«Αυτοί που μας κλέψαν το βιβλίο από το χέρι, μας κατηγορούν ότι μείναμε αδιάβαστοι…»

Την Τετάρτη 10 Ιούνη, η κυβέρνηση της ΝΔ ψήφισε στη Βουλή τον νόμο πλέον (4692/2020) με τίτλο: «Αναβάθμιση του σχολείου και άλλες διατάξεις».

Εύλογα, θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί: Μήπως, με την έναρξη της επόμενης σχολικής χρονιάς (2020 – 2021) θα δούμε τα σχολεία μας να στελεχώνονται με μόνιμους εκπαιδευτικούς; Αραγε, τα ταμεία των σχολικών επιτροπών θα καλύπτουν με επάρκεια τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων; Θα ξεκινήσει κάποιο γενναίο πρόγραμμα αναβάθμισης των σχολικών υποδομών, θα αρχίσουν να ξηλώνονται τα απαράδεκτα κοντέινερ; Θα γίνει κάποια ουσιαστική αλλαγή (με παιδαγωγικά και επιστημονικά κριτήρια) στα απαρχαιωμένα και προβληματικά αναλυτικά προγράμματα και σχολικά εγχειρίδια; Θα ενισχυθεί η κρατική ευθύνη με απτά μέτρα μπροστά σε ένα νέο πιθανό κύμα έξαρσης της πανδημίας;

Η πραγματικότητα μιλάει από μόνη της

Ας αφήσουμε την ίδια την πραγματικότητα να δώσει τις απαντήσεις της για την «αναβάθμιση» που ετοιμάζει η κυβέρνηση:

