Ο Ρεθεμνιώτικος «Καθεδρικός Ναός» και το κωδωνοστάσιο του

Ο Ιερός Καθεδρικός Ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου του Ρεθύμνου, θεμελιώθηκε επί Τουρκοκρατίας, με χρήματα της Χριστιανικής Κοινότητας Ρεθύμνου το 1844, (Νοέμβρης ΙΒ) όταν ήταν επίσκοπος στο Ρέθυμνο ο Καλλίνικος Νικολετακης. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ο Ρεθεμνιώτικος «Καθεδρικός Ναός» και το κωδωνοστάσιο του»

Οδοιπορικό στο Παλιό Ρέθεμνος της δεκαετίας του 1920-1930

Νοερά μεταφερόμαστε στην εποχή εκείνη οπού ζούσαν και αποτελούσαν τους κατοίκους του Ρεθύμνου Ρωμιοί Χριστιανοί και Τούρκοι Οθωμανοί. Σε όποιο σημείο και αν βρισκόμαστε του Ρεθύμνου θα δούμε η θα ακούσουμε τη φωνή του Χότζα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Οδοιπορικό στο Παλιό Ρέθεμνος της δεκαετίας του 1920-1930»

Το Ρεθεμνιώτικο Βενετσιάνικο Λιμάνι – Μέρος Δ’

…ε (Εγώ), η Ρίθυμνα, χτισμένη στο ακρογιάλι, που το βρέχει το κύμα, λιμάνι, … … …

«Ότι δεν έχω, άφθονα όλα τ’ αγαθά της ξηράς και της θάλασσας εαυτό ξένε και συχνέ πολίτη Συνεχίστε την ανάγνωση του «Το Ρεθεμνιώτικο Βενετσιάνικο Λιμάνι – Μέρος Δ’»

Το Ρεθεμνιώτικο Βενετσιάνικο Λιμάνι – Μέρος Γ’

…ε (Εγώ), η Ρίθυμνα, χτισμένη στο ακρογιάλι, που το βρέχει το κύμα, λιμάνι…

«Ότι δεν έχω, άφθονα όλα τ’ αγαθά της ξηράς και της θάλασσας εαυτό ξένε και συχνέ πολίτη, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Το Ρεθεμνιώτικο Βενετσιάνικο Λιμάνι – Μέρος Γ’»

Το Ρεθεμνιώτικο Βενετσιάνικο Λιμάνι – Μέρος Β’

…ε (Εγώ), η Ρίθυμνα, χτισμένη στο ακρογιάλι, που το βρέχει το κύμα, λιμάνι, … … …

«Ότι δεν έχω, άφθονα όλα τ’ αγαθά της ξηράς και της θάλασσας εαυτό ξένε και συχνέ πολίτη Συνεχίστε την ανάγνωση του «Το Ρεθεμνιώτικο Βενετσιάνικο Λιμάνι – Μέρος Β’»

Το Ρεθεμνιώτικο Βενετσιάνικο Λιμάνι – Μέρος Α’

…ε (Εγώ), η Ρίθυμνα, χτισμένη στο ακρογιάλι, που το βρέχει το κύμα, λιμάνι, …
«Ότι δεν έχω, άφθονα όλα τ’ αγαθά της ξηράς και της θάλασσας εαυτό Συνεχίστε την ανάγνωση του «Το Ρεθεμνιώτικο Βενετσιάνικο Λιμάνι – Μέρος Α’»

«Χασάν Ρεσμή ή Χασάν Ρεθύμνιος» – του Ιωάννη Δογάνη

Ρέθεμνος — Περίοδος του 1929. Δήμαρχος είναι ό γνωστός πολυμαθής δραστήριος — και ό αγαπών τας πραγματικά, το Ρέθεμνος κ. Τίτος Πετυχάκης. Συνεχίστε την ανάγνωση του ««Χασάν Ρεσμή ή Χασάν Ρεθύμνιος» – του Ιωάννη Δογάνη»

Τα «Μπιτσακτσίδικα» του Ρεθύμνου

Ρέθεμνος – Χρονιά του 1920, λίγο πριν φύγουν οι Τούρκοι από το Ρέθεμνος, δηλαδή πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών και την ήτα της Ελλάδας είς την Μικρά Ασία που προηγήθηκε.

Βρισκόμαστε νοερά στη περίοδο αυτή της ζωής του Ρεθέμνου και συγκεκριμένα στο στενό δρομάκι μεταξύ της Νερατζές και του Βενετσιάνικου λιμανιού. Το στενό αυτό όπως ονομάζεται καλύτερα «Μπιτσακτσίδικα» και είναι και απο τις δύο του πλευρές γεμάτο από τούρκικα μαγαζιά, μαγαζιά που κατασκευάζουν μαχαίρια και άλλα παρόμοια όργανα της εποχής. Όλο το στενό δρομάκι αυτό το περνάμε περπατώντας το αργά και παρατηρώντας τα μαγαζιά αυτά και τα είδη που έχουν και πουλάνε.

Όλο αυτό το στενό είναι κλειστό από πάνω με θόλο ο οποίος στηρίζεται σε δοκάρια κατάλληλα τοποθετημένα και με υλικά της εποχής αυτής.

Σε λίγο καιρό όμως όλα αυτά χάνονται μετά τα γεγονότα που αναφέραμε παραπάνω. Έτσι το σκηνικό αλλάζει εντελώς τώρα, οπού και ξαναπερνάμε το στενό για να παρατηρήσουμε και να δούμε τις αλλαγές που έγιναν.
Ο θόλος που υπήρχε έχει αφαιρεθεί και τα μαγαζιά όλα τα έχουν Ρωμιοί πιά, τα οποία κατασκευάζουν παπούτσια της εποχής και έτσι το στενό αυτό μετονομάστηκε και λέγεται «Τσαγκαράδικα».

Όλα τα παπούτσια που κατασκευάζονται εδώ είναι Κρητικής τέχνης και της εποχής, οπού όλοι δουλεύουν σκληρά για να μπορούν να αντεπεξέλθουν στην μεγάλη ζήτηση των υποδημάτων τα οποία κατασκευάζουν. Από τη Μεσσαρά δέχονται παραγγελίες καθώς και από πολλά άλλα μέρη, τα παπούτσια τότε κοστίζανε 180-200 δραχμές το ζευγάρι.

Συμβαίνει μάλιστα και το έξης αξιοπερίεργο εδώ στο στενό αυτό. Όταν περάσει καμιά κοπέλα από εδώ, αμέσως, δίνοντας κάποιος το σύνθημα, αρχίζουν και χτυπούν όλοι τα σφυριά τους κάνοντας έτσι φασαρία που είναι χαρακτηριστική για το είδος της καθώς και άλλα πολλά αστεία πειράγματα.

Γυρνώντας τώρα στην σημερινή εποχή τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ. Τα τσαγκάρικα μετριόνται στα δάκτυλα και είναι 4-5 όλα κι όλα, τα δε υπόλοιπα είναι κλειστά και ρημαγμένα ή έχουν και πουλούν άλλα πράγματα.

Πηγή: Τοπικές εφημερίδες

Δημοσιογραφική έρευνα – Επιμέλεια – Ρετουσάρισμα
Ιωάννης  Μιχ.  Δογάνης, συνταξιούχος βιβλιοθηκάριος

topaliorethemnos.blogspot.com

Πότε και πως κατασκευάστηκε το Εθνικό Στάδιο Ρεθύμνου (Σοχώρα) – Επιμέλεια Ι. Δογάνη

Ρέθεμνος. Βρισκόμαστε στην περίοδο της δεκαετίας του 1930 και για την ακρίβεια στην αρχή αυτής.
Από τοπική εφημερίδα, διαβάζουμε τα παρακάτω:

«Πρόσφατα χορηγήθει πίστωσης 500.000 δραχμών, δηλαδή άνω των 1.500 λιρών, διά να κατασκευασθεί Γυμναστήριων στο Ρέθυμνο, υπό τον όρο της παραχωρήσεως οικοπέδου υπό του δήμου.
Ανετέθη τότε ως επιτροπήν η εξεύρεσης του χώρου. Προκρίθει ως κατάλληλος χώρος να είχε τότε πλάτος, μήκος, εμβαδόν, εν γένει όσα απαιτούντο, η έξωθεν του παλαιού Δημοτικού Νοσοκομείου, η αμπελόφυτος τότε έκταση. Τελικά ματαιώθηκε ο χώρος αυτός.
Εν τοσούτο χρησιμοποιείτο διά τους αγώνας «ΑΡΚΑΔΙΑ» και διά τας ποδοσφαιρικές συναντήσεις η πλατεία του Γεωργίου Β’ (Σοχώρα).
Ο χώρος αυτός ανήκει είς το Δήμον και ουδέποτε αποτέλεσε περιουσία του Δημοσίου.
Η πλατεία αυτή μετά από πολλούς αγώνας, ενεκρίθει από το Υπουργείο Παιδείας ως κατάλληλος χώρος διά την εγκατάστησαν Εθνικού Γυμναστηρίου.
Εδημιουργήθει ζήτημα κυριότητος του χώρου, από την στρατιωτική μονάδα και είχε χαρακτηρισθεί ως στρατιωτικός.

