ΑΠΟΨΕΙΣ

«Μύρια μύρα…»: Ένα ταξίμι για το Στέλιο το Φουσταλιέρη

του Αντώνη Γ. Γεβετζή

Το  ρολογάδικο του  Φουσταλιέρη  βρισκότανε στην  οδό  Αρκαδίου, εκεί όπου  βρίσκεται  σήμερα και το χρυσοχοείο του γιου του του Νίκου, Αρκαδίου και Βάρδα Καλλέργη γωνία, στη δεξιά μπάντα κατεβαίνοντας προς το λιμάνι, προς τη μεριά της προκυμαίας.

Πέντε  βήματα  πιο  κει, απ’ την  απέναντι  μεριά, ήτανε, μέχρι που μεταφέρθηκε πολύ πιο κάτω κοντά στη Λότζια, το μαγαζί του φίλου μου του Μανόλη του Μπιρλιράκη, που πουλούσε αρώματα και ΜΥΡΑ, καλλυντικά και πολλά άλλα και διάφορα «περί γυναικείας ομορφιάς» είδη…

Εκεί, λοιπόν, στου Μανόλη το μαγαζί, ξαναγνώρισα το Φουσταλιέρη. Ψηλός, ευθυτενής, στητός και αγέρωχος σαν αρχαίος κούρος. Η μορφή του βαθυστόχαστη λες κι είχε βγει από κάποιο έργο του Κόντογλου. Καλοσυνάτος και ευπροσήγορος, κέρδιζε με το πρώτο τη συμπάθεια (απ’ ό,τι διαπίστωσα σύντομα, αυτό συνέβαινε μόνο μ’ αυτούς που συμπαθούσε  με την πρώτη).

Γεια σου Αντωνάκη, μου είπε, μετά τις απαραίτητες συστάσεις που έκανε ο Μανόλης, και  με χτύπησε στον ώμο. Άρχισε  να με ρωτά για τον πατέρα μου, την οικογένειά μου, ενώ το χέρι του έσφιγγε τον ώμο μου, γεγονός που έδειχνε ότι με συμπάθησε από την πρώτη στιγμή…

– Ξέρεις  τι γλέντια έχομε κάνει με τον πατέρα σου; Πόσες φορές έχω έρθει παλιά στο σπίτι σας; Εσύ ήσουνα παιδάκι ακόμα… Έλα, κάτσε, κάτσε…

Κι άρχισε  να μου διηγείται… (του άρεσε να μιλάει για τα παλιά, όχι όμως σε όλους).

Μία μία ανασύρονταν οι εικόνες από τη μνήμη μου και περνούσαν μπροστά στα μάτια μου σαν σε κινηματογραφική ταινία… Ήτανε η δεκαετία του ’50, η δύσκολη μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο που ακολούθησε δεκαετία. Φτώχεια, μεγάλη φτώχεια. Ιδρώτας και αίμα για να εξασφαλιστεί το μεροφάι, που πολλές φορές δεν εξασφαλιζόταν… Όμως ο κόσμος δεν έχανε το κουράγιο του, τό ’ριχνε έξω σε πείσμα της ανέχειας και της στέρησης.

Κινηματογραφικές ταινίες της εποχής, όπως «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», «Η φτώχεια θέλει καλοπέραση», «Έξω φτώχεια και καλή καρδιά» κ.ά. αποτυπώνουν την πραγματικότητα της εποχής. Έτσι λοιπόν κι οι δικοί μας. Δεν τό ’βαζαν κάτω. Πάντα έβρισκαν ευκαιρία και διασκέδαζαν τον πόνο τους, την πίκρα τους, τη φτώχεια τους, την κούρασή τους, και κατάφερναν να σταθούν στα πόδια τους.

Τη μια ο Γιώργος είχε λίγο ψάρι παραπάνω, αυτό που περίσσευε αφού πρώτα χόρταινε η οικογένεια, την άλλη ο Σάββας καμιά δυο φτερούγες από κοτόπουλο, την άλλη ο Θεμιστοκλής λίγο ξυγκάκι, την άλλη άλλος, την παράλλη άλλος, όλο και κάποιοι κρασομεζέδες βρίσκονταν που αποτελούσαν την αφορμή για συνάξεις πέντε έξι φίλων, μια στο σπίτι του ενός, μια στου άλλου.