  • Στις 15 Ιούνη ανακοινώθηκαν σε ΦΕΚ τα νέα ωρολόγια προγράμματα για το Λύκειο. Στην ουσία καταργούνται τα μαθήματα των Κοινωνικών Επιστημών και της Καλλιτεχνικής Παιδείας. Καταργούνται μαθήματα επιλογής όπως το Ελεύθερο και Γραμμικό Σχέδιο και η 2η ξένη Γλώσσα (Γερμανικά/Γαλλικά) που εξετάζονται πανελλαδικά, ως προαπαιτούμενα για την είσοδο σε συγκεκριμένες σχολές. Χτυπιέται κάθε υπόλειμμα Γενικής Παιδείας, υλοποιώντας την κατεύθυνση της μετατροπής του Λυκείου σε μια απέραντη εξεταστική αρένα. Ταυτόχρονα, οδηγούνται στην ανεργία και την ανασφάλεια εκατοντάδες εκπαιδευτικοί των αντίστοιχων ειδικοτήτων. Η κατάπτυστη αυτή απόφαση έχει και άλλες δυο κρίσιμες πλευρές: Πρώτον θα ανοίξει τον δρόμο σε επέκταση της γνωστής ήδη από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κατάστασης, όπου οι εκπαιδευτικοί αναγκάζονται να διδάσκουν μαθήματα που είναι άσχετα με το επιστημονικό τους αντικείμενο, ή – δεύτερον – θα εξαναγκάζονται να γυρνάνε από σχολείο σε σχολείο για να συμπληρώνουν ωράριο, χάνοντας έτσι τη δυνατότητα για μια πιο ουσιαστική και προσωπική επικοινωνία, επαφή και φυσικά γνώση των μαθητών τους. Δεν θα ξέρουν καλά καλά τα ονόματά τους…
  • Στα Δημοτικά και τα Νηπιαγωγεία, μέσα από την εφαρμογή του ορίου των 25 μαθητών το ανώτερο και 15 το κατώτερο (από επταθέσια Δημοτικά και άνω) για τη δημιουργία τμήματος, έχουν ήδη ξεκινήσει οι πιέσεις για περικοπές και συμπτύξεις τμημάτων και η «ρώσικη ρουλέτα» της μετακίνησης μαθητών που «περισσεύουν» από σχολείο σε σχολείο, για να δημιουργηθούν τα νέα πολυπληθή τμήματα. Με «πυρετώδεις» ρυθμούς αναζητούνται αίθουσες, κοντέινερ, αποθήκες, υπόγεια και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς για να στοιβαχτούν νήπια και προνήπια!
  • Στις 30 Ιούνη, σχεδόν 41.000 (!) αναπληρωτές – συμβασιούχοι εκπαιδευτικοί πήραν το χαρτί της απόλυσης και οδηγήθηκαν εκτός Εκπαίδευσης, αν και καλύπτουν στοιχειώδεις ανάγκες λειτουργίας των σχολείων, αναπληρώνοντας κάθε χρόνο τον ίδιο τους τον εαυτό. Είναι αμφίβολο πόσοι και ποιοι από τους συναδέλφους μας θα δουλέψουν ξανά την ερχόμενη χρονιά με βάση τις αλλαγές που συντελούνται στο σχολείο, αλλά και στο πλαίσιο της εξέλιξης της πανδημίας.
  • Αυτήν τη στιγμή, το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι τα σχολεία θα ανοίξουν στις 7 του Σεπτέμβρη. Με τι όρους όμως; Κανένα συγκεκριμένο μέτρο δεν έχει παρθεί για την ουσιαστική προετοιμασία της νέας σχολικής χρονιάς. Κανένα σχέδιο για την εξασφάλιση υποδομών, μέτρων προστασίας, υγιεινής και ασφάλειας μαθητών και εκπαιδευτικών. Ερωτήματα όπως αν θα λειτουργήσει το Ολοήμερο, αν θα καλυφθούν όλα τα κενά σε εκπαιδευτικούς (μαζί και οι 3.500 επιπλέον ανάγκες που προέκυψαν από τις συνταξιοδοτήσεις), αν θα προσληφθούν μόνιμες καθαρίστριες, αν θα αναζητηθούν νέες αίθουσες για να γίνεται κανονικό μάθημα και όχι εκ περιτροπής και προαιρετική διδασκαλία, παραμένουν αναπάντητα.
  • Η νομοθετική αθλιότητα για τη ζωντανή αναμετάδοση των μαθημάτων μέσα από τις σχολικές τάξεις, αν και έμεινε στα χαρτιά για φέτος, παραμένει σε ισχύ για μελλοντική ενεργοποίηση.

Επίθεση στα μορφωτικά δικαιώματα με τη βούλα ΕΕ, ΟΟΣΑ, ΣΕΒ

H αλήθεια είναι ότι η έννοια της «αναβάθμισης» δεν είναι κενή περιεχομένου για τα αστικά κόμματα και τις επιδιώξεις τους στην Εκπαίδευση. Δεν δίνουν απλά «καθρεφτάκια σε ιθαγενείς». Το πρόβλημα είναι ότι οι επιδιώξεις τους είναι απέναντι από τις πραγματικές, σύγχρονες μορφωτικές ανάγκες των μαθητών, είναι απέναντι από τις ανάγκες της εποχής για ένα σχολείο που θα μορφώνει ολόπλευρα και θα δίνει όλα τα εφόδια στον νέο άνθρωπο, ώστε να μπορεί να γνωρίζει τον κόσμο, να στέκεται με αυτοπεποίθηση, δημιουργός και πρωταγωνιστής της κοινωνικής εξέλιξης.

Η κυβέρνηση της ΝΔ, αξιοποιώντας και την περίοδο της πανδημίας, δυναμώνει την επίθεση στα μορφωτικά δικαιώματα της νεολαίας και επιδιώκει γρήγορα και επιθετικά, με μπόλικη δόση αυταρχισμού, να προχωρήσει ένα πλέγμα πολιτικών και νομοθετικών ρυθμίσεων, και στο χώρο της Εκπαίδευσης, με βάση τις απαιτήσεις των επιχειρηματικών ομίλων στη φάση της νέας καπιταλιστικής κρίσης και της προετοιμασίας της ανάκαμψης των κερδών τους.