Οι διεκδικούντες είναι, από το ένα μέρος ο Δήμος και η Εφορία του Εθνικού Γυμναστηρίου και από το άλλο το Δημόσιο (Στρατιωτικέ Αρχαί). Κατόπιν του υπ, αριθμ. 5416 Ε.Ε εγγράφου της 5ης Μεραρχίας επισκέφθηκαν τον Ταγματάρχην Διοικητή της Μοίρας Πυροβολικού κ. Τζανέτη, ο Δήμαρχος κ. Κοτσιράκις και ο Πρόεδρος της Ε.Π.Σ.Ρ. Ευαγ. Δρανδάκης ίνα συσκεφθούν διά την εξεύρεση κατάλληλου χώρου διά την μεταστάθμευσιν των οχημάτων της Μοίρας και την απελευθέρωσιν του Γυμναστηρίου.
Κατά την σύσκεψη ταύτην, επήλθε πλήρης κατανόησης του κ. Τζανέτη, εκδηλώσαντος αμέριστων το ενδιαφέρων του διά τον αθλητισμών και την πόλιν. Πάρεσχε δε ούτως την διαβεβαίωσιν ότι άμα ως του χορηγηθεί μηχανικών έσον όπερ και θα ζητηθεί αρμοδίως να ισοπεδωθεί ο ύπερθεν του Γυμναστηρίου χώρος και θα ελευθερωθεί το γήπεδων, ούτω θεωρείται λήξαν το ζήτημα του Γυμναστηρίου της πόλεως.

Αυτά λοιπόν για την δεκαετία του 1930. Ο χρόνος τρέχει και βρισκόμαστε εις τη κατοχή της Ελλάδας από τους ναζιστές Γερμανούς.
Έτσι μετά την μάχη της Κρήτης έρχονται και εγκαθίστανται Γερμανοί και στο Ρέθυμνο.
Μόλις αντίκρισαν το Γυμναστήριο, με αγγαρείες κατασκευάζουν μια κερκίδα 30 περίπου μέτρων στην Δυτική πλευρά του Γυμναστηρίου.

Στη μέση της κερκίδας αυτής και σε ένα τμήμα με σχήμα πέταλου στην κορυφή της σκαλίζουν το σύμβολο τους, δηλαδή ένα αετό, μετρίου μεγέθους.
Επίσης αφού έφεραν από το λεγόμενο πετροκοπιό, το οποίο βρίσκεται στη Νότια πλευρά του Γυμναστηρίου και απέναντι ακριβός, κομμάτια πέτρες, με τις οποίες κάνουν μια στρώση στην επιφάνεια του χώρου του Γυμναστηρίου.
Μετά φέρνουν το κατάλληλο χώμα και το στρώνουν πάνω από τις πέτρες, ώστε να επιτύχουν το εξής:
Όσο και αν βραχεί ο χώρος του Γυμναστηρίου το νερό δεν λιμνάζει σε αυτό αλλά φεύγει κάτω από το προαναφερθέν στρώμα από πέτρες.
Έτσι λοιπόν το Γυμναστήριο είναι κατάλληλο για να δεχθεί οποιεσδήποτε μορφής και με οποιαδήποτε καιρικές συνθήκες αγώνες.
Έτσι φθάνουμε στα 1946 μέχρι και το 1954.

Το ποδόσφαιρο κυριαρχεί την περίοδο αυτή όπου και είναι η «ΧΡΥΣΗ ΕΠΟΧΗ» του Ρεθυμνιώτικου ποδοσφαίρου. Πέντε είναι οι ποδοσφαιρικές ομάδες της εποχής εκείνης :
o «ΑΣΤΕΡΑΣ» ο «ΚΕΡΑΥΝΟΣ» το «ΑΡΑΡΑΤ» ο «ΑΤΡΟΜΗΤΟΣ» και ο «ΑΡΗΣ ΠΕΡΙΒΟΛΙΩΝ».
Την περίοδο αυτή το Γυμναστήριο δεν διαθέτει πέτρινα καθίσματα. Οι φίλαθλοι λοιπόν δίνοντας κάποιο μικρό χρηματικό ποσόν, νοίκιαζαν καρέκλες ώστε να παρακολουθήσουν τον αγώνα πιο ξεκούραστα.
Μόνο το Δυτικό μέρος του Γυμναστηριου είναι με τοίχο για να το προστατεύει από τη θάλασσα που ήταν δίπλα του.
Αργότερα και επί πρωθυπουργίας του Γεωργίου Παπανδρέου, το Γυμναστήριο γίνεται σύγχρονο με κερκίδες και όλες τις κατάλληλες και αναγκαίες εγκαταστάσεις ώστε στο μίνιμουμ να χωράει 1.500 άτομα και στο μάξιμουμ 2.500 ατομα.

Σήμερα ο χώρος αυτός ονομάζεται Εθνικό Στάδιο Ρεθύμνου (Σοχώρα) και ανήκει στην Γενική Γραμματεία Αθλητισμού.

Πηγή: Τοπικές εφημερίδες

Δημοσιογραφική έρευνα-Επιμέλεια-Ρετουσάρισμα
Ιωάννης Μιχ. Δογάνης
Συνταξιούχος Βιβλιοθηκάριος
topaliorethemnos.blogspot.com

Οι «κυρατζήδες» – Επιμέλεια Ιωάννη Δογάνη

20110605-143236.jpg
Παλαιότερα χρόνια, που δεν υπήρχε αυτοκινητιστική συγκοινωνία οι μεταφορές των προιοντων από τα χωριά του Νομού στην πόλη, γίνονταν με μουλάρια και γαϊδουράκια. Χρειαζότανε ολόκληρη μέρα για να διασχίσουν οι άνθρωποι την απόσταση από τα απομακρυσμένα χωριά για να φθάσουν στη Χώρα ως αποκαλούσαν το Ρέθυμνο.

Αφάνταστοι ήταν οι κόποι και οι ταλαιπωρίες των επισκεπτών. Οι δρόμοι ήσαν καλντεριμένιοι και ανώμαλοι. Αν ήσαν χωματένιοι ήσαν αδιάβατοι κατά τον χειμώνα από τις λάσπες…

Η βροχή τους έκανε μουσκίδι. Το δριμύ ψύχος τους βελόνιαζε. Ο καύσωνας του καλοκαιριού τους έψηνε Πεζοί ή καβαλλαραίοι μικρή ήταν η διαφορά!

Είτε ανέβαιναν τις ανηφοριές είτε κατέβαιναν στις κατηφοριές τα γαϊδουράκια σταματούσαν υπό το βάρος του καβαλάρη αφεντικού. Αναγκαζόταν τότε να (ξεπεζεύουν) κατέρχονται. Αν ήσαν φορτωμένα τα υπομονητικά τετράποδα, οι συνοδοί των τα βάσταζαν για να προχωρούν. Αλλιώς περπατούσαν ζάλο-ζάλο, μετρούσαν τα βήματα όσοι είχαν μουλάρια τα κατάφερναν καλύτερα, προχωρούσαν με άνεση και έφταναν στον προορισμό τους συντομότερα. Τις μεταφορές των εκτελούσαν ξεκούραστα και ανεχόλιαστα. Απόσταση 30 χιλιομέτρων διανυότανε σε 6-7 ώρες, ξεκινούσαν το πρωί για να φθάσουν στη Χώρα το μεσημέρι. Διέθεταν το απόγευμα για τα πουσούνια των (προμήθειες- ψώνια) διανυκτέρευαν σε γνωστά πανδοχεία τότε που διέθεταν στάβλο για τα ζώα, φαγητό για τους πελάτες και οντάδες για ύπνο. Λιγοστοί κοιμόνταν σε Ξενοδοχεία ύπνου.

