Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες καταδικάστηκε Ρεθυμνιώτης δικηγόρος για υποθέσεις πλαστογραφίας, με το δικαστήριο να του επιβάλλει ποινή φυλάκισης 3 ετών και 6 μηνών με αναστολή για σειρά πράξεων που τελέστηκαν την περίοδο 2012–2019.
Η υπόθεση αφορά πλαστογραφημένες διαταγές πληρωμής, υπογραφές δικαστών, δικαστικών υπαλλήλων και εφοριακού, σε βάρος τραπεζικού ιδρύματος. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος ομολόγησε τις πράξεις του, αποδεχόμενος πλήρως το κατηγορητήριο, κάνοντας λόγο για «οικονομικά αδιέξοδα» που – όπως υποστήριξε – τον οδήγησαν στις παράνομες ενέργειες.
Στην απολογία του ανέφερε ότι το 2023 επέστρεψε στην τράπεζα 100.000 ευρώ, ενώ έχει εγγράψει υποθήκη σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του στο Ρέθυμνο, αξίας άνω των 350.000 ευρώ, προκειμένου να καλύψει τους τόκους. Το δικαστήριο του αναγνώρισε τα ελαφρυντικά της μεταμέλειας και της καλής διαγωγής μετά την πράξη.
Ωστόσο, η νέα καταδίκη έρχεται να προστεθεί σε προηγούμενη, καθώς τον Σεπτέμβριο του 2024 είχε καταδικαστεί από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Χανίων σε ποινή φυλάκισης 5 ετών και 10 μηνών με αναστολή για «πλαστογραφία κατ’ εξακολούθηση με σκοπό πρόκλησης περιουσιακής βλάβης άνω των 120.000 ευρώ» και «απιστία δικηγόρου δια παραλείψεως».
Παρά τις δύο καταδικαστικές αποφάσεις, ο δικηγόρος έχει επανέλθει από το περασμένο φθινόπωρο στην άσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων, καθώς η πρωτόδικη ποινή είχε ως συνέπεια να μείνει εκτός δικαστηρίων για τρία χρόνια.
Η υπόθεση προκαλεί έντονο προβληματισμό στην τοπική κοινωνία, καθώς πρόκειται για δεύτερη καταδίκη για σοβαρά αδικήματα που σχετίζονται άμεσα με την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη.