Ο μπούσουλας που χρησιμοποιεί είναι γνωστός. Είναι οι κατευθύνσεις και οι Οδηγίες των ιμπεριαλιστικών οργανισμών για την Παιδεία, της ΕΕ, του ΟΟΣΑ, η υλοποίηση των απαιτήσεων του ΣΕΒ για πιο άμεση σύνδεση του σχολείου με τις ανάγκες των επιχειρήσεων. Οι κατευθύνσεις που αποτελούν το «ιερό δισκοπότηρο» όλων των κυβερνήσεων για την Παιδεία, μπορούν να κωδικοποιηθούν στα εξής:

α) Το περιεχόμενο του σχολείου να στραφεί κατά προτεραιότητα στην εκμάθηση δεξιοτήτων με βάση τις απαιτήσεις και τις ανάγκες της αγοράς. Το Γενικό Λύκειο να προσανατολιστεί στις δεξιότητες των πανελλαδικών και όσοι δεν αντέχουν, να στραφούν στα ΕΠΑΛ, που κι αυτά άλλες δεξιότητες δίνουν.

β) Τα σχολεία σταδιακά να λειτουργούν με όρους αυτονομίας σε όλα τα επίπεδα (περιεχόμενο, οικονομικά, προσωπικό). Τελικά όμως πιο εξαρτημένα θα είναι από τους πόρους που θα εξαναγκάζονται να αναζητούν από χορηγούς, γονείς, προγράμματα κ.τ.λ. Η ουσία είναι ότι αυτόνομο σχολείο σημαίνει σχολείο πολλών ταχυτήτων.

γ) Περικοπές δαπανών μέσω της «εξοικονόμησης» προσωπικού, πόρων και «περιττών» δαπανών, ειδικά σε φάση καπιταλιστικής κρίσης.

δ) Ελεγχος σε όλα τα επίπεδα για το πόσο και πώς προχωράνε οι παραπάνω κατευθύνσεις. Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της εύηχης λέξης «αξιολόγηση».

Σε πολύ αδρές γραμμές αυτό είναι το κοινό αστικό σχέδιο για το σχολείο που υπηρετεί σήμερα η κυβέρνηση της ΝΔ, όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ πριν.

Εντυπωσιακή στρατηγική σύγκλιση ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ

Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην υπουργός Παιδείας, Ν. Φίλης, ανέφερε στη Βουλή:«Δεν μου αρέσει να κάνω τον ειδικό, πολιτική ήταν η ευθύνη που ανέλαβα το υπουργείο Παιδείας και αποτάθηκα σε ανθρώπους κατ’ εξοχήν ειδικούς, παιδαγωγούς της πράξης, αλλά και της θεωρίας. Συγκροτήσαμε την Επιστημονική Κοινωνική Επιτροπή Εθνικού Διαλόγου υπό τον πρόεδρο, τον καθηγητή, κ. Λιάκο. Εγινε διάλογος, βγήκε πόρισμα, το λάβαμε υπόψη μας».

Αξίζει να θυμηθούμε ορισμένα από τα βασικά σημεία – προτάσεις του συγκεκριμένου πορίσματος:

α)Αναδιοργάνωση της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης σε 4 χρόνια Γυμνάσιο και 2 χρόνια Λύκειο, και ιδιαίτερα στην αναμόρφωση του Προγράμματος Σπουδών του Λυκείου (…) σε αυτό το Λύκειο ο κάθε μαθητής θα διδάσκεται έξι μαθήματα… (Λύκειο εξεταστικό κέντρο – Το έφερε ο Γαβρόγλου).