Το πρωί της επόμενης έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής. Απόσταση 50 χιλιομέτρων διανυότανε σε 15 ώρες. Αυτοί πολλές φορές διανυκτέρευαν εις υπάρχοντα ενδιάμεσα χάνια, ως τις Καρές, της Πέτρας, του Δούλγερη, του Χλιαούτη, του Αδάμη το Ντουκιάνι κ.τ.λ. Βάσανα και κακό.

Ολόκληρη ζωή χρειαζότανε να κανείς τις μεταφορές για να χτίσεις σπίτι με κεραμίδια ή οντά με σανίδια, απαιτούνταν πολλοί παράδες για να πλερώνεις «Κυρατζήδες» ή επαγγελματίες μεταφορείς.

Συνεταιρίζονταν ανά δυό η τρείς σε μια παρέα, καθένας τους είχε δυο δυνατά μουλάρια, με αυτά εκτελούσαν ξένες μεταφορές. Έπαιρναν «κυρά» κατ οκάν ανάλογα με την απόσταση και το είδος του φορτίου. Μισή ως μια δραχμή, το αγώι ως λέμε σήμερον.

Οι κυρατζήδες ή αγωγιάτες εξυπηρετούσαν τότε μια κατάσταση ανάγκης. Προσέφεραν υπηρεσία εις τους βασανιζόμενους χωρικούς, με το αζημίωτο. Μετέφεραν τα προιόντα από τα χωριά στην πόλη, λάδι , χαρούπι, βελανίδι, πυρήνα. Στον Πλακιά και Δαμνόνι και επέστρεφαν κατάφορτοι από είδη εμπορίου όπως σαπούνι, όσπρια, ρύζι, φρίσσες, μπακαλιάρο κ.τ.λ

Διπλό αγώι λοιπόν, το είχαν δίπορτο, σπάνια επανέρχονταν αδειανοί.

Απόσπασμα από το βιβλίο «ΟΙ ΚΑΤΑΧΑΝΑΔΕΣ» του Α. Σταυρουλάκη (Κρητικές Ηθογραφίες)

Δημοσιογραφική έρευνα-Επιμέλεια-Ρετουσάρισμα
Ιωάννης Μιχ. Δογάνης
Συνταξιούχος Βιβλιοθηκάριος
topaliorethemnos.blogspot.com

Τουρκορεθεμνιώτικοι Ντεκέδες

Ρέθεμνος-έτος 1910 περίπου. Οι τουρκικοί ντεκέδες ήταν πολλοί στο Ρέθεμνος. Ιδίως οι δυο αιρετικοί που βρισκότανε έξω από αυτό ήταν και οι πιο σημαντικοί.

Ο ένας από αυτούς ήτανε στο Μασταμπά που ήταν ο ντεκές των Μπιχτασήδων και του σημερινού Ορφανοτροφείου που ήταν ο ντεκές των Μεβλεβιδων. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι οι τουρκορεθεμνιώτες είχανε ανεπτυγμένο σε μεγάλο βαθμό το θρησκευτικό αίσθημα αλλά και ως άνθρωποι με ανωτερότητα και καλοσύνη, που δεν μπορούμε να το αρνηθούμε.

Τον ντεκέ λοιπόν των Μεβλεβιδων διέκρινε η πανηγυρική των Ιερουργία. Οι Χοτζάδες των, φορούσαν ωραία άμφια, ένας μάλιστα έπαιζε και όργανο μουσικό τύπου φλάουτο, χορωδία δε που έψαλλε την συμπλήρωνε.

Όσοι παρέστησαν σ’ αυτή, μερικοί επιστήμονες μας και διανοούμενοι, ζήτησαν άδεια και ευγενικά τους δόθηκε, δεν μπορούσαν να την λησμονήσουν, την οποία οι Τούρκοι απέδιδαν άρτια αλλά και ρυθμικά και ωραία Ο ντεκές του Μασταμπά ήτανε Εκκλησία Βυζαντινού ρυθμού και είχε δώδεκα τρούλους. Ο πορφητής του Φρουρίου Ρεθύμνης αμέσως με την κατάληψη τος Ρεθύμνης,την μετέτρεψε σε τζαμί και αργότερα έγινε Μοναστήρι Τούρκικο. Ο ντεκές των Μπεχτασιδων ήταν άλλης αιρέσεως.

Τον ντεκέ αυτό τιμούσαν οι Γιανίτσαροι και εσέβοντο γιατί ένας Ιερωμένος Οθωμανός ο Μπειχτάς ή Βειχτάς, ευλόγησε το πρώτο Τάγμα των Γιανίτσαρων επί Σουλτάνου Ουρχάν Ύπατου Οσμαν και Ιδρυτού του Κράτους των Οσμάνιδων κατα το ετος 1327 μ.χ. Σειχης δηλαδη Ηγουμενος του ντεκε αυτου ητανε ο συμπολιτης Χατζη Χασαν Μπαμπα Ουσταζαδέ, πλούσιος πολύ μορφωμένος, κοινωνικός και ανώτερος άνθρωπος. Αυτός καταγότανε από μια Ενετική οικογένεια, εξισλαμισθείσα που είχε στην περιφέρεια του Ρεθέμνου, πολλά και μεγάλα τσιφλίκια αυτή ήταν σε ακίνητη περιουσία η οποία ήταν καθώς φαίνεται και η αιτία του ξιλαμισμού της.

Ονομαζότανε Τοκλά-Μπέης. Είχε δυο γιους και δυο κόρες. Οι γιοι του σπούδασαν στο εξωτερικό, ο ένας από αυτούς ήτανε μάλιστα και εφευρέτης, την οποία εφεύρεση του πούλησε στο Γαλλικό κράτος και απέκτησε μεγάλη περιουσία και παντρεύτηκε Γαλλίδα και έμεινε όπως και ο άλλος αδερφός του στην Γαλλία.

Οι κόρες του ήταν εξαιρετικά ωραίες σωστές καλλονές. Την μια από αυτές ο Ουστάς (δηλαδή ο Αρχηγός) των Γιανίτσαρων Ρεθύμνης ζήτησε σε γάμο Στο Τοκμά-Μπέη δεν καλοφάνηκε το γεγονός αυτό, αλλά του Ουστα η δύναμης ήτανε μεγάλη και δεν μπορούσε να αρνηθεί.

Δέχθηκε λοιπόν και του έδωσε πολλά κτήματα ως προίκα. Αυτή αργότερα τον έπεισε να παραιτηθεί και παραιτήθηκε αλλά εξακολουθούσε να έχει μεγάλη επιρροή στο σώμα ως τέως αρχηγός. Εγγονός αυτού ήτανε ο Σεΐχης του ντεκέ των Μπεχτασιδων Χατζή Χασάν Μπαμπάς Ουσταζαδέ, γι’αυτό και η προσθήκη στο όνομα του ήτανε Ουσταζαδέ.

Άλλος ντεκές ήτανε έναντι της Καθολικής Εκκλησίας με Σεΐχη τον γνωστό Τουρκορεθεμνιώτη Σελαμ-Μπαμπα και ένας άλλος στη Νερατζέ δίπλα εις το τζαμί (Ωδείο), με Σεΐχη τον πατέρα του και τον αδερφό του Ρεθυμνιώτη Γ.Σ, είχαν δε το επώνυμο Ντεμιραγδακι.

Πηγη: Τοπικες εφημεριδες

Δημοσιογραφική έρευνα-Επιμέλεια-Ρετουσάρισμα
Ιωάννης Μιχ. Δογάνης
Συνταξιούχος Βιβλιοθηκάριος

topaliorethemnos.blogspot.com

Το Θρυλικό Ατμόπολοιο «Αρκάδι»

Το θρυλικό ατμόπλοιο «ΑΡΚΑΔΙ» αγοράστηκε το έτος 1867 από τον Γ. Παπαγιάννη ιδρυτή της μεγάλης υπερωκεανίου ατμοπλοΐας «ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ και ΜΑΚΙΒΕΡ» της οποίας τα ατμόπλοια εξυπηρετούσαν τακτικά την συγκοινωνία Λονδίνο-Ερμούπολη και ονομάστηκε έτσι σε τιμή της ενδόξου ιεράς Μονής ΑΡΚΑΔΙΟΥ, κατατάσσεται δε μεταξύ των ελαφρών καταδρομικών πλοίων και των ταχύπλοων ΕΝΩΣΙΣ και ΚΡΗΤΗ, τα οποία με πληρώματα και πλοιάρχους του Κουρέντη-Σουρμελή-Κοτζιά-Κιοσσέ-Ορλώφ-Αγγελικάρα και Σαχτούρη, της εις την Ερμούπολι-Συρου «ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΤΜΟΠΛΟΙΑΣ» προσέφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες κατά την επανάσταση των Κρητικών του 1866-1869.