Σε τέτοιες συνάξεις, κρασοκατανύξεις κατά μία ορολογία, μυσταγωγίες όπως τις ονόμασα μεγάλος πια, είχα την τύχη να είμαι αυτόπτης και προπαντός αυτήκοος μάρτυς.

Βέβαια η μάνα μου φώναζε στον πατέρα μου: «Άσε το παιδί να πάει να κοιμηθεί!».

Τότε κοιμόμασταν με τις κότες, ηλεκτρικό δεν είχαμε, φέγγαμε με τις λάμπες  πετρελαίου.

– Δε θα πάει πουθενά, αντέτεινε ο πατέρας μου, ο μπάρμπα Γιώργος, και μ’ έπαιρνε στα πόδια του. Άλλο που δεν ήθελα και ’γώ, παρόλο που ήμουν 5-6 χρονώ, και τις άλλες μέρες κοιμόμουνα από τις εφτά η ώρα. Τη μέρα που ερχότανε παρέα στο σπίτι δε νύσταζα μέχρι το πρωί.

Ερχότανε, λοιπόν, στο σπίτι, όχι πολύ αργά, έπιναν το κρασάκι τους, τσιμπούσαν τους λιγοστούς μεζέδες, έλεγαν τα βάσανά τους, τους καημούς τους, τα προβλήματά τους, και κει ανάμεσα άρχιζαν το τραγούδι με τη συνοδεία των οργάνων. Τη μια ο Φουσταλιέρης με το μπουλγαρί, την άλλη ο Καρεκλάς με τη λύρα του και το δοξάρι με τα γερακοκούδουνα και ο Δασκάλιος ο Λευτέρης με το μαντολίνο, την άλλη δυο δυο ή όλοι μαζί ανέβαζαν το κέφι στα ουράνια.

Εμένα απ’ όλα αυτά τα όργανα μου άρεσε ο ταμπουράς, το μπουλγαρί δηλαδή, του Φουσταλιέρη. Δε θυμάμαι αν μπορούσα τότε να ξεχωρίσω το λόγο. Αν δηλαδή αυτό οφειλόταν στον γλυκό ήχο του οργάνου ή στο παίξιμο του Φουσταλιέρη. Μάλλον και στα δυο. Γιατί, έκτοτε, μπουλγαρί και Φουσταλιέρης, Φουσταλιέρης και μπουλγαρί ήτανε για μένα ταυτόσημα.

Έπαιζαν, λοιπόν, και τραγουδούσαν τραγούδια κρητικά, τραγούδια μικρασιάτικα, άλλα τραγούδια που είχαν στοιχεία και από Κρήτη και από Μικρασία, που αργότερα έμαθα ότι τα λέγανε ταμπαχανιώτικα.

Αργότερα, σα μεγάλωσα λίγο και διάβασα κάποια πράγματα για τα τραγούδια αυτά, κατάλαβα πως έγινε το σμίξιμο της κρητικής μουσικής με τη μουσική των αλησμόνητων πατρίδων, από τα  πρώτα κιόλας χρόνια που ήρθαν οι πρόσφυγες στην Κρήτη.

Όσο η ώρα περνούσε τόσο το κέφι άναβε… Συχνά μέσα από τα τραγούδια ξεπηδούσε κάποιο τραγούδι ή κάποιος σκοπός καινούριος, που μιλούσε για κάτι που συνέβη ή κάτι που ένοιωσαν στην καθημερινότητά τους. Θυμάμαι, ας πούμε, όταν κάποιος φίλος τους είχε αναχωρήσει από τη ζωή, τραγουδούσαν ένα τραγούδι που τους άρεσε, το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», και του προσάρμοσαν στη μουσική του τους στίχους εκείνης της στιγμής…

Ψεύτικος είναι ο κόσμος, ψεύτης, να το ξέρετε,
σα λουλούδι που ανθίζει κι ύστερα μαραίνεται…

Μια άλλη φορά, πάλι, που είχαν τελειώσει οι μεζέδες, και τραγουδούσαν την ώρα εκείνη το τραγούδι του Φουσταλιέρη «Τα βάσανά μου χαίρουμαι», λέει ο νοικοκύρης στη νοικοκυρά να ψήσει  κάνα δυο αυγά. Εκείνη, βέβαια, λόγω και του προχωρημένου της ώρας, κάπως γκρίνιαξε. Αμέσως, ήρθε η ατάκα στο ρεφραίν του σκοπού που τραγουδούσαν:

Μα  ’γώ  σου λέω ψήσ’ αυγά [τρεις φορές]
και συ μου στένεις  τον καυγά!