β) Τα θέματα ορίζονται είτε με ενιαία διαδικασία, είτε είναι διαφορετικά για κάθε Λύκειο, αλλά θα προέρχονται από μία κοινή βάση θεμάτων, θα επιλέγονται τυχαία με χρήση αλγορίθμων και θα έχουν επίσης σταθμισμένη δυσκολία, ώστε να αποφεύγονται διακυμάνσεις (Τράπεζα Θεμάτων – Το έφερε η Κεραμέως).

γ) Η ελαχιστοποίηση των γνωστικών αντικειμένων μάς γλιτώνει από τη δύσκολη διαχείριση των δεκάδων ειδικοτήτων (…) άλλωστε δεν είναι δυνατόν να συνεχίσουμε να έχουμε σχολείο με 150 ειδικότητες (Περικοπές Ειδικοτήτων – Απολύσεις – Το έφερε ο Φίλης, τώρα ξανά και η Κεραμέως).

δ) Να αναπτυχθούν επιτέλους υποδομές σύγχρονης τηλεκπαίδευσης (…) με χρήση κατάλληλου λογισμικού και εξοπλισμού οι μαθητές θα συμμετέχουν κανονικά στο μάθημα, θα βλέπουν και θα ακούν τους πάντες και οι πάντες θα βλέπουν και θα ακούν αυτούς, θα παίρνουν το λόγο, θα συμμετέχουν σε διαγωνίσματα και παρουσιάσεις κ.λπ. (Online αναμετάδοση μαθημάτων – Το έφερε η Κεραμέως).

ε) Η Ελλάδα είναι ίσως η τελευταία χώρα στην ΕΕ στην οποία το πτυχίο σε ένα γνωστικό αντικείμενο θεωρείται ικανό προσόν για την παροχή ποιοτικού εκπαιδευτικού έργου. Δεν υπάρχει μια ενιαία πολιτική για την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών τόσο στην Πρωτοβάθμια όσο και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (Απαξίωση πτυχίου, προσοντολόγιο – Το έφερε ο Γαβρόγλου).

Η ταυτότητα θέσεων είναι εκπληκτική. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση της ΝΔ διατήρησε και τις τρεις εμβληματικές νομοθετικές παρεμβάσεις του ΣΥΡΙΖΑ στην Εκπαίδευση (νόμος Γαβρόγλου για Λύκειο, νόμος 4589/19 για αναπληρωτές – προσοντολόγιο, νόμος 4547/18 για δομές Εκπαίδευσης και «αξιολόγηση») και πάνω τους χτίζει το «αναβαθμισμένο» σχολείο της αγοράς, δεν είναι καθόλου τυχαίο.

Από κοινού υπερασπίζονται το σχολείο των δεξιοτήτων

Καθόλου τυχαίο δεν είναι, λοιπόν, ότι στα δύο κομβικά ζητήματα του νόμου 4692/2020 (εργαστήρια δεξιοτήτων, «αξιολόγηση») υπήρξε σύγκλιση.

Η υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως ανέφερε συγκεκριμένα:«Εισάγουμε τα Εργαστήρια Δεξιοτήτων, σημαντική καινοτομία που φιλοδοξούμε να έχει μετασχηματιστικά αποτελέσματα. Σε αυτή την κατεύθυνση εισάγονται πιλοτικά από το επόμενο σχολικό έτος νέες θεματικές στο υποχρεωτικό πρόγραμμα νηπιαγωγείων, δημοτικών και γυμνασίων, με δεξιότητες που προτάσσουν μεταξύ άλλων το Συμβούλιο της Ευρώπης και ο ΟΟΣΑ και που θα είναι πολύτιμες στους μαθητές όταν μεθαύριο βγουν στην κοινωνία και στη διαρκώς εξελισσόμενη αγορά εργασίας».