Δεν ήταν μόνο η μεταφορά με αυτά εις την Μεγαλόνησο εθελοντών Ελλήνων και φιλελλήνων, αλλά και εφόδια-τρόφιμα, ρούχα, παπούτσια, όπλα, πυρίτιδα κ.λ.π -καθώς και από την Κρήτη μεταφορά στη Σύρο τραυματιών και χιλιάδων προσφύγων από τον άμαχο πληθυσμό.Το άξιο θαυμασμού για τη δράση των παραπάνω ατμόπλοιων είναι ο συνεχής ανεφοδιασμός από αυτά των Κρητικών, τον οποίο για να τον πραγματοποιήσουν, έπρεπε να περάσουν και να διασπάσουν το ναυτικό αποκλεισμό του νησιού από τον ισχυρό Τουρκικό στόλο ο οποίος αποτελείτο από πλοία περισσότερα, μεγαλύτερα, ταχύτερα και καλύτερα εξοπλισμένα τα οποία είχαν αγοραστεί πρόσφατα από την Αγγλία, μάλιστα πολλά από αυτά ενισχύθηκαν από ξένους αξιωματικούς από την Αγγλία και Γαλλία, οι οποίοι είχαν Τουρκόφιλη πολιτική. Ως παράδειγμα είναι ο Άγγλος πλοίαρχος ΧΟΒΑΡΤ, στον οποίο η τουρκική κυβέρνηση προσέφερε την θέση του Αντιναυάρχου και ο οποίος με τα νέα τουρκικά καταδρομικά «ΧΟΥΝΔΑΒΕΚΙΡ» και «ΙΤΖΕΔΙΝ» ναυμάχησε την ίδια εποχή και πριν την ναυμαχία του «ΑΡΚΑΔΙΟΥ» με το «ΕΝΩΣΙΣ» κοντά στην Σύρο όταν γύριζε πίσω από την Κρήτη και στην εκτέλεση της υπηρεσίας του για τον ανεφοδιασμό των μαχητών της ελευθερίας.

Το «ΕΝΩΣΙΣ» κατόρθωσε και κατέφυγε στο λιμάνι της Σύρου και σώθηκε, ενώ το «ΑΡΚΑΔΙ» δεν κατόρθωσε να διαφύγει την αποφασιστική σύγκρουση με τον τούρκικο στόλο και αυτή είχε σαν αποτέλεσμα την καταστροφή του.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΘΡΥΛΙΚΟΥ ΑΤΜΟΠΛΟΙΟΥ «ΑΡΚΑΔΙ»

Με όλα αυτά το «Αρκάδι» διατηρούσε ταξιδεύοντας με πλοίαρχους του Αγγελικαρά, Κοτζιάν και Κιοσέν, την επανάσταση με τα εφόδια, τα οποία έφερνε στο νησί.
Εκτελούσε το 23ό ταξίδι του ήταν όμως το πεπρωμένο του, όμοιο όπως η ολοκαυτωθείσα Μονή, της οποίας έφερε επάξια το όνομα της, να γίνει και αυτό ολοκαύτωμα για την ελευθερία των Κρητών.
Απεπλευσε την 4ή Αυγούστου με πλοίαρχο του Κουρεντή, υποπλοίαρχους τους Παυλίδη και Καλλιγά και πρωτέα τον Σφακιανό περίφημο Εμμανουήλ Τσαρδή, με πλήρωμα 120 άνδρες από τους οποίους διακρινόταν ο μεγάλος και σε χρόνια αγωνιστής Ματζουράνης και από μερικούς υπαξιωματικούς οι οποίοι αυτοί μόνο γνώριζαν τον χειρισμό των πυροβόλων του πλοίου, αγκυροβόλησε κατά την 11ήν ώρα της νύχτας στην Αγία Ρούμελη.
Εχθρικό πλοίο είπε ο πλοίαρχος δείχνοντας φωτεινό σημείο σε μεγάλη απόσταση στον ορίζοντα.
Το «Αρκάδι» τότε αναγκάσθηκε να προχωρήσει βαθιά στο πέλαγος, οπού ολόκληρη την ημέρα την πέρασε πίσω από το νησί της Γαύδου, οπού αναγκάστηκε να καταφύγει.
Κατά τις εννέα το βράδυ ετοιμαζότανε να επιστρέψει στην Αγία Ρούμελη. Αφού κατέπλευσε στον όρμο της άρχισε να ξεφορτώνει.Ξαφνικά φάνηκε τουρκικό ατμόπλοιο και ήταν το «Ιτζεδίν»Το τουρκικό μόλις αντιλήφθηκε το «Αρκάδι», έδωσε σήμα σε δυο τουρκικές φρεγάτες που ήταν αγκυροβολημένες εκεί κοντά και αμέσως άρχισαν την καταδίωξη.Αποφεύγοντας το «Αρκάδι» τις δύο φρεγάτες και χωρίς καμία ζημιά εξακολούθησε να προχωράει με σκοπόν να περάσει το ακρωτήρι
«Κριού μέτωπο» πυροβολώντας και πυροβολούμενο από τι «Ιτζεδίν» που το είχε πλησιάσει πολύ, όταν κάποια στιγμή μια ολέθρια σφαίρα, έπληξε και κατέστρεψε τον δεξιό τροχό του «Αρκαδίου». Αμέσως η ταχύτητα του πλοίου λιγόστεψε σημαντικά, ταξιδεύοντας μόνο με τον αριστερό τροχό βλέποντας το «Αρκάδι», ότι διατρέχει τον κίνδυνο να συντριβεί από την πλώρη του εχθρού που είδη το είχε πλησιάσει πολύ.
Τη στιγμή αυτή οι εθελοντές φοβηθήκανε και μπήκαν στις βάρκες για να σωθούν, αυτές όμως αναποδογύρισαν και περίπου 50 άτομα πνιγήκανε.
Τα πλευρά των δυο πλοίων είχαν κολλήσει μεταξύ τους, οπότε το χρονικό αυτό διάστημα τα πληρώματα με τα όπλα στα χέρια μαχότανε.
Όταν τα πλοία ξεκόλλησαν μεταξύ τους το «Αρκάδι» ήτανε χωρισμένο σχεδόν στη μέση. Βλέποντας λοιπόν ο Κουρεντής τη θέση στην οποία βρισκότανε αυτοί και το πλοίο, έριξε το πλοίο στη ξηρά, στην ακτή της Παλαιόχωρας οπού και προσάραξε. Το πλήρωμα αμέσως πήδηξε στην ξηρά, αφού τελευταίος βγήκε ο υποπλοίαρχος Παυλίδης, ο οποίος άνοιξε το αμπάρι του πλοίου από όπου βγήκανε τα επιβιβασθέντα στην Αγία Ρούμελη γυναικόπαιδα.Η απόφαση αυτή του Κουρεντή, έσωσε ευτυχώς το πλήρωμα, το οποίο θα έπιαναν οι Τούρκοι αιχμάλωτο ή θα πνιγότανε μαζί με το «Αρκάδι».
Ο Κουρεντής με το πλήρωμα κατέφυγε στα Σφακιά και μετά στον Ομαλό, οι οποίοι έτυχαν κάθε δυνατή περιποίηση από τους επαναστάτες , ο δε Παυλίδης κατέφυγε σε μια σπηλιά κοντά στο χωριό «Σκλαβοπούλα», οπότε μετά πήγε στα Τεμένια και από εκεί μέσω Σούγιας στα Σφακιά.
Το «Αρκάδι» εγκαταλελειμμένο στην παραλία της Παλαιόχωρας, περιήλθε ολόκληρο και σώο στα χέρια των Τούρκων. Έσπευσαν μερικοί Κρητικοί και έβαλαν φωτιά στο πλοίο, με σκοπό να το κάψουν. Η φωτιά του προξένησε σημαντικές ζημιές, αλλά δεν κάηκε. Οι Τούρκοι αφού το ρυμουλκήσανε (ότι είχε μείνει από το «Αρκάδι») το μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη, ένδοξο τρόπαιο της αδόξου νίκης του.
Ο Ομέρ από τα Χανιά, πριν πάρει ακριβείς πληροφορίες, αμέσως ανέφερε στον Σουλτάνο το κατόρθωμα αυτό του τουρκικού στόλου, έγραψε ως εξής για την ναυμαχία:
«Το Αρκάδι το οποίο πρίν από πολλούς μήνες μετέφερε στην Κρήτη εθελοντές, τρόφιμα και πολεμοφόδια παντός είδους, παρατηρήθηκε απέναντι από την Αγία Ρούμελη, τη νύχτα στις 8 Αυγούστου από το «Ιτζεδίν|», που είναι πλοίο του Αυτοκρατορικού στόλου, διοικούμενο από τον Χασάν Βέη, όπου παρέπλεε τα παράλια αυτά.
Το οθωμανικό θωρηκτό επιτέθηκε εναντίον του Ελληνικού καταδρομικού και αγώνας μεγάλος με το πυροβολικό τους, έγινε μεταξύ των δυο πλοιων.Το «Αρκάδι» αφού έπαθε πολλές ζημιές και ήταν έτοιμο να υποκύψει, δοκίμασε να ανοιχτεί στο πέλαγος. Το «Ιτζεδίν» ταχύτερο καταδίωξε το πειρατικό και σε λίγο το πλησίασε.Τότε έγινε μάχη από κοντά, η οποία τέλειωσε με τον θάνατο του πλοιάρχου του «Αρκαδίου», του πηδαλιούχου και των περισσότερων από το πλήρωμα του. Κατά την μάχη αυτή αυτή, μια οβίδα από το εχθρικό πλοίο, έσκασε στην γέφυρα του «Ιτζεδίν» και σκότωσε ή τραυμάτισε πέντε ή έξι ναύτες.
Ο Οθωμανός πλοίαρχος και όλο το πλήρωμα έδωσαν γενναία μάχη, η οποία διήρκεσε από τις 10ή ώρα τη νύχτα μέχρι τις τέσσερις το πρωί. Τέλος ο Χασάν Βέης έδωσε στο πλοίο του ελαφρά κίνηση προς τα πίσω, άρχισε να το εμβολίζει, συντρίβοντας τον δεξιό τροχό του. Το πειρατικό τότε πλοίο εξόκειλε στους υφάλους της ακτής. Ο σκελετός του έπλεε ακόμη όταν το υπόλοιπο πλήρωμα του, έβαλε φωτιά να το κάψει. Τα πυροβόλα του «Αρκαδίου», μεταφέρθηκαν στη θωρηκτή φρεγάτα Μαχμουτιέ και άρχισε η ανέλκυση της μηχανής.
Έτσι καταστράφηκε το πειρατικό τούτο πλοίο το οποίο χρησίμευσε στο να μεταφέρονται στη δύστυχη νήσο της Κρήτης, τόσοι εγκληματίες και πλανητές και το οποίο έγινε η σπουδαιότερη αιτία για τα δεινά τα οποία υπέστη η νήσος αυτή.