Και η απάντηση, τραγουδιστά παρακαλώ:

Γιαλένιος είσαι μαστραπάς
μα αυγουλάκια δε θα φας!

Έτσι, με λίγο φαγητό, με πολύ κρασί, με λίγα αθώα πειράγματα και περισσότερο κέφι μας έβρισκαν  οι μικρές  οι  ώρες. Και  έφτανε  η μεγάλη στιγμή:

– Στελλάκι, γλύκανέ το, γλύκανέ το!

Ο Φουσταλιέρης ανάπιανε το μπουλγαρί, έκανε αυτή τη μοναδική κίνηση με τον ώμο του, κίνηση που παράσερνε ολόκληρο το δεξί του χέρι λίγο προς τα πάνω, ενώ η παλάμη του χτυπούσε ελαφρά κι αγαπησιάρικα το όργανο πάνω στις χορδές, έκλεινε τα μάτια και άρχιζε το ταξίμι. Αυτό που ακούγαμε δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί. Μεταφερόμαστε  σε άλλους κόσμους. Νομίζαμε  πως δεν πατούσαμε στη γη . Η ψυχή του Φουσταλιέρη μεταφερόταν στα δάκτυλά του και με αυτά στις χορδές του ταμπουρά, που με τη σειρά του μετέδιδε στις χορδές της δικής μας ψυχής τους ήχους που μας μάγευαν. Αισθανόμουνα αυτό που άκουγα, δεν το καταλάβαινα όμως. Ένοιωθα αυτό που γινότανε, αλλά δε μπορούσα να το εξηγήσω και να το περιγράψω.

Κάθε φορά που ο Φουσταλιέρης έπαιζε ταξίμι ερχόταν μπροστά στα μάτια μου η εικόνα μιας όμορφης πεταλούδας με πολύχρωμα φτερά. Και κάθε φορά η ίδια πεταλούδα, αλλά με διαφορετικούς συνδυασμούς χρωμάτων στα φτερά της, πετούσε μπροστά μου.

Φωτογραφία από το εσωτερικό του καφενείου του Μανώλη Λιουδάκη, με τον ίδιο στα δεξιά, στη μέση ο Στέλιος Φουσταλιέρης και αριστερά ο λεμβούχος Ανδρέας Καρνιωτάκης

Λίγο αργότερα, μαθαίναμε στο μάθημα της Φυσικής Ιστορίας στο Δημοτικό ότι το φτερό της πεταλούδας δεν είναι ενιαίο όπως δείχνει, αλλά αποτελείται από ΜΥΡΙΑΔΕΣ μικρά μικρά, μικροσκοπικά, χρωματιστά λέπια που, τοποθετημένα με τρόπο αριστοτεχνικό το ένα πλάι στο άλλο, το ένα πάνω στο άλλο, συνθέτουν κάθε φορά ένα αξιοθαύμαστο και ανεπανάληπτο συνδυασμό που μας αφήνει άφωνους… Αυτό μόνο ο Δημιουργός το καταφέρνει.

Έτσι, λοιπόν, ακούγονταν στ’ αυτιά μου τα ταξίμια του Φουσταλιέρη στο μπουλγαρί, έτσι τα ένοιωθε τότε η ψυχή μου, σαν τη βελούδινη αίσθηση που αφήνει στα δάκτυλά μας το άγγιγμα της  πεταλούδας.

Κάθε πρωί ο Φουσταλιέρης κατέβαινε στο μαγαζί με τα πόδια. Προχωρούσε στον τσιμεντένιο δρόμο που είχε  σκεπάσει το ρέμα, μπροστά από τα σημερινά γραφεία του ΟΑΕΔ, περνούσε στην πλατεία Δημοκρατίας μπροστά από το άγαλμα του Βενιτζέλου. Περπατούσε  λεβέντικα ο μπάρμπα Στέλιος, παρόλο το ελαφρό κούτσεμα στο αριστερό πόδι που οφειλόταν σε αγκύλωση που είχε πάθει μετά από τροχαίο ατύχημα πηγαίνοντας παλαιότερα  στο Σπήλι για γλέντι. Κρατούσε και μπαστούνι. Δεν το χρησιμοποιούσε όμως. Το είχε πάντα κρεμασμένο στο δεξί του μπράτσο, να συμπληρώνει την αριστοκρατική του εμφάνιση. Ήτανε ένας αρχοντάνθρωπος ο κυρ Στέλιος. Και στο παράστημα και στην ψυχή.

