Η υπόθεση του Τζέφρι Έπστιν επανέρχεται στο προσκήνιο μετά τη μαζική δημοσιοποίηση του τελευταίου πακέτου εγγράφων από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, τα οποία αποκαλύπτουν το εύρος των διασυνδέσεών του με πολιτικούς, επιχειρηματικούς και βασιλικούς κύκλους.
Στα αρχεία περιλαμβάνονται εκτενείς αναφορές σε ισχυρά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο επιχειρηματίας Έλον Μασκ και ο συνιδρυτής της Microsoft, Μπιλ Γκέιτς.
Το υλικό που δόθηκε στη δημοσιότητα αριθμεί περισσότερες από τρία εκατομμύρια σελίδες, περίπου 2.000 βίντεο και 180.000 εικόνες, περιλαμβάνοντας μαρτυρίες για κακοποίηση ανηλίκων και εκτενή αλληλογραφία του Έπστιν. Ωστόσο, μεγάλο μέρος των εγγράφων παραμένει αποσπασματικό, καθώς έχουν γίνει εκτεταμένες περικοπές για λόγους προστασίας θυμάτων, προσωπικών δεδομένων και εν εξελίξει ερευνών.
Η δημοσιοποίηση έγινε έξι εβδομάδες μετά την προθεσμία που προέβλεπε νόμος, τον οποίο είχε υπογράψει ο ίδιος ο Τραμπ, με το υπουργείο Δικαιοσύνης να υποστηρίζει ότι ολοκληρώθηκε μια εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία ελέγχου. Ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης Τοντ Μπλανς δήλωσε ότι στόχος ήταν η διαφάνεια και η συμμόρφωση με τη νομοθεσία.
Στα έγγραφα περιλαμβάνονται στοιχεία για τον χρόνο κράτησης και τον θάνατο του Έπστιν στη φυλακή, καθώς και ανακριτικό υλικό για τη Γκισλέιν Μάξγουελ, η οποία έχει καταδικαστεί για διακίνηση ανήλικων κοριτσιών. Πολλά από τα emails χρονολογούνται πριν από περισσότερο από μία δεκαετία και αποτυπώνουν επαφές του Έπστιν ακόμη και μετά την καταδίκη του το 2008.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις αναφορές για τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος εμφανίζεται εκατοντάδες φορές στα αρχεία. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι είχε διακόψει εδώ και χρόνια κάθε σχέση με τον Έπστιν και αρνείται οποιαδήποτε γνώση ή εμπλοκή σε παράνομες πράξεις. Παράλληλα, emails που περιλαμβάνονται στα αρχεία αναφέρονται στον Έλον Μασκ, ο οποίος έχει δηλώσει ότι προσκλήθηκε στο νησί του Έπστιν αλλά δεν το επισκέφθηκε ποτέ, καθώς και στον Μπιλ Γκέιτς, με τον εκπρόσωπό του να χαρακτηρίζει τους σχετικούς ισχυρισμούς «απολύτως ψευδείς».
Το υπουργείο Δικαιοσύνης τονίζει ότι πολλές από τις καταγγελίες που περιλαμβάνονται στα έγγραφα βασίζονται σε μη επαληθευμένες πληροφορίες και δεν συνιστούν αποδείξεις εγκληματικής συμπεριφοράς. Την ίδια ώρα, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν έχουν δημοσιοποιηθεί όλα τα αρχεία, με Δημοκρατικούς να υποστηρίζουν ότι εκατομμύρια σελίδες παραμένουν αδημοσίευτες, τροφοδοτώντας εκ νέου τη δημόσια συζήτηση για πιθανή συγκάλυψη και την ανάγκη πλήρους διαφάνειας.