Η Χαρά Κεφαλίδου από το ΚΙΝΑΛ δεν παρέλειψε να μας υπενθυμίσει:«Ολα αυτά, λοιπόν – το ξέρετε, αλλά σας το ξαναλέω – ισχύουν από το 1997. Εχουν νομοθετηθεί με τον ν. 2525 και είναι η ευέλικτη ζώνη και οι ζώνες εκπαιδευτικής προτεραιότητας επί υπουργού Αρσένη και μετά με το νέο σχολείο της Διαμαντοπούλου το 2011».

Ενώ ο Ν. Φίλης στη συζήτηση στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής είχε ξεκαθαρίσει:«Είμαστε αναφανδόν υπέρ του να υπάρχουνε ήπιες δραστηριότητες στο σχολείο. Δεν είμαστε, το κάναμε ως κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ». Υπερασπιζόμενος την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ στο κομμάτι αυτό, ανέφερε ότι η Θεματική Βδομάδα του ΣΥΡΙΖΑ «είχε πρόγραμμα που οι βασικοί άξονές του ήταν το σώμα, η υγεία, η διατροφή, οι ανισότητες φύλου, τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι εξαρτήσεις, η αντιμετώπιση κυκλοφοριακής αγωγής» και αυτό το αξιολόγησε θετικά το ΙΕΠ.

Πού αποσκοπούν οι δεξιότητες

Το ζήτημα των δεξιοτήτων είναι εξαιρετικής σημασίας, γιατί σχετίζεται άμεσα με «το τι και το πώς μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο». Αφορά τον πυρήνα του σχολείου και πιο συγκεκριμένα, ειδικά στη φάση που βρισκόμαστε, αφορά την απαίτηση της καπιταλιστικής οικονομίας στο τι άνθρωπο, τι εργαζόμενο πρέπει να βγάλει το σχολείο, ώστε να είναι αποδοτικός και εκμεταλλεύσιμος, δηλαδή ακόμα πιο φθηνός για το μεγάλο κεφάλαιο, για να δέχεται άκριτα τις φθαρμένες αξίες και να θεωρεί ότι αυτές είναι και για το δικό του συμφέρον. Σημαίνει πιο άμεση προσαρμογή του σχολείου, άρα και των σημερινών μαθητών – μελλοντικών εργαζομένων στις απαιτήσεις της καπιταλιστικής ζούγκλας, της εργασιακής ανασφάλειας, της εκ περιτροπής εργασίας, του μισθού των 400 ευρώ, των προγραμμάτων SURE ή «Συν-Εργασία», της συνεχόμενης εναλλαγής εργασίας.

Οι δεξιότητες της διά βίου μάθησης στο σημερινό σύστημα δεν απαντούν στην υπαρκτή ανάγκη ο εργαζόμενος να μελετά, να ανανεώνει τις γνώσεις του, να αγαπάει τη μόρφωση, την επιστήμη, που είναι βασική παραγωγική δύναμη, αλλά έχουν να κάνουν με τη συνεχή αναζήτηση προσόντων, πιστοποιήσεων, ακριβοπληρωμένων σεμιναρίων για να παραμένει σε μια εργασία ή να αναζητά δουλειά με πιο πολλές πιθανότητες από τον συμμαθητή, τον φίλο και τον ίδιο τον αδελφό του.

Ακόμα και οι αναγκαίες ικανότητες που χρειάζεται να καλλιεργούνται μέσα από το σχολείο και βασικά μέσα από τα γνωστικά αντικείμενα, δεν δίνονται ενιαία για όλα τα παιδιά, δεν εξασφαλίζονται οι υποδομές για να διδάσκονται μέσα στο σχολείο δωρεάν για όλους.

