ΑΠΟΨΕΙΣ

Δεν είναι ρουσφέτια, είναι οικονομικά εγκλήματα!

Η δημόσια συζήτηση γύρω από τις πρόσφατες αποκαλύψεις επιχειρείται συχνά να περιοριστεί σε ένα γνώριμο ελληνικό μοτίβο: αυτό του «ρουσφετιού». Μια λέξη σχεδόν αθώα μέσα στη διαχρονική της χρήση, που παραπέμπει σε μικροεξυπηρετήσεις, πολιτικές παρεμβάσεις χαμηλής έντασης και μια κουλτούρα που –κακώς– έχει γίνει ανεκτή για δεκαετίες.

Όμως αυτή η ερμηνεία δεν αντέχει σε σοβαρή ανάλυση. Δεν πρόκειται για ρουσφέτια.

Όταν υπάρχουν ενδείξεις για αλλοίωση στοιχείων, για μεθοδευμένη εκμετάλλευση μηχανισμών και –κυρίως– για παράνομη διαχείριση ή εκταμίευση ευρωπαϊκών πόρων, τότε το πλαίσιο αλλάζει ριζικά. Δεν μιλάμε πλέον για πολιτική παθογένεια, αλλά για οικονομικό έγκλημα με θεσμικές και διεθνείς προεκτάσεις.

Η διαφορά δεν είναι λεκτική. Είναι ουσιαστική.

Το «ρουσφέτι» λειτουργεί ως ένας όρος που υποβαθμίζει τη σοβαρότητα. Δημιουργεί την εντύπωση μιας σχεδόν πολιτισμικής ιδιαιτερότητας, μιας “κακής συνήθειας” που όλοι γνωρίζουν αλλά κανείς δεν αντιμετωπίζει. Αντίθετα, η έννοια του οικονομικού εγκλήματος φέρνει μαζί της ευθύνες, ποινικές διαστάσεις και σαφείς συνέπειες.

Και κυρίως: δεν αφήνει περιθώριο για πολιτική υπεκφυγή.

Σε αυτή τη βάση, τίθενται αναπόφευκτα κρίσιμα ερωτήματα. Πόσο καιρό ήταν γνωστές αυτές οι πρακτικές; Υπήρχαν προειδοποιήσεις ή ενδείξεις που αγνοήθηκαν; Και αν ναι, γιατί δεν υπήρξε έγκαιρη παρέμβαση;

Η ευθύνη, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν περιορίζεται σε όσους φέρονται να εμπλέκονται άμεσα. Επεκτείνεται και σε όσους είχαν τη θεσμική δυνατότητα να αποτρέψουν, να ελέγξουν ή να διερευνήσουν και δεν το έπραξαν. Η ανοχή ή η αδράνεια, όταν πρόκειται για διαχείριση δημόσιου ή ευρωπαϊκού χρήματος, αποκτά και αυτή πολιτικό βάρος.

Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται και ένα βαθύτερο ζήτημα: η λειτουργία των θεσμών. Όταν τέτοιες υποθέσεις αγγίζουν τον πυρήνα της κρατικής λειτουργίας και της κοινοβουλευτικής δραστηριότητας, τότε δεν πλήττεται μόνο η εικόνα μιας κυβέρνησης, αλλά η ίδια η εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα.

Η επιμονή, λοιπόν, στο αφήγημα του «ρουσφετιού» δεν είναι απλώς εσφαλμένη. Είναι επικίνδυνη. Γιατί συγκαλύπτει τη σοβαρότητα των πράξεων και θολώνει τα όρια ανάμεσα στο πολιτικά επιλήψιμο και το ποινικά κολάσιμο.

Και αυτή η σύγχυση είναι που τελικά επιτρέπει στα πραγματικά προβλήματα να διαιωνίζονται.

Αν κάτι προκύπτει με σαφήνεια, είναι ότι η χώρα δεν βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ακόμη ιστορία μικροπολιτικής. Βρίσκεται αντιμέτωπη με υποθέσεις που απαιτούν πλήρη διαφάνεια, θεσμική εγρήγορση και –πάνω απ’ όλα– ξεκάθαρη ονομασία:

Δεν είναι ρουσφέτια. Είναι οικονομικά εγκλήματα.