ΑΠΟΨΕΙΣ

Η προπαγάνδα νίκησε και η πραγματικότητα πληρώνεται ακριβά!

Πολιτική μνήμη, κρίσεις και ευθύνη: μια αποτίμηση της τελευταίας δεκαετίας

Ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος στην Ελλάδα φαίνεται να διαμορφώθηκε καθοριστικά κατά την περίοδο 2015–2019. Δεν επρόκειτο απλώς για μια εκλογική μετατόπιση, αλλά για μια βαθύτερη πολιτική και επικοινωνιακή «εκπαίδευση», μέσα από την οποία η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ταυτίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, με μια εικόνα συνολικής αποτυχίας ή ακόμη και «καταστροφής». Παρότι πολλά από τα επιχειρήματα εκείνης της περιόδου σήμερα αμφισβητούνται ή έχουν αποδυναμωθεί, η επίδρασή τους παραμένει ενεργή σε μια κοινωνία που συχνά χαρακτηρίζεται από περιορισμένη συλλογική μνήμη και έντονη ιδεολογική προσκόλληση.

Η επόμενη τετραετία, 2019–2023, καθορίστηκε από διαδοχικές κρίσεις: την πανδημία COVID-19, τις οικονομικές της συνέπειες, το σκάνδαλο των υποκλοπών και, τελικά, την τραγωδία στα Τέμπη. Παρά τη σοβαρότητα αυτών των γεγονότων, δεν προκάλεσαν την αναμενόμενη πολιτική ανατροπή. Η κυρίαρχη αφήγηση ότι «η τσέπη ψηφίζει» επιβεβαιώθηκε εν μέρει, χωρίς όμως να συνυπολογιστεί επαρκώς ότι ζητήματα όπως το κράτος Δικαίου και η λειτουργία της Δικαιοσύνης επηρεάζουν άμεσα και την οικονομική πραγματικότητα των πολιτών.

Σταδιακά, η συζήτηση περί μεσαίας τάξης και ακρίβειας υποχώρησε από τον δημόσιο διάλογο, καθώς η πίεση των ανατιμήσεων γενικεύτηκε και αποδόθηκε κυρίως σε εξωγενείς παράγοντες. Την ίδια στιγμή, η εικόνα του πρωθυπουργού ως διαχειριστή κρίσεων εδραιώθηκε επικοινωνιακά, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της πανδημίας, συμβάλλοντας στη διατήρηση της πολιτικής κυριαρχίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, παρατηρείται μια μετατόπιση του ρόλου των πολιτών: από ενεργά συμμετέχοντες στη δημόσια σφαίρα σε περισσότερο παθητικές μονάδες, με κύριο κριτήριο την ατομική οικονομική επιβίωση. Ιστορικά, τέτοιες συνθήκες ενέχουν κινδύνους για τη συνολική πορεία μιας χώρας, οδηγώντας είτε σε οικονομικά αδιέξοδα είτε σε βαθύτερες θεσμικές κρίσεις.

Σήμερα, σχεδόν επτά χρόνια μετά, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες αυτής της διαδρομής. Οι ευθύνες δεν περιορίζονται αποκλειστικά στην εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά επεκτείνονται στο ευρύτερο σύστημα εξουσίας, καθώς και σε τμήματα της ενημέρωσης και της επικοινωνίας που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του κυρίαρχου αφηγήματος. Παράλληλα, δεν μπορεί να αγνοηθεί και η ευθύνη ενός μέρους του εκλογικού σώματος, είτε λόγω αδράνειας είτε λόγω επιλογών που συνδέθηκαν με βραχυπρόθεσμα οφέλη.

Καθώς διαμορφώνεται ένα νέο πολιτικό τοπίο, με εμφανή στοιχεία κενού εκπροσώπησης, αναδύονται και φαινόμενα πολιτικού οπορτουνισμού. Η κοινωνική οργή και η διάχυτη καχυποψία αποτελούν εύφορο έδαφος για απλουστευτικές ή δημαγωγικές προσεγγίσεις, οι οποίες όμως δύσκολα μπορούν να δώσουν ουσιαστικές λύσεις.

Ενόψει των επόμενων εκλογών, η ατομική πολιτική κρίση κάθε πολίτη αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ωστόσο, η συγκυρία απαιτεί μια πιο σύνθετη προσέγγιση: αναγνώριση της έκτασης των προβλημάτων, αποφυγή εύκολων συνθημάτων και κατανόηση ότι η διακυβέρνηση μιας χώρας δεν μπορεί να βασίζεται ούτε σε υπερβολικές προσδοκίες ούτε σε απλοϊκές ερμηνείες.

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η ενίσχυση του κράτους Δικαίου και η ενεργή συμμετοχή των πολιτών αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για την επόμενη ημέρα. Σε αυτό το πλαίσιο, η εγρήγορση και η ουσιαστική ενημέρωση δεν είναι απλώς επιλογές, αλλά αναγκαίες συνθήκες για μια πιο σταθερή και δημοκρατική πορεία.