Σε τροχιά έντονης πολιτικής πίεσης βρίσκεται η κυβέρνηση, με τα κόμματα της κεντροαριστεράς να εκτιμούν ότι οι συνεχείς αποκαλύψεις σκανδάλων έχουν δημιουργήσει συνθήκες εσωτερικής κρίσης και εμφανή σημάδια αποσταθεροποίησης.
Στην αντιπολίτευση κυριαρχεί η εκτίμηση ότι η κυβέρνηση αδυνατεί πλέον να διαχειριστεί ή να περιορίσει τις υποθέσεις που έρχονται στο φως, ιδιαίτερα όταν αυτές συνδέονται με ευρωπαϊκούς θεσμούς και δεν μπορούν να ελεγχθούν πολιτικά. Την ίδια στιγμή, καταγράφεται αυξανόμενη δυσαρέσκεια στο εσωτερικό της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, με βουλευτές να εμφανίζονται προβληματισμένοι για το πολιτικό κόστος.
Παρά τη σφοδρή κριτική, τα κόμματα της κεντροαριστεράς επιλέγουν συνειδητά να μην προχωρήσουν άμεσα σε κινήσεις όπως η πρόταση μομφής, εκτιμώντας ότι κάτι τέτοιο θα έδινε στην κυβέρνηση την ευκαιρία να συσπειρώσει τις δυνάμεις της και να «κλείσει» πολιτικά τα ανοιχτά μέτωπα μέσω μιας κοινοβουλευτικής διαδικασίας.
Αντίθετα, υιοθετούν μια πιο στοχευμένη στρατηγική, ενισχύοντας την πίεση μέσα από παρεμβάσεις σε κρίσιμα ζητήματα, όπως το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και η υπόθεση των υποκλοπών. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις καταγγελίες για καθυστερήσεις στη Δικαιοσύνη, που –όπως υποστηρίζεται– ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και σε παραγραφές ευθυνών.
Το πολιτικό θερμόμετρο αναμένεται να ανέβει περαιτέρω το επόμενο διάστημα, με τη συζήτηση στη Βουλή για το κράτος δικαίου και τις εξελίξεις γύρω από άρσεις ασυλίας βουλευτών να προμηνύουν σφοδρές συγκρούσεις.
Η αντιπολίτευση θεωρεί ότι η φθορά της κυβέρνησης βαθαίνει, με τα σκάνδαλα, την ακρίβεια και τα θεσμικά ζητήματα να συνθέτουν ένα εκρηκτικό πολιτικό σκηνικό.