Κατηφόριζε τη Βάρδα Καλλέργη και έφτανε στο μαγαζί. Ξεκλείδωνε και ανέβαζε τα ρολά, άνοιγε την πόρτα, έκανε το σταυρό του και έμπαινε με το δεξί στο μαγαζί. Ξεκινούσε αμέσως τη δουλειά. Έβαζε το φακό και αφοσιωνόταν με ιερή προσήλωση στην επισκευή κάποιου ρολογιού. Καταλάβαινες ότι του άρεσε αυτό που έκανε, ότι το λάτρευε.

– Είναι  πολύ λεπτή δουλειά, μας έλεγε, ψιλή, γι’ αυτό  μ’ αρέσει… Αν δεν ήταν λεπτή δε θα μ’ άρεσε. Μπήκα πολύ μικρός στην τέχνη. Στο σχολείο πήγα μέχρι και τη Δευτέρα Δημοτικού. Μετά σταμάτησα και στα έντεκά μου πήγα στο μάστορα… Στα δεκατρία μου πήρα το πρώτο βδομαδιάτικο. Ένα κατοστάρικο. Έτρεξα αμέσως και πήρα το πρώτο μπουλγαρί. Έδωσα  εβδομήντα πέντε δραχμές και πήρα ένα παλιό μπουλγαρί που κρεμότανε στον τοίχο ενός καφενείου. Δεν ήξερα να παίζω. Πήγαινα όμως έξω από τα μαγαζιά που παίζανε μουσική, άκουγα και έκλαιγα. Η ψυχή μου τό ’χε αγαπήσει. Με διώχνανε, γιατί ήμουνα μικρός. Εγώ σε λίγο ξαναγύριζα, άκουγα και πάλι έκλαιγα. Όταν γύριζα στο σπίτι, δεν κοιμόμουνα τα βράδια. Έπαιρνα το μπουλγαρί, που το κρεμούσα σ’ ένα καρφί πάνω απ’ το κρεβάτι μου, και προσπαθούσα να παίξω αυτά που είχα ακούσει. Είμαι αυτοδίδακτος. Αργότερα πήγα με το θείο μου τον Καρεκλά και κει γέμισαν τ’ αυτιά μου και η ψυχή μου με τόσα ακούσματα και μπόρεσα και  ’γώ  κι έκανα το δικό μου ξεκίνημα.

Το Μανόλη, το φίλο μου, τον αγαπούσε πολύ ο Φουσταλιέρης. Τόσο που είχε αρχίσει να του μαθαίνει ταμπουρά. Μάλιστα ο Μανόλης έπαιζε λίγο λίγο το μερακλίδικο πουλί. Κατέβαινα και ’γώ πότε πότε, τις ελεύθερές μου ώρες, βραδάκι συνήθως, στου Μανόλη το μαγαζί και κάναμε παρέα. Εκεί ξαναγνώρισα, όπως είπα, το Φουσταλιέρη, στο «ομορφοπουλειό», όπως έλεγε. Όταν δεν είχε δουλειά ή όταν ήθελε να ξεκουραστεί, ερχόταν, στεκότανε στον παραστάτη της πόρτας, πρόβαλλε διακριτικά το μισό της κεφαλής με τα μάτια στραμμένα στο εσωτερικό του μαγαζιού.

Ο Μανόλης τον αντιλαμβανόταν αμέσως και του φώναζε: «Στέλιο, έλα, έλα μέσα». Άνοιγε την πόρτα και ερχότανε  στο βάθος του μαγαζιού. «Α!, εδώ είστε, μικροί μου φίλοι»…

   To «μικροί μου» δεν αναφερόταν, βέβαια, στη δύναμη των αισθημάτων, αλλά στο πλήθος των χρόνων. Εκείνος εβδομηντάρης τότε, εμείς γύρω στα τριάντα.

– Έλα κάτσε ,κάτσε  να τα πούμε!