«ΑΡΚΑΔΙ» Ο ΙΓ’ ΠΛΟΥΣ Α’

Που είσαι και δε φαίνεσαι,αγαπημένο «Αρκάδι:»
το μεσημέρι πέρασε, εδιάβηκε το βράδυ
κι’ακόμη δεν εφάνηκαν τα κάτασπρα πανιά σου…
Στην Κρήτη μην απόμεινες μαζί με τα παιδιά σου:
Μην πολεμάς με το βοριά, μην παίζεις στη γαλήνη
Γεράκι της Αμερικής, Ελληνικό δελφίνι:
Άχ! είδηση μας έφεραν πικρή, φαρμακωμένη
και στ’ακρογιάλια τρέχουμε για σένα τρομαγμένοι!
Παιδάκι πούσθε άγγελοι κι’εχετε χάρη τόση,
Παρακαλείτε το Χριστό τ’ «Αρκάδι» μας να σώσει
Γέρωντες που του τάφου σας τα χώματα πατείτε
Κι είσθε γειτόνοι του ουρανού, και σείς παρακαλείτε…
Άχ! ένα μόνο τόχομε, ειν’ένα το καημένο!
Μας τόχουνε τ’ αδέρφια μας απ’ τη Φραγκιά σταλμένο.
Και με αυτό εστέλναμε το ύστερο ψωμί μας
το ύστερο το φόρεμα και κάπου το σπαθί μας…
Μ’αυτό ταξίδευες, θεά της Σαλαμίνας μόνη
και τα πελάγη έσχιζες κρατώντας το τιμόνι!
Παιδάκια, πούσθε άγγελοι, κι έχετε χάρη τόση
Παρακαλείτε το Χριστό τ’ «Αρκάδι» μας να σώσει!
Τ’ Αρκάδι!..Ξέρετε, παιδιά, τι είναι το Αρκάδι:
Είναι το γλυκοχάραμα στης Κρήτης το σκοτάδι!
Είναι το μάννα τουρανού που τρέφει τα παιδιά μας,
είναι οι Σπέτσες, τα Ψαρά, η Ύδρα, η καρδία μας
είναι της Κρήτης η ζωή, το άγιο φυλαχτό της,
είναι η Ελλάς ολόκληρη μαζί με τόνειρο της!…

Πηγή:Τοπικές εφημερίδες
Δημοσιογραφική έρευνα-Επιμέλεια-Ρετουσάρισμα
Ιωάννης Μιχ. Δογάνης
Συνταξιούχος Βιβλιοθηκάριος

topaliorethemnos.blogspot.com

Νίκος Σταυρινίδης: Ο Μεγάλος Πρόσφυγας – Μικρασιάτης Κρητολόγος

Μικρά Ασία-Σμύρνη, Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 1922.

Περιμένοντας τους βαρβάρους όλοι ετοιμάζονται:

Οι Χριστιανοί,Έλληνες και Αρμένιοι, με το προαίσθημα του θανάτου. Οι Ευρωπαίοι της ξηράς με το φόβο μήπως διακινδυνεύσουν και αυτοί. Και οι Ευρωπαίοι της θάλασσας, πάνω στα πολεμικά πλοία τους, με την κρυφή ελπίδα να απολαύσουν κάποιο συνταρακτικό θέαμα. Το θέαμα μιάς προαποφασισθείσης τραγωδίας.

Αντίθετα με το Καβαφικό ποίημα οι βάρβαροι, δυστυχώς φτάνουν στη δύστυχη πόλη το Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου και το Τούρκικο ιππικό αναπτύσσεται στην προκυμαία. Τα Ελληνικά στρατεύματα κατεβαίνουν προς τον Τσεσμέ. Οι θηριωδίες αρχίζουν την ίδια νύχτα. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν και οι σπαρακτικές φωνές υψώνονταν παντού…Οι συμμαχικοί στόλοι μένουν απαθείς…

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου: Ο μεγάλος Νουρεντίν παραδίδει τον ηρωικό μητροπολίτη Χρυσόστομο στον όχλο.

Τον άρπαξαν, τον έσυραν από την γενειάδα, του έβγαλαν τα μάτια με ένα μαχαίρι, του έσκισαν τα ράσα, ποδοπάτησαν το καλυμμαύκι…τον λιθοβόλησαν φωνάζοντας «ξεσκίστε τον το σκύλο» και οι δήμιοι μεταξύ τον οποίον και παιδιά, πήραν από ένα τμήμα του διαμελισμένου σώματος και το περιέφεραν σε διάφορες συνοικίες ουρλιάζοντας…

Ο τρόμος και το αίμα πρωταγωνιστούσαν στη μαρτυρική πόλη…

Τρεις μέρες μετά η πόλη πυρπολείται, καίγεται…

Δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός, ούτε είχε σχέση με το Ελληνικό ή Αρμένικο στοιχείο. Ήταν μια καλά σχεδιασμένη από τους Κεμαλικούς πράξη, που αποσκοπούσε στον ολοκληρωτικό αφανισμό του Ελληνικού Μικρασιατικού Κέντρου και μαζί του και όλων των Ελληνικών πληθυσμών, ταυτόχρονα οι φρικαλεότητες συνεχίζονταν. Πυροβολούν παιδιά, βιάζουν και δολοφονούν γυναίκες, σταυρώνουν και πεταλώνουν ιερείς. Διασκεδάζουν σκοτώνοντας όσους προσπαθούν να γλιτώσουν από τις φλόγες που τύλιγαν τα σπίτια τους…

Από την Τετάρτη ως το Σάββατο (13-16 Σεπτεμβρίου) μαινόταν η φωτιά και συνεχιζόταν η ανελέητη σφαγή.

Οι λίγοι τυχεροί κατάφερναν να επιβιβαστούν σε κάποιο πλεούμενο. Οι περισσότεροι «πέθαιναν» πολλές φορές πριν πεθάνουν.

