού μου, σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω». Με αυτές τις δύο οροσειρές συμβολίζονται οι αγώνες του λαού μας, στον πόλεμο για την ελευθερία (με την Πίνδο) και στον αγώνα για την τελειοποίηση (με τον Άθω, δηλαδή το Άγιο Όρος).

Έχουμε λοιπόν κι εμείς έναν παγκόσμιο πόλεμο να δώσουμε. Έναν πόλεμο, όχι με τουφέκια, αλλά με μνήμες και γνώσεις.

Έναν πόλεμο στην καρδιά και το νου μας, επειδή «όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά», όπως είχε γράψει ο Ρήγας Φεραίος, πριν τον προδώσουν και τον πνίξουν στο Δούναβη οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής του.

Τελικά, ποιοι είναι οι ήρωές μας;

Ο Κάπταιν Αμέρικα και ο Γούλβεριν; Ο Σούπερμαν και η Λεγεώνα των Υπερηρώων;
Οι τραγουδιστές και οι ηθοποιοί; Οι ποδοσφαιριστές και τα μοντέλα; Οι παίχτες του Survivor και του The Voice;

Ή μήπως οι πολεμιστές του ’21 και του Αρκαδίου, του 1940 και της Εθνικής Αντίστασης; Οι πολεμιστές της Πίνδου και οι πνευματικοί αγωνιστές του Άθωνα;

Και μαζί τους, οι αγωνιστές των απεργιών και των διαδηλώσεων του παλιού καιρού, που με θυσίες και αίμα διεκδίκησαν τη δημοκρατία και πέτυχαν τα δικαιώματα των εργαζομένων, τα δικαιώματα που σήμερα καταπατούνται;

Και μαζί τους, οι βιοπαλαιστές, που εργάζονται τίμια, χωρίς ποτέ να πλουτίσουν, μόνο για να θρέψουν την οικογένειά τους, ενάντια στο απάνθρωπο κατεστημένο, και κόντρα στο ρεύμα που διαλύει, όχι μόνο χώρες, αλλά και οικογένειες και πρόσωπα;

Ανάλογα με τους ήρωές μας, θα κάνουμε και την επανάστασή μας.

Και τα πρώτα βήματα είναι η μόρφωση και η ανακάλυψη του πολιτισμού και της ιστορίας μας. Εκεί θα βρούμε τα όπλα για ν’ αντισταθούμε σ’ εκείνους που κατευθύνουν τη ζωή μας και κυβερνούν τις συνειδήσεις μας.

Επειδή «όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά».