Η εντυπωσιακή οικονομική απόδοση του προγράμματος cash rebate για οπτικοακουστικές παραγωγές –σχεδόν 1 δισ. ευρώ ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας και χιλιάδες θέσεις εργασίας– δεν αποτελεί ένα «αυτόματο» ή τεχνοκρατικό θαύμα. Πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής επιλογής, που ελήφθη σε εξαιρετικά δυσμενή συγκυρία και υλοποιήθηκε από συγκεκριμένα πρόσωπα και κυβερνητικούς μηχανισμούς.
Ο σχεδιασμός του προγράμματος ξεκίνησε το 2017, εν μέσω μνημονιακής εποπτείας και αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Δεν επρόκειτο για μνημονιακή υποχρέωση ούτε για μεταφορά έτοιμου ευρωπαϊκού μοντέλου, αλλά για συνειδητή αναπτυξιακή παρέμβαση στον τομέα των δημιουργικών βιομηχανιών. Την πολιτική ευθύνη του σχεδιασμού είχε το τότε υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, με κεντρικό ρόλο του γενικού γραμματέα Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, Λευτέρη Κρέτσου, ο οποίος ανέλαβε να μεταφέρει στην ελληνική πραγματικότητα ένα διεθνώς δοκιμασμένο αλλά διοικητικά απαιτητικό εργαλείο.
Για την υλοποίηση του προγράμματος ιδρύθηκε το 2018 το Εθνικό Κέντρο Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (ΕΚΟΜΕ), ένας νέος δημόσιος φορέας που στήθηκε σχεδόν από το μηδέν, με περιορισμένη χρηματοδότηση και αρχικό ποσοστό επιστροφής 25%, καθώς και ανώτατο όριο επιδότησης τα 5 εκατ. ευρώ ανά έργο. Η εφαρμογή του προγράμματος βασίστηκε σε στελέχη της δημόσιας διοίκησης και τεχνοκράτες, σε μια περίοδο κατά την οποία η έννοια της «αναπτυξιακής κρατικής παρέμβασης» παρέμενε πολιτικά αμφισβητούμενη.
Η έρευνα της Olsberg SPI, με τη συνδρομή του ΙΟΒΕ, καταγράφει ότι από το 2018 έως το 2025 το ελληνικό Δημόσιο επένδυσε 205 εκατ. ευρώ στο πρόγραμμα, τα οποία απέφεραν 928,7 εκατ. ευρώ σε ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και περίπου 2.900 ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης. Η απόδοση αυτή –πολλαπλασιαστής 4,2– αποδίδεται άμεσα στη δομή και τη φιλοσοφία του αρχικού πολιτικού σχεδιασμού.
Καθοριστικής σημασίας υπήρξε, ωστόσο, και η στάση των κυβερνήσεων που ακολούθησαν. Μετά την αλλαγή εξουσίας το 2019, το πρόγραμμα δεν καταργήθηκε ούτε «ξηλώθηκε», όπως συχνά συμβαίνει με πολιτικές πρωτοβουλίες προηγούμενων κυβερνήσεων. Αντιθέτως, διατηρήθηκε ο φορέας, διασφαλίστηκε η θεσμική του συνέχεια και ενισχύθηκε πολιτικά και δημοσιονομικά: το ποσοστό του cash rebate αυξήθηκε σταδιακά στο 40% και το ανώτατο όριο επιδότησης στα 8 εκατ. ευρώ ανά έργο.
Η πολιτική ευθύνη, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στις επιτυχίες. Η εκρηκτική αύξηση των αιτήσεων, σε συνδυασμό με τις δομικές αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης, οδήγησε σε σοβαρές καθυστερήσεις πληρωμών και στη συσσώρευση οφειλών που έφτασαν τα 350 εκατ. ευρώ. Τον Μάιο του 2024, το ΕΚΟΜΕ ανέστειλε την υποδοχή νέων αιτήσεων, γεγονός που ανέδειξε τα όρια του υφιστάμενου σχήματος και οδήγησε στη συγχώνευση με το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και στη δημιουργία του ΕΚΚΟΜΕΔ.
Παρά τις δυσλειτουργίες, το πρόγραμμα επανεκκίνησε, επιβεβαιώνοντας ότι πλέον δεν αποτελεί απλώς μια κυβερνητική πρωτοβουλία, αλλά έναν σταθερό πυλώνα εθνικής πολιτικής για τον οπτικοακουστικό τομέα. Το cash rebate δεν έφερε μόνο διεθνείς παραγωγές υψηλού προφίλ στην Ελλάδα, αλλά αναβάθμισε συστηματικά την εγχώρια παραγωγική βάση και το ανθρώπινο δυναμικό.
Σε μια πολιτική κουλτούρα όπου οι μεταρρυθμίσεις σπάνια επιβιώνουν της εναλλαγής της εξουσίας, το πρόγραμμα cash rebate συνιστά μια εξαίρεση. Η πραγματική του σημασία δεν εξαντλείται στα οικονομικά μεγέθη, αλλά στο γεγονός ότι σχεδιάστηκε σε δύσκολες συνθήκες, υλοποιήθηκε από τον δημόσιο τομέα και διατηρήθηκε –με ευθύνες, λάθη και διορθώσεις– ως κοινό κεκτημένο της κρατικής πολιτικής.