Γύρω στις 150.000 συλλαμβάνονται και στέλνονται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα βάθη της Ανατολής. Στη διαδρομή οι περισσότεροι ή φονεύονται ή πεθαίνουν από κακουχίες. Αλλά και αυτοί που τελικά φθάνουν στο προορισμό τους, δε θα έχουν και καλύτερη τύχη.

Ένας πρόσφυγας διηγείται πως είδε και έζησε ο ίδιος τα γεγόνοτα. Πλήρωσε μαζί με άλλους,4.000 φράγκα σε ένα λεβαντίνο, για να τους περάσει με το σκάφος του στη Σάμο.

Η αισχροκέρδεια και η εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου δεν έλειπαν ούτε τις τρομακτικές εκείνες στιγμές.

Οι θηριωδίες, που στα Βουρλά και σε άλλες περιοχές ξεπερνούσαν την ανθρώπινη φαντασία και προκαλούν ανείπωτη ντροπή για το ανθρώπινο γένος, γράφουν το τελευταίο επεισόδιο της ζωντανής τραγωδίας. Μάταια όλοι περίμεναν κάποιο «από μηχανής Θεόν» για να δώσει λύση.

Φαίνεται όμως ότι αυτός μόνο στις αρχαίες τραγωδίες με το μυθικό περιεχόμενο εμφανιζόταν…

Ο Σταυρινίδης ήρθε στην Ελλάδα το Σεπτέμβριο του 1922,αφού γλίτωσε ως εκ θαύματος από την Τούρκικη αιχμαλωσία και τις μεγάλες σφαγές της Σμύρνης.

Η ζωή του είναι ολόκληρη μια περιπέτεια. Γεννήθηκε στο χωριό Σα’ί’π,στην Ερυθραία της Μικράς Ασίας το 1895.

Ο Σταυρινίδης σπούδασε στο Ελληνογαλλικό Λύκειο του Χρ.Αρώνη στη Σμύρνη, καθώς και στην Αγγλική Σχολή Μπάξερ της ίδιας πόλης. Προικισμένος με εκπληκτική μνήμη και διάθεση για ξένες γλώσσες έμαθε θαυμάσια γαλλικά,αγλλικά,γερμανικά και ιταλικά.

Ως μητρική γλώσσα έμαθε μαζί με την Ελληνική και την Τουρκική και αύξησε τις γνώσεις του κοντά σε μεγάλους Τούρκους δασκάλους.Ο Σταυρινίδης ήταν από τους ελάχιστους Έλληνες που γνώριζε εξαίρετα την προκεμαλική τουρκική γλώσσα με όλους τους τύπους γραφής της, που είναι εφτά. Θεωρείτο μάλιστα αυθεντία σε θέματα ανάγνωσης παλιών τουρκικών εγγράφων και μόνο ο Δημητριάδης στη Θεσσαλονίκη μπορούσε να συγκριθεί μαζί του.Ο Σταυρινίδης εγκαταστάθηκε στον Πειραιά ως το 1925.Λόγοι οικογενειακοί τον έφεραν στην Κρήτη το 1925. Η επιστημονική του δράση αρχίζει ουσιαστικά από το 1937 οπότε ο Σταυρινίδης διορίστηκε στην υπηρεσία του Δήμου Ηρακλείου με τον κατώτερο βαθμό και μισθό.

Οργανώθηκε ένα μικρό γραφείο,όπου άρχισε το μεταφραστικό έργο του. Όλη η υπόλοιπη ζωή του πέρασε μέσα στο μικρό γραφείο της Βικελαίας Βιβλιοθήκης, ανάμεσα σε σωρούς από βιβλία και χειρόγραφα.Το 1945 ο Σταυρινίδης ανέλαβε αμισθί την διεύθυνση της και εργάστηκε με ιδιαίτερο ζήλο για την οργάνωση ,την ταξινόμηση και τον ευρετηριασμό των πολύτιμων θησαυρών της.

Ο Σταυρινίδης κατανόησε την σημασία των κωδικών του τούρκικου Ιεροδικείου Ηρακλείου,που αποτέλεσαν το γνωστό Τούρκικο αρχείο, μαζί με ορισμένα άλλα χειρόγραφα. Ήταν μια σημαντική και δυσπρόσιτη πηγή της κρητικής ιστορίας κατά τη φοβερότερη περίοδο της,την περίοδο της Τουρκοκρατίας (1669-1898). Ο Σταυρινίδης συνέλαβε την ιδέα να μεταφράσει τα έγγραφα αυτά,για να χρησιμοποιηθούν ιστορικές πηγές και έκαμε το έργο αυτό έργο ζωής.

Το μεταφραστικό έργο του Σταυρινίδη περιλανβάνει 2840 μεταφράσεις εγγράφων κρατικών και ιδιωτικών που καλύπτουν την πρώτη περίπου εκατονταετία της τουρκοκρατίας στην Κρήτη, ως τα 1764.

Έτσι έμειναν αμετάφραστα σπουδαιότατα έγγραφα για μεγάλα γεγονότα όπως είναι η επανάσταση του Δασκαλογιάννη ή η επανάσταση του 1821.

Ωστόσο το τεράστιο αυτό έργο, είναι προιόν της αγάπης και του αθόρυβου μόχθου ενός μόνο ανθρώπου, είναι ένα μέγα μνημείο εθνικής προσφοράς. Τα έγγραφα αυτά διαφωτίζουν σκοτεινές πτυχές της τοπικής ιστορίας, σε καιρούς χαλεπούς και βοηθούν στη λύση μεγάλων ιστορικών προβλημάτων όπως είναι οι εξισλαμισμοί, ομαδικοί ή ατομικοί, εκούσιοι ή βίαιοι, το φορολογικό σύστημα, οι αυθαιρεσίες των Τούρκων γενίτσαρων, οι μικτοί γάμοι, η οργάνωση και διοίκηση της κρητικής Εκκλησίας, η ανασυγκρότηση των μοναστικών κέντρων, η συμπεριφορά των ντόπιων μουσουλμάνων, το δουλεμπόριο και πολλά άλλα.

Για το μεταφραστικό έργο του ο ίδιος ο Σταυρινίδης έγραφε σκαλίζοντας και ερευνώντας σαράντα χρόνια και περισσότερα τους γεμάτους σκόνη κώδικες, αισθανόταν μεγάλη ευχαρίστηση βρίσκοντας σ»αυτούς πολύτιμα άγνωστα ιστορικά στοιχεία, τα οποία για πρώτη φορά έρχονταν στο φως της δημοσιότητας.

Η απασχόληση αυτή στο «παρθένο» τούτο αρχείο έγινε έργο ζωής για μένα. Ονομάζω αυτό «παρθένο» γιατί όταν πριν από δυό και τρείς αιώνες γράφτηκαν τα έγγραφα στους κώδικες αυτούς κανένας δεν ερεύνησε, ούτε φυλλομέτρησε αυτούς, έτσι ώστε και αυτή ακόμα η απορροφητική σκόνη, την οποίαν χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι για το στέγνωμα της μελάνης, να διατηρείται ατόφια από τότε μέχρι σήμερα. Αλλά ακόμα όταν οι κώδικες πέρασαν στα χέρια της Κρητικής πολιτείας, κανείς από τους ντόπιους, θέλησε να ασχοληθεί με αυτούς. Ίσως η πρωτοτυπία των γραφόμενων από το Ιεροδικείο και το Διβάνι, η ποικιλία με αραβική γραφή των εγγράφων αυτών και ακόμη η έλλειψη τουρκομαθών και με ιστορική κατάρτιση για την κατανόηση της σημασίας και του λόγου για τον οποίο γραφτήκανε και στάλθηκαν οι κυβερνητικές αυτές παπάγες (φιρμάνια) και τα λοιπά έγγραφα, να εμπόδισαν αυτούς που ήθελαν να ασχοληθούν με την έρευνα και τη μελέτη των κωδικών αυτών…

Για το τεράστιο αυτό έργο του ο Νίκος Σταυρινίδης, βραβεύτηκε το 1976 από την Ακαδημία Αθηνών.

Τέλος, εδώ και μερικά χρόνια ο Νίκος Σταυρινίδης έχει πεθάνει.