Οι λεγόμενες κοινωνικές δεξιότητες, όπως η ενσυναίσθηση, δεν αφορούν βασικά τη βελτίωση των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, δεν είναι αυτός ο καημός των εργοδοτών, αλλά την υποταγή στα «θέλω» του εργοδότη. Γιατί και τον μεγαλοξενοδόχο, που εδώ και 10 χρόνια έχει τσεπώσει δισ. από το μόχθο των ξενοδοχοϋπαλλήλων, πρέπει κάποιος να τον «καταλάβει», τώρα που βγάζει σε εκ περιτροπής εργασία το προσωπικό του…

Γιατί χρειάζεται ο εργαζόμενος από τη μαθητική του ηλικία να εμπεδώσει πως οι νέες τεχνολογίες και οι ψηφιακές ικανότητες, ενώ μπορούν να απελευθερώσουν εργάσιμο χρόνο και να συμβάλουν στην καλυτέρευση των όρων δουλειάς και στη ζωή της εργατικής τάξης, στη σημερινή κοινωνία είναι μονόδρομος να αξιοποιούνται για την ένταση της εκμετάλλευσης.

Η αντιεκπαιδευτική «αξιολόγηση» ως επιταχυντής των παραπάνω κατευθύνσεων

Ο πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης υποστήριξε στη Βουλή:«Είναι τουλάχιστον ανυπόστατο, ξεπερασμένο, κοντόφθαλμο, να μην αναγνωρίζουμε επί της αρχής ότι ναι, αυτό το έργο πρέπει με κάποιο τρόπο να αξιολογείται. Αυτή η κυβέρνηση στα ζητήματα της αξιολόγησης δεν θα κάνει πίσω».

Ενώ η Ν. Κεραμέωςέχοντας το βλέμμα κυρίως έξω από τη Βουλή, συμπλήρωσε: «Γιατί πολεμάτε τόσο πολύ την αξιολόγηση; Ποιο σύστημα μπορεί να προοδεύσει χωρίς εποικοδομητική αξιολόγηση; Αξιολόγηση υπάρχει σε κάθε έκφανση της ζωής μας και δη της επαγγελματικής ζωής. Γιατί; Διότι βοηθάει στο να εντοπίζονται ανάγκες και αδυναμίες, βοηθάει στην ουσιαστική βελτίωση του παραγόμενου αποτελέσματος, δίνει την ευκαιρία για ανάδειξη δυνατοτήτων και επιτευγμάτων».

Η Χαρά Κεφαλίδου από το ΚΙΝΑΛ από κοντά:«Αξιολόγηση: Δίλημμα για εμάς αν είστε υπέρ ή κατά της αξιολόγησης δεν υπάρχει. Το έχουμε αποδείξει όταν σε δύσκολους καιρούς σχεδόν μόνοι μας βάλαμε πλάτη και νομοθετήσαμε θέματα τα οποία είχαν βρει απέναντί μας τότε συντεχνίες και πολύ κλειστά κυκλώματα. Αν θέλει κανείς να μιλήσει για αξιολόγηση, ας κοιτάξει τον ν. 3848/2010 άρθρο 32. Αξιολόγηση παντού».

Προς αποφυγή κάθε παρερμηνείας, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλ. Τσίπρας επικαλέστηκε συζητήσεις με εκπαιδευτικούς και είπε:«Κανείς δεν αρνείται την αξιολόγηση. Αυτό που δεν επιθυμούν είναι την τιμωρητική αξιολόγηση που θέσπισε ο κ. Μητσοτάκης ως υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης (…) δεν αρνούνται την αξιολόγηση με στόχο την εξέλιξη του επιπέδου της παρεχόμενης γνώσης και, μάλιστα, έχουν και συγκεκριμένες προτάσεις. Πολλοί εκπαιδευτικοί, μάλιστα, αγκάλιασαν τα Περιφερειακά Κέντρα Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού που εμείς ιδρύσαμε, τη διεπιστημονική συγκρότησή τους, την πρωτοκαθεδρία της αυτοαξιολόγησης της εκπαιδευτικής μονάδας, αλλά και την αξιολόγηση των περίπου είκοσι χιλιάδων στελεχών με κανόνες και παιδαγωγικά και διοικητικά κριτήρια».

