Πέντε γυναίκες πήγαν για δουλειά και δεν γύρισαν ποτέ. Και όσο περισσότερα στοιχεία έρχονται στο φως για τη φονική έκρηξη στη μπισκοτοβιομηχανία «Βιολάντα» στα Τρίκαλα, τόσο πιο ξεκάθαρο γίνεται ότι δεν πρόκειται για ένα «τραγικό δυστύχημα», αλλά για μια προαναγγελθείσα τραγωδία, χτισμένη πάνω σε παραλείψεις, θεσμική ανεπάρκεια και πολιτική υποκρισία.
Μια πολύμηνη και εκτεταμένη διαρροή προπανίου, σύμφωνα με την Πυροσβεστική. Ένα υπόγειο “ανενεργό και μη δηλωμένο”, χωρίς ανιχνευτές αερίου. Σωληνώσεις θαμμένες στο έδαφος, αντί για εμφανείς, όπως προβλέπεται. Δεξαμενές προπανίου σε λανθασμένη χωροθέτηση, χωρίς τις απαιτούμενες αποστάσεις ασφαλείας. Και, το πιο εξοργιστικό: καταγγελίες για έντονη οσμή υγραερίου, που αποδόθηκαν σε… υπόνομο.
Όλα αυτά δεν είναι απλώς τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι οι κρίκοι μιας αλυσίδας που οδήγησε στον θάνατο πέντε εργαζόμενες, οι οποίες βρίσκονταν ακριβώς πάνω από τον υπόγειο χώρο όπου συγκεντρώθηκε το εκρηκτικό μίγμα. Και όμως, παρά το βάρος των στοιχείων, ο ιδιοκτήτης και τα δύο στελέχη της επιχείρησης αφέθηκαν ελεύθεροι, καθώς –όπως ειπώθηκε– η έρευνα βρίσκεται ακόμα σε προκαταρκτικό στάδιο.
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι πιο βαθύ και πιο πολιτικό: πώς μια διαρροή που χαρακτηρίζεται “πολύμηνη” δεν εντοπίστηκε ποτέ εγκαίρως;
Η απάντηση έρχεται από τους ίδιους τους εργαζόμενους στην Επιθεώρηση Εργασίας. Σε Τρίκαλα και Καρδίτσα, πάνω από 12.000 επιχειρήσεις ελέγχονται από μόλις τέσσερις επιθεωρητές. Με περίπου 600 ελέγχους τον χρόνο, χρειάζονται δεκαετίες για να περάσει μία επιχείρηση έστω και μία φορά από έλεγχο. Όχι λόγω αδυναμίας των επιθεωρητών, αλλά λόγω συνειδητής πολιτικής επιλογής υποστελέχωσης και αποδυνάμωσης των ελεγκτικών μηχανισμών.
Και εδώ ξεκινά η πολιτική ευθύνη. Οι πρώην και νυν υπουργοί Εργασίας περιορίστηκαν σε συλλυπητήρια. Ουδείς μίλησε για ελέγχους. Ουδείς εξήγησε πώς η Επιθεώρηση Εργασίας μετατράπηκε σε Ανεξάρτητη Αρχή, λειτουργώντας τελικά ως άλλοθι αποποίησης ευθυνών. Η υπουργός διαβεβαιώνει ότι «όλοι οι μηχανισμοί κάνουν τη δουλειά τους», την ώρα που οι ίδιοι οι μηχανισμοί φωνάζουν ότι δεν μπορούν.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο υπουργός Υγείας παρεμβαίνει δημόσια, δηλώνοντας ότι «επί ημερών μου έγιναν όλοι οι έλεγχοι», προκαλώντας εύλογες καταγγελίες για θεσμική εκτροπή και πίεση προς τη Δικαιοσύνη. Όταν η έρευνα είναι σε εξέλιξη, τέτοιες δηλώσεις δεν είναι αθώες. Είναι επικίνδυνες.
Η υπόθεση της «Βιολάντα» δεν είναι εξαίρεση. Είναι ο καθρέφτης ενός μοντέλου όπου η ασφάλεια στην εργασία αντιμετωπίζεται ως κόστος, οι έλεγχοι ως πολυτέλεια και οι ζωές ως στατιστική. Όπου τα υπόγεια μένουν «αδήλωτα» και οι ευθύνες θάβονται πιο βαθιά κι από τις σωληνώσεις.
Πέντε γυναίκες δεν χάθηκαν από τη μοίρα. Χάθηκαν από ένα σύστημα που είδε, μύρισε, άκουσε και δεν έκανε τίποτα.
Και αυτό δεν είναι ατύχημα. Είναι έγκλημα με διαχρονικές υπογραφές.