Πηγή:Τοπικές εφημερίδες
Το παρόν κείμενο έχει δημοσιευθεί και στην εφημερίδα Πατρίς στις 02.05.2011

Δημοσιογραφική έρευνα-Επιμέλεια-Ρετουσάρισμα
Ιωάννης Μιχ. Δογάνης
Συνταξιούχος Βιβλιοθηκάριος
topaliorethemnos.blogspot.com

«Οι Χοχλιδολόγοι», επιμέλεια Ιωάννη Δογάνη

Στην Κρήτη λέμε την παροιμία: «Κάθε πράγμα στον καιρό του κι ο χοχλιός τον Αύγουστο». Αλλού λένε κοχλιός. Βέβαια τον Αύγουστο είναι οι χοχλιοί πολύ νόστιμοι γιατί είναι όλο λίπος.

Είναι επτάπαχοι. Τον Δεκαπεντάρη που νηστεύουμε το λάδι μας προσφέρουν μεγάλη υπηρεσία. Αντικαθιστούν το ψάρι, «Ψάρι της ξηράς» το έλεγε ο ετυμολόγος Δουμενέας.

Πριν φθάσει ο Δεκαπεντάρης οι χοχλιδολόγοι τους αναζητούν στις ριζοβουνιές, στις χαλέπες, στους τροχάλους και στους ξερότοιχους.

Ένα κυνήγι που δεν αποδίδει, γιατί μπορεί να χασομερά κανένας από την αυγή μέχρι το μέγα μεσημέρι μέσα στο αφόρητο λιοπύρι του Δευτερογούλη, χωρίς να κατορθώσει να βρεί μια ψηματέ. Ιδίως αν δεν ξέρει τις «τοπές» των ή αν είναι ατζαμής ο χοχλιδολόγος.

Πολλοί που επιδίδονται σ’αυτό το σπόρ έχουν αποκτήσει ειδικότητα. Ξέρουν από τη μια χρονιά έως την άλλη που θα βρούν χοχλιούς. Πηγαίνουν κατευθείαν εκεί, χωρίς χασομέρι.

Ο Χρίστος που ήταν λίγο τεμπέλης, χοχλιδολογούσε γύρο στις πλαγιές του χωριού. Δεν άφηνε θάμνο για θάμνο, ανασήκωνε τις μαραγκαθές και εύρισκε και 5 ζευγάρια σε κάθε μια, άλλα και μέσα στους φλώμους.

Ο Δουμενέας, ο Θεός να του συχωρέσει ξετροχάλευε. Δεν άφηνε ξερότοιχους όρθιους, μέσα σε αυτούς εύρισκε κολληταρές τους χοχλιούς. Ήταν ο ένας κολλημένος στον άλλο, πέντε, δέκα, δεκαπέντε μαζί, τα μούτσουνα τους ήταν κρυμμένα με μια άσπρη σκέπη. Καθαροί, διαλεχτοί, ολόπαχοι τους χαιρότανε καθώς τους μάζευε. Εύρισκε και μέσα στις σχισμές των βράχων, οι χωριανοί δεν τον έβλεπαν με καλό μάτι, τους έκανε ζημιά στα χωράφια, τους χαλούσε τους μαντρότοιχους που χρησίμευαν ως φράχτες. Πολλοί τον υποχρεώσαν και τους ξανάχτιζε.

Οι χοχλιδολόγοι ωστόσο του καλοκαιριού, λιγοστοί είναι. Περισσότεροι είναι της «Άνοιξη» τώρα, όλες οι γυναίκες, οι κοπέλες τα παιδιά και οι ντελικανήδες εκστρατεύονται στο χοχλιδομάζεμα τον «Απρίλιο» και αρχές του «Μαι». Η εκστρατεία είναι νυχτερινή, με την υγρασία που πέφτει άμα νυχτώσει ξετρυπώνουν οι χοχλιοί από τις τρύπες και τρέχουν καμαρωτοί με τεντωμένα τα κέρατα τους πάνω στην πράσινη χλόη και στο χώμα αναζητώντας τροφή. Όλο τον χειμώνα ήσαν οι φουκαράδες κρυμμένοι στις τρύπες και περίμεναν με αγωνία την Άνοιξη να ξεπορτίσουν και να φάγουν λίγη τρυφερή χλόη.

Από νωρίς λοιπόν ετοιμάζουν τα καλάθια του λίχνου, τα φανάρια, κάθε χοχλιδολόγος έχει δικό του φανάρι, περπατά σκυφτός, με το ένα χέρι κρατάει το καλάθι που βάζει τους χοχλιούς και με το άλλο το φανάρι. Η αναζήτηση αρχίζει με το νύχτωμα, οι χοχλιοί βγαίνουν αν πέσει «ανάδοση» (υγρασία). Πιάνουν τους γύρους των χωραφιών, τις βάσεις των μαντρότοιχων. Μόλις ξετρυπώσουν από τις κρυψώνες τους πέφτουν στα χέρια τον χοχλιδολογων. Οι πλαγιές των λόφων αντιφεγγίζουν με τα τρεμουλιαστά φώτα των λυχναριών.

Δεν τους αναζητούν οπού να ναι. Γνωστοί είναι οι χοχλιδοτοποι και φαίνονται από μακριά φώτα κινούμενα εδώ και εκεί.

Όταν επιτύχουν την έξοδο των σαλιγκαριών χαίρονται οι χοχλιδολόγοι. Τους μαζεύουν με χαρά, σπεύδουν σκυφτοί να προλάβουν τους καλούς γύρους, μην πρωτοπάει άλλος χοχλιδολόγος. Οι νέοι δεν κουράζονται, έχουν γερά νεφρά, οι ηλικιωμένοι δεν μπορούν να σκύβουν πολύ, μαζεύουν ένα σαλιγκάρι, ανασηκώνονται όρθιοι ξανασκήβουν, ξανασηκώνονται.

Πανηγύρι ολόκληρο γίνεται σε κάθε χωριό που υπάρχουν χοχλιοί τις νύχτες της Ανοίξεως. Από το Κεφαλοχώρι οργάνωναν παρέες και πηγαίναν για χοχλιούς πέρα στην Κόκκινη ρίζα, που απέχει σχεδόν δύο ώρες.

Βέβαια οι χοχλιοί βρίσκονται και τα ξημερώματα κατά την ίδια περίοδο της Ανοίξεως. Κρύβονται λίγο προ της ανατολής του ήλιου, έχουν χορτάσει από την τροφή και επανέρχονται στις φωλιές τους.

Ευχάριστη απασχόληση αποτελεί τούτη την εποχή στα πλείστα χωριά του νησιού μας, νυχτοπερπατούν δυο τρεις ώρες και επιστρέφουν καθένας με ένα καλάθι θαυμάσια ολόπαχα σαλιγκάρια, εκλεκτή τροφή της χωρικής οικογένειας αυτόν τον καιρό Είναι «ξαρέσκι». (εκλεκτό φαγητό).

Μαγειρεύεται με πολλούς τρόπους. Πιλάφι, με χλωροκούκια,με πατάτες, αγγινάρες,κολοκύθια. Άλλα και μπουμπουριστοί στο τηγάνι είναι πολύ νόστιμοι.

Απόσπασμα από το βιβλίο «ΟΙ ΚΑΤΑΧΑΝΑΔΕΣ» του Α. Σταυρουλάκη

» Αυτό το ξέρατε;
Στη χώρα μας, η περίοδος συλλογής σαλιγκαριών καθορίζεται με προεδρικό ­διάταγμα από τον Μάρτιο μέχρι τον Ιούνιο, αλλά, κακά τα ψέματα, αυτό δεν ­τηρείται, επιφέροντας και τις ανάλογες επιπτώσεις. Σύμφωνα με μελέτη που ­εκπονήθηκε πρόσφατα από τη Σχολή Γεωπονικών Επιστημών του Πανεπιστη­μίου Θεσσαλίας, από τη δεκαετία του ’80 έως και του ’90 υπήρχε μια σημαντική μεταπρατική βιομηχανία σαλιγκαριών με πολλές εξαγωγές, που σήμερα πια έχει ατονήσει. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους: Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, συλλέγονταν 800-1.000 τόνοι χοχλιών (Helix aspersa) το χρόνο, ενώ ­σήμερα με δυσκολία ξεπερνούν τους 150…»

Δημοσιογραφική έρευνα-Επιμέλεια-Ρετουσάρισμα
Ιωάννης  Μιχ.  Δογάνης
Συνταξιούχος Βιβλιοθηκάριος
topaliorethemnos.blogspot.com

Νίκος Καζαντζάκης, ο Θάνατος, η Κηδεία και ο Ενταφιασμός του – Επιμέλεια Ιωάννη Δογάνη

Ο Θάνατος:

Με κατάπληξη και πόνο το Πανελλήνιο πληροφορείται την Κυριακή 27 Οκτωβρίου 1957 από το ραδιόφωνο το θάνατο του μεγαλύτερου από τους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες. του Νίκου Καζαντζάκη, που έγινε στο Νοσοκομείο της Γερμανικής πόλεως Φράιμπουργκ. Οι πληροφορίες έλεγαν ότι ο θάνατος του Καζαντζάκη έγινε από επιπλοκή γρίπης.