Η ομοθυμία και γύρω από το ζήτημα της «αξιολόγησης» δεν είναι μεταφυσική. Βασίζεται στην κοινή στρατηγική για το ρόλο του σχολείου, άρα και στο «τι πρέπει να ελέγξει το κράτος».

Οι πραγματικοί στόχοι της «αξιολόγησης»

Το ερώτημα από την πλευρά των χιλιάδων εκπαιδευτικών, των γονιών και των μαθητών πρέπει να τεθεί από την πλευρά των πραγματικών αναγκών του σχολείου. Η συζήτηση δεν είναι ακαδημαϊκή. Η «αξιολόγηση» σκοπό έχει να λύσει τα πραγματικά προβλήματα ή να επιταχύνει τις πολιτικές που τα δημιουργούν;

Θα μπορούσε να τεθεί και με άλλο τρόπο: Ποιος μπορεί να εμπιστευτεί τη ΝΔ, τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΙΝΑΛ και τα άλλα αστικά κόμματα που με τις πολιτικές τους δημιούργησαν τα χάλια του σημερινού σχολείου; Μπορούν οι ίδιοι να εγγυηθούν ένα καλύτερο σχολείο; Προφανώς και όχι.

Οι στόχοι της «αξιολόγησης» είναι εντελώς διαφορετικοί από αυτούς που διακηρύσσονται:

Πραγματική στόχευση είναι να απαλλάξει το κράτος από τις δικές του ευθύνες και να δείξει ως ενόχους εκπαιδευτικούς, μαθητές, γονείς για όλα τα προβλήματα του σχολείου και κυρίως για τα «μαθησιακά αποτελέσματα». Θέλουν να καταστήσουν το σχολείο αποκλειστικά υπεύθυνο για τη μαθησιακή πορεία των μαθητών, για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, για την αντιμετώπιση των μαθησιακών δυσκολιών.

Θέλουν να ρίξουν το μπαλάκι της ευθύνης για τα οικονομικά του σχολείου στους γονείς και με τη βούλα του νόμου.

Επιδιώκουν να μετατρέψουν τελικά τον ίδιο τον εκπαιδευτικό σε έναν ιμάντα υλοποίησης αυτής της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής, απόλυτα ελεγχόμενο, φοβισμένο και υποταγμένο.

Η «αξιολόγηση» τελικά οδηγεί στην πολυκατηγοριοποίηση της Παιδείας, στο διαχωρισμό σχολείων και μαθητών, στην ένταση των ταξικών φραγμών.

Το σχολείο διαθέτει σήμερα και εργαλεία και μηχανισμούς ελέγχου. Οι Σύλλογοι Διδασκόντων ήδη σχεδιάζουν, ελέγχουν, κρίνουν, προσαρμόζουν την παιδαγωγική τους παρέμβαση. Η δουλειά του σχολείου, αν μη τι άλλο, μόνο επτασφράγιστο μυστικό δεν είναι.

Στη σύνθετη και ολοζώντανη σχολική ζωή και προβλήματα δημιουργούνται και συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις. Ολα μπορούν, με την κατάλληλη στήριξη, να αντιμετωπιστούν, χωρίς τον βούρδουλα της «αξιολόγησης». Ας μην υποκρινόμαστε! Αλλα πράγματα έχουν στο μυαλό τους οι κυβερνήσεις…

Αγώνας για το μέλλον των παιδιών μας

Ας μην ξεχνάμε ότι είναι οι χιλιάδες εκπαιδευτικοί που χωρίς καμιά κρατική στήριξη, χωρίς μέσα και προετοιμασία ανταποκριθήκαμε σε έναν τεράστιο παιδαγωγικό άθλο κρατώντας ανοιχτή την εκπαιδευτική διαδικασία τους μήνες της πανδημίας. Σταθήκαμε δίπλα στα παιδιά με όλα τα μέσα, γιατί αυτό επέβαλλε η παιδαγωγική μας συνείδηση. Μετρηθήκαμε με την κυβέρνηση και είναι αυτή που πήρε κάτω από τη βάση.