Φαινότανε  πως του άρεσε η παρέα μας. Και μεις επιδιώκαμε τη δική του.

Προσπαθούσαμε κάθε φορά να φέρουμε τη συζήτηση με τέτοιο τρόπο, ώστε ν’ αρχίσει εκείνος να μας μιλάει για τα δικά του. Δε χρειαζόταν να προσπαθήσουμε πολύ, γιατί και κείνου του άρεσε να θυμάται και να μιλάει για τα παλιά…

Μας έλεγε για τον Καρεκλά, το Ροδινό, το Μπαξεβάνη, το Γιουλούντα, τον Καρύπη, το Χρυσίνη, το Θεοχάρη, που πήγαιναν στα γλέντια, κυρίως στα χωριά, σε γάμους, σε βαφτίσια, κ.λ.π.

Γλέντια που κρατούσαν μέρες. Θυμάται στα Σφακιά σ’ ένα γάμο και έκατσαν δεκαπέντε μέρες. Μας  μίλαγε και νόμιζες ότι  ξαναζούσε αυτά που έλεγε.

– Πήγα στον Πειραιά και κει συνάντησα και έπαιξα μαζί τους, στην πλατεία Καραϊσκάκη, το Μπάτη, το Βαμβακάρη, το Μπαγιαντέρα, τον Παπαϊωάννου, το Ντάβο, τον Περπινιάδη. Καμιά φορά κατέβαινε κι ο Βασίλης ο Τσιτσάνης… Με φωνάζανε «το Στελάκι απ’ την Κρήτη». Στη Ριζούπολη ανεβαίναμε και γράφαμε τους δίσκους.

Του είχε κάνει εντύπωση ο τρόπος εγγραφής πάνω σε ισπανικό κερί, αλλά και η όλη διαδικασία με τα μικρόφωνα, τη συγκεκριμένη και σταθερή θέση και στάση που έπρεπε να έχεις, τα κόκκινα φωτάκια που άναβαν αυτόματα, όταν παρέβαινες κάποιον από τους κανόνες εγγραφής. Έτσι πέρναγε η ώρα.

Κι επειδή, επειδή λέω, το κάτσε να τα πούμε δεν απέχει και πολύ από το κάτσε να τα πιούμε (ένα γιώτα  μόνο!), συχνά την κουβέντα μας και τη διήγηση συνόδευαν το κρασάκι με μεζέ κανένα σουβλάκι, πότε από του Φρίξου και πότε από του Μπάμπη που είχαν σουβλατζίδικα εκατέρωθεν του «ομορφοπουλείου». Όσο κατέβαινε η στάθμη του κρασιού στο μπουκάλι, τόσο ανέβαινε και δυνάμωνε κι η διάθεση για κάτι άλλο.

Ο Φουσταλιέρης το καταλάβαινε, ποτέ δεν τον παρακινήσαμε εμείς. Σηκωνότανε, πήγαινε απέναντι στο ρολογάδικο κι έφερνε το μπουλγαρί. Καθότανε λίγο πιο πίσω από το τραπέζι, τέντωνε το πονεμένο πόδι του, έβαζε το μπουλγαρί πάνω του και το χόρδιζε στη στιγμή. Μετά έφερνε το μπουλγαρί μπροστά στο στήθος του, στο ύψος της καρδιάς περίπου, έκανε τη χαρακτηριστική ελαφριά κίνηση του ώμου του που παρέσερνε και το υπόλοιπο χέρι προς τα πάνω, ενώ η παλάμη κινιόταν προς την αντίθετη κατεύθυνση και έπεφτε χαδιάρικα πάνω στις χορδές του ταμπουρά.

Στο μικρό αυτό διάστημα είχε αποφασίσει  και το τι θα παίξει. Δεν ήθελε υποδείξεις. Δε δεχότανε ποτέ παραγγελιές. Αλίμονο στον καλλιτέχνη, μας έλεγε, που δεν ξέρει τι να παίξει και πότε να το παίξει.

Άρχιζε με κομμάτια μαλακά και απαλά και όσο το κέφι ανέβαινε τόσο και τα κομμάτια γίνονταν πιο ζωηρά, πιο ζωντανά. Δεν μπορούσες να καταλάβεις, αν το κέφι προκαλούσε τη μουσική ή η μουσική φούντωνε το κέφι.