Ο αποθανών υπέφερε τώρα και 8 χρόνια από λευχαιμία, πράγμα το οποίο μάλλον έκανε μοιραία την προσβολή του από τη γρίπη.Δύο μήνες πρίν, όταν γύρισε από το ταξίδι του στην Κίνα, μπήκε για θεραπεία σε Νοσοκομείο της Κοπεγχάγης, οπότε μετά μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο του Φράιμπουργκ όπου και πέθανε.

Ποιός ο αποθανών:

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1885 στο Ηράκλειο της Κρήτης και ήταν γιός του Κρητικού αγωνιστού Μιχάλη Καζαντζάκη και της Μαρίας το γένος Χριστοδουλάκη. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στην Κρήτη και οι αναμνήσεις των ηρωικών εκείνων αγωνιστικών χρόνων της πατρίδας του, του έδωσαν το υλικό για τις μετέπειτα επικές και μυθιστορηματικές συνθέσεις του. Ερχόμενος στην Αθήνα, γράφτηκε εις τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου από όπου αποφοίτησε το 1906, στη συνέχεια πήγε στο Παρίσι όπου παρακολούθησε μαθήματα του φιλοσόφου Μπέρζου, η επίδραση της φιλοσοφίας του οποίου είναι φανερή στα έργα του Ν. Καζαντζάκη. Μελέτησε επίσης τέσσερα χρόνια την ιστορία της λογοτεχνίας και της τέχνης στη Γερμανία και την Ιταλία. Όταν ο Καζαντζάκης γύρισε στην Ελλάδα, αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία.

Συνεργάστηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολη» και στα λογοτεχνικά περιοδικά των Αθηνών και της Αλεξάνδρειας «Νουμάς», «Λόγος», Νέα Ζωή», «Γράμματα», όπου έγραφε με το ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης.

Το λογοτεχνικό του έργο είναι ποικίλο και μεγάλο. Τα κυριότερα έργα του είναι σε όλους γνωστά…

Ο Καζαντζάκης για όλα τα παραπάνω γραφτά του είχε προταθεί επανειλημμένως για το βραβείο Νόμπελ της λογοτεχνίας, το 1956 του απονεμήθηκε το Ελληνικό Κρατικό Βραβείο Θεάτρου, όπως και το Βραβείο της Ειρήνης.Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στα 1919, ο Καζαντζάκης δέχτηκε τη θέση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοιας. Την εποχή εκείνη χιλιάδες Ελλήνων λιμοκτονούσαν στον Καύκασο και τη Νότια Ρωσία οπού επικεφαλής μιας Αποστόλης Βοήθειας, πήγε ο Καζαντζάκης και οργάνωσε τις πρώτες βοήθειες σε τροφή, ιματισμό και φαρμακευτικά είδη, εφρόντισε δε για την μεταφορά των στην Ελλάδα. Ο Καζαντζάκης διετέλεσε υφηγητής της Νομικής Σχόλης και κατά το έτος 1945 και για μικρό διάστημα Υπουργός της Κυβερνήσεως Πλαστήρα.

Η μεταφορά της σορού του

Αμέσως το βράδυ της ημέρας που ανακοινώθηκε ο θάνατος του Νίκου Καζαντζάκη στο Ηράκλειο, ένας ανιψιός του κατόρθωσε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με την χήρα του νεκρού οποία τον διαβεβαίωσε ότι θα μεταφέρει τη σορό του στο Ηράκλειο, σύμφωνα με την τελευταία επιθυμία του συζύγου της και ότι υπολόγιζε, ότι η σορός θα βρίσκεται στο Ηράκλειο κατά τα μέσα της επόμενης εβδομάδας. Εν τω μεταξύ έγινε γνωστό ότι ο μεγαλοεφοπλιστής και ιδιοκτήτης της «Ολυμπιακής Αεροπορίας» κ. Ωνάσης προσφέρθηκε να διαθέσει δωρεάν αεροπλάνο για την μεταφορά του νεκρού στην Κρήτη, πράγμα όμως που για διάφορους λόγους δεν έγινε.

Μόνο τη νύχτα της Κυριακής 3 Νοεμβρίου έγινε γνωστό από την Αθήνα ότι η σορός του Νίκου Καζαντζάκη θα μεταφερόταν την επόμενη Δευτέρα στην Αθήνα από το Φράιμπουργκ της Γερμανίας με αυτοκινητάμαξα, την μεθεπόμενη δε Τρίτη,θα μεταφερόταν αεροπορικώς στο Ηράκλειο, όπου θα εξετίθετο σε λαικό προσκύνημα και θα ακολουθούσε η κηδεία του.

Η άφιξη της σορού

Ύστερα από προσμονή μιας βδομάδας το Ηράκλειο με φανερή θλίψη και σοβαρότητα ανάλογη στην περίσταση, δέχτηκε το απόγευμα της Δευτέρας 4 Νοεμβρίου 1957, το νεκρό,τον Μεγάλο συγγραφέα Νίκο Καζαντζάκη.

Πάνω από 700 άτομα πήγαν στο αεροδρόμιο για να βρεθούν στην άφιξη της σορού και να συνοδεύσουν αυτή μέχρι την πόλη.Κατά τις 4:30 μ.μ προσγειώθηκε στον αερολιμένα το ειδικό αεροπλάνο που έφερε τη σορό του Νίκου Καζαντζάκη. Κατά τις 5 μ.μ. το αυτοκίνητο που έφερε το νεκρό και τα άλλα μέλη της συνοδείας έφθασαν στον Άγιο Μηνά.Το φέρετρο κατέβηκε και τοποθετήθηκε σε ειδική θέση,στη συνέχεια εψάλη σύντομη επιμνημόσυνος δέηση, μετά το τέλος αυτής ο νεκρός εξετέθη σε λαικό προσκύνημα που συνεχίστηκε ως αργά τη νύχτα και την επομένη μέχρι της κηδείας του.

Η κηδεία

Λίγο πρίν της 11ης π.μ. ώρας της Τρίτης 5 Νοεμβρίου 1957, άρχισαν να έρχονται στο Μητροπολιτικό Ναό οι επίσημοι. Την 11:05 π.μ ακριβώς άρχισε η Νεκρώσιμος Ακολουθία, χοροστατώντας του Σεβ. Μητροπολίτη Κρήτης κ. Ευγένιου. Μετά το τέλος της ιεροτελεστίας άρχισε η κατάθεση στεφάνων.

Ο ενταφιασμός του

Μετά την κατάθεση των στεφάνων το φέρετρο μεταφέρεται από το ναό και τοποθετείται σε ειδικό αυτοκίνητο. Αμέσως μετά αρχίζει η εκκίνησης της νεκρικής πομπής.

Προηγείται η Φιλαρμονική του Δήμου, ακολουθεί Τμήμα Οδηγών και Ομάδα Σπουδαστών της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, η οποία κρατεί Ελληνικές Εκδόσεις των Έργων του Καζαντζάκη και στις δυο πλευρές της πομπής έρχονται Δίδες του Λυκείου Ελληνίδων και νεαροί Βρακοφόροι, οι οποίοι και κρατούν τα κατατεθέντα στέφανα. Ακολουθούν τα Ιερά Εξαπτέρυγα και στη συνέχεια το φέρετρο το οποίο περιβάλλεται από επιβλητικούς Βρακοφόρους του Συλλόγου Βρακοφόρων Χανίων, που ήρθαν γι»αυτό από τα Χανιά.

Η νεκρική πομπή ακολούθησε την λεωφόρο Καλοκαιρινού, την οδό 1821, έκαμψε την οδόν Κόσμων, ανήλθε τις οδούς 1856 και Έβανς και στη συνέχεια την Λεωφόρο Ν.Πλαστήρα, από όπου ανήλθε εις το Ενετικό Τείχος.Κατά μήκος των οδών από όπου πέρασε η πομπή χιλιάδες λαού είχαν καταλάβει τα πεζοδρόμια και τους εξώστες των σπιτιών, ενώ άλλες χιλιάδες είχαν κατακλύσει κυριολεκτικά τον Προμαχώνα Μαρτινέγκο