Ας μην κουνούν το δάχτυλο στους χιλιάδες αναπληρωτές που με μια βαλίτσα στο χέρι στελεχώνουν τα σχολεία και μετά απολύονται, στους 67χρονους συναδέλφους που στέκονται όρθιοι μέσα στις τάξεις, στους χιλιάδες εκπαιδευτικούς που δίνουν τη μάχη της μόρφωσης των παιδιών.

Δεν παραγνωρίζουμε προβλήματα, αδυναμίες, ακόμα και την εξάντληση, την απογοήτευση ή τη ματαίωση προσδοκιών που επιδρούν και στη δουλειά των εκπαιδευτικών. Αλλωστε, η διδασκαλία είναι μια σύνθετη πράξη. Δεν είναι μια απλή μεταφορά δεξιοτήτων και μετρήσιμων δεικτών. Διδάσκει όλο το είναι του δασκάλου: Τα εφόδια που παίρνει ή δεν παίρνει από τη σχολή του, η επιμόρφωση που έχει ή δεν έχει, η οικονομική κατάσταση στην οποία ζει, αν τα βγάζει πέρα ή όχι, αν έχει την οικονομική δυνατότητα να πηγαίνει συχνά θέατρο, σινεμά, να αγοράζει βιβλία, αν έχει υποστήριξη ή όχι στην τάξη του από ειδικό και βοηθητικό προσωπικό και πολλά ακόμα…

Ο αγώνας που δίνουμε για μόρφωση, δουλειά, ζωή με δικαιώματα αφορά όλα τα παραπάνω.

Ο αγώνας για να μείνουν στα χαρτιά το πολυνομοσχέδιο και όλοι οι αντιεκπαιδευτικοί νόμοι ξεφεύγει από τα στενά όρια του κλάδου. Αφορά όλο τον λαό. Αφορά το μέλλον των παιδιών μας!

Η φλόγα των ελπιδοφόρων αγώνων που άναψε στους χώρους της Εκπαίδευσης εν μέσω πανδημίας, για τα μέτρα στήριξης των εκπαιδευτικών και μαθητών, ενάντια στο πολυνομοσχέδιο, ενάντια στην αθλιότητα με τις κάμερες, για τη διεκδίκηση των όρων ασφάλειας και υγιεινής στο σχολείο, πρέπει να παραμένει αναμμένη.

Οι δρόμοι της κοινής δράσης των εκπαιδευτικών σωματείων με τις ενώσεις και τους συλλόγους γονέων, με τους μαθητές, με τις σχολικές καθαρίστριες και όλους τους εργαζόμενους χρειάζεται να διευρυνθούν.

Οσο οι διεκδικήσεις μας θα θέτουν πιο επιτακτικά στο επίκεντρο τις ανάγκες του σήμερα, το ποια πολιτική μπαίνει εμπόδιο στην ικανοποίησή τους, όσο φωτίζεται ο δρόμος επίλυσης των προβλημάτων και ικανοποίησης των αναγκών μας, τόσο οι αγώνες που είναι σε εξέλιξη θα αποκτούν συνέχεια και αντοχή, θα μπορούμε και στην πράξη να καθυστερούμε, ακόμα και να ακυρώνουμε την εφαρμογή αντιλαϊκών μέτρων, να έχουμε νίκες.

Ατενίζουμε το μέλλον με αισιοδοξία, γιατί έχουμε το δίκιο με το μέρος μας. Και αυτό δεν είναι λίγο!

Του Σπύρου ΜΑΡΙΝΗ*
*Ο Σπύρος Μαρίνης είναι μέλος του Τμήματος Παιδείας και Ερευνας της ΚΕ του ΚΚΕ