Αυτό που νιώθαμε ήτανε απερίγραφτο. Θαρρούσες πως ο Φουσταλιέρης είχε ξεμπουμπουκιάσει όλα τα άνθη του αγρού και τα είχε μαδήσει μέσα στο σκάφος του ταμπουρά  και τώρα με τρόπο μαγικό έβγαιναν μέσα από το ηχείο ΜΥΡΙΑΔΕΣ ΜΥΡΑ και πλημμύριζαν την ατμόσφαιρα του μαγαζιού. Σε λίγο τα μύρα ξεχύνονταν έξω στην Αρκαδίου. Ο Στεφανής, ο υφασματέμπορας, δεν άντεχε, παρατούσε το μαγαζί και νά τονε μαζί μας να πετάει σ’ άλλους κόσμους, το ίδιο κι ο αδελφός του ο Μαρίνος από παραδίπλα. Συχνά δεν άντεχε και ο κύριος Γιώργος που διατηρούσε κατάστημα ηλεκτρικών ειδών, δίπλα στο ρολογάδικο του Φουσταλιέρη. Έμπαινε στην αποθήκη του, άνοιγε τη μαγκωμένη τον υπόλοιπο χρόνο κάνουλα του παλιού του βαρελιού και γέμιζε μια κανάτα γυάλινη, ολόγλυφη με περίτεχνες  παραστάσεις, φερμένη από τις αλησμόνητες πατρίδες. Το κρασί του ήταν σαν το νέκταρ των θεών. Το κέρασμα αυτό του κυρίου Γιώργου ήταν και σημάδι ότι όσα ακούγονταν μέσα στο ομορφοπουλείο ήταν εξαιρετικά σαν το κρασί του. Μια παραμονή  πρωτοχρονιάς, θυμάται ο Μανόλης, είχαμε αρχίσει από νωρίς το γλέντι, παρόλο που η αγορά είχε κίνηση. Την ώρα που πέρναγε ο Άη Βασίλης της Περιηγητικής Λέσχης με τη Φιλαρμονική του Δήμου να παιανίζει το «πάει ο παλιός ο χρόνος», το γλέντι έφτανε στην κορύφωσή του.

Ο Φουσταλιέρης έπαιζε κάτι παλιά σερτά και μεις χορεύαμε γύρω από τους πάγκους. Ένας από μας έστεκε στην πόρτα και επέτρεπε την είσοδο μόνο αφού τέλειωνε το κομμάτι. Οι περαστικοί παραστεκούλιζαν έξω από το μαγαζί και ενθουσιασμένοι ψιλοτραγουδούσαν, κάποιοι  μάλιστα λικνίζονταν στο ρυθμό της μουσικής του Φουσταλιέρη. Είχαμε κλέψει την παράσταση από τον Άη Βασίλη.

Ο Φουσταλιέρης ήταν αυστηρός, πειθαρχημένος και απαιτητικός πρώτα από τον εαυτό του, από το παίξιμό του, αλλά και από τους άλλους που τον άκουγαν. Απαιτούσε θρησκευτική ευλάβεια. Ο Μανόλης μου έλεγε ότι μια φορά είχαν πάει στην Κυριάννα, στου πατέρα του, του μπάρμπα Χαρίτου. Εκεί, λοιπόν, στο ταρατσάκι πάνω από το καταπράσινο ρέμα, είχε στηθεί ένα γλέντι τρικούβερτο με το μπουλγαρί του Φουσταλιέρη και το μαντολινάκι του Χαρίτου. Κάποια στιγμή ένας από τους συνδαιτυμόνες έφερε ένα τσιφτέ και άρχισε να ρίχνει στον αέρα. Ο Φουσταλιέρης σταμάτησε αμέσως, φύλαξε τον ταμπουρά, καληνύχτισε και έφυγε! Κανείς δεν του είπε τίποτα, κανείς δεν προσπάθησε να τον κρατήσει. Όλοι ήξεραν ότι θα ήταν μάταιος ο κόπος. 

Την προσήλωσή του, το σεβασμό του σ’ αυτό που έπαιζε και σ’ αυτά που γίνονταν την ώρα που έπαιζε τον γνωρίζαμε όλοι, γι’ αυτό και δεν τον κόβαμε ποτέ και για κανένα λόγο, παρά μόνο όταν τέλειωνε το κομμάτι κι έπαιρνε το ποτήρι να δροσίσει το λαρύγγι του. Να καθαρίσει το λούκι, μας έλεγε… Μεζέ σπάνια έπαιρνε. Αντί για μεζέ έφερνε την παλάμη του στο στόμα και με τον αντίχειρα σκούπιζε τα χείλια του. Έτσι έκαναν όσοι ήθελαν να μείνουν με τη γεύση και το άρωμα του κρασιού στο στόμα.

Ένα βραδάκι, θα ήταν η δεύτερη ή η τρίτη φορά που συναντιόμασταν, την ώρα που έπαιζε και το κέφι ήταν πολύ ψηλά, μου ήρθε αυθόρμητα στο στόμα το κέλευσμα:

– Γλύκανέ το, γλύκανέ το. 

Αμέσως δαγκώθηκα… Θυμήθηκα ότι δε σήκωνε διακοπές. Ο Φουσταλιέρης σταμάτησε, άπλωσε τ’ αριστερό του χέρι και με τη χούφτα του άρπαξε το κεφάλι μου, κάπως βίαια μου φάνηκε. Φοβήθηκα. Εκείνος τράβηξε το κεφάλι μου προς το μέρος του και με φίλησε στα μαλλιά… Τον κοίταξα στα μάτια, κάτι ρουμπινάκια γυάλιζαν στην άκρη τους και έτρεξαν στο μάγουλό του. Κούνησε λίγο το κεφάλι του, έκλεισε τα μάτια και άρχισε να παίζει. Τα λεπτά, μακριά δάκτυλά του, άλλοτε σάλευαν πάνω στις χορδές, άλλοτε  γλυστρούσαν, άλλοτε σκαρφάλωναν. Τη μια έτρεχαν με ρυθμό που δεν μπορούσε το μάτι να συλλάβει, και την άλλη κινούνταν αργά και μεγαλόπρεπα.

     Μου φαινότανε τη μια σα να έβλεπα τις Κρητικές Κυράδες καθισμένες στ’ αργαλειό να περνούν με δύναμη και ζωντάνια τη σαΐτα μέσα από τις κλωστές που ήταν διασμένες στο χτένι και να υφαίνουν το περίτεχνο φάδι. Την άλλη πάλι, σα να έβλεπα μπροστά μου τις Μικρασιάτισσες Γυναίκες με υπομονή να κεντούν με το βελόνι και να φτιάχνουν αριστουργήματα  κοφτά ή τζεβρέδες ανατολίτικους με βελονιές βυζαντινές…

 Άραγε πώς άντεχαν τα αυτιά μας τόση ομορφιά;… Ήταν τόσο όμορφα που μας έβγαζε στο κλάμα. Τα μαγικά δάκτυλα του Φουσταλιέρη οδηγούσαν τις χορδές στους δρόμους τους Κρητικούς και τα  μακάμια της  ανατολής, στους ήχους τους βυζαντινούς και στους αρχαίους  μουσικούς τρόπους.

Κάθε φορά που άλλαζε δρόμο ψιθύριζε χιτζάζ, και ο ταμπουράς έπαιρνε ύφος γλυκό και λυπησάρικο, ή κιουρντί, και το ύφος άλλαζε και γινότανε ζωηρό και χαρούμενο. Όμοια και όταν περνούσε από τον μπουσελίκ στον αράκ και από τον νεβά στον ραστ. Όσο συνεχιζόταν το ταξίμι νοιώθαμε σαν κάτι να σκάβει βαθιά μέσα στην ψυχή μας  για  να ανακαλύψει και να φέρει στην επιφάνεια τις πιο λεπτές χορδές τα πιο λεπτά συναισθήματα, σα να γινότανε, δηλαδή, κάτι σαν εγχείρηση μικροχειρουργικής και να προσπαθεί το νυστέρι να ανασύρει και τα πιο μικρά, τα μικροσκοπικά τριχοειδή αγγεία.

Όταν άλλη φορά του ζητούσαμε να παίξει το ίδιο ταξίμι με το προηγούμενο, μας έλεγε:

– Ένα ταξίμι δε μπορεί να παιχτεί δεύτερη φορά το ίδιο. Δε θα είναι το ίδιο! Θυμόμουνα, τότε, τα λόγια του δασκάλου στο δημοτικό για την πεταλούδα.

– Για να παίξεις μουσική, συνέχιζε ο Φουσταλιέρης, για να γράψεις μουσική πρέπει νά ’χεις ένα μαράζι στην ψυχή σου, νά ’χεις έναν έρωτα για οποιοδήποτε πράμα να σε βασανίζει… Αν δεν έχεις τον έρωτα αυτό, δε γράφεις μουσική…

Τα λόγια αυτά μου θύμιζαν κάποιους στίχους του αρχιεπισκόπου Αυστραλίας, του κ.κ. Στυλιανού Χαρκιανάκη, του συντοπίτη μας από το Άδελε:

Η μουσική δεν είναι το τραγούδι, είναι (η ψυχή)
από τους άπειρους συνδυασμούς των (ήχων)

Θά ’ταν αδύνατο να δέσεις αρμονία αν (η  ψυχή)
δεν οδηγούσε τις χορδές να συνηχήσουν στη ρίζα των πραγμάτων

Σίγουρα ο Φουσταλιέρης οδηγούσε τις χορδές στη ρίζα των πραγμάτων, γιατί δεν ήταν μόνο ένας σπουδαίος καλλιτέχνης και ένας καλός ρολογάς, αλλά ήταν ένας άνθρωπος βαθιά βουτηγμένος στη θάλασσα της ζωής, δαρμένος από τα άγρια τα κύματά της και ψημένος με την αλμύρα της.

Γι’ αυτό κι αφουγκραζόταν τους σφυγμούς της κοινωνίας και έπαιρνε υπεύθυνη στάση απέναντι στα προβλήματά της, όχι με λόγια, όχι μόνο με τη μουσική του, αλλά και με την  παρουσία του και τον αγώνα του όπου χρειαζόταν…

Θυμάμαι στη μεγάλη απεργία των καθηγητών το 1988, απεργία 45 ημερών, ανταποκρίθηκε με μεγάλη ευχαρίστηση στο κάλεσμά μας να παίξει στο Δημοτικό Κήπο για να ενισχύσει το απεργιακό μας ταμείο. Ήρθε δυο φορές!

– Οι δάσκαλοι έχουν πάντα δίκιο, έλεγε. Όλη η κοινωνία πρέπει να τους στηρίζει …

Τι άλλο παρά κοινωνική ευαισθησία δείχνουν όλα αυτά; Ήταν και πολύ καλός οικογενειάρχης… Έχασε, βέβαια, νωρίς τη σύζυγό του, την κυρία Σόνια, βρήκε, όμως, αγάπη, θαλπωρή και φροντίδα  μέσα στην οικογένεια του γιου του του Νίκου, της νύφης του της Γωγώς και των εγγονιών του Στέλιου και Σόνιας.

Η ικανοποίηση και η ευτυχία που ήταν ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του, τα λόγια του, η μουσική του, η προσεγμένη εμφάνισή του αντανακλούσαν την αγάπη αυτή των παιδόγγοννών του.

Αυτός είναι ο Φουσταλιέρης, αυτό και το ταξίμι που του έπλεξα σήμερα. Μέσα από τη μορφή του περνάει η ελληνική μουσική από τον Ορφέα μέχρι τις ημέρες μας. Το αρχαίο τρίχορδο ή πανδούρα, γίνεται θαμπούρα ή τάμπουρον στο Βυζάντιο όπου συνοδεύει τους ακρίτες στα σύνορα της αυτοκρατορίας, γίνεται ταμπουράς στα χέρια των αγωνιστών του ’21 και παίρνει κι άλλες ονομασίες, μπουλγαρί, σάζι κ.ά., στα χέρια των προσφύγων.

Στα χέρια του Φουσταλιέρη το μπουλγαρί θα γίνει ένα όργανο θεσπέσιο. ΜΥΡΙΑ ΜΥΡΑ  ραίνουν το Στέλιο το Φουσταλιέρη εκεί όπου βρίσκεται, όπως με ΜΥΡΙΑΔΕΣ ΜΥΡΑ ευωδιάζουν και μας τα τραγούδια του και η μουσική του.

[Το κείμενο του Αντώνη Γεβετζή περιλαμβάνεται στην
κασετίνα που περιλαμβάνει 2 cd, dvd και ένθετο βιβλίο «Το Στελάκι από την Κρήτη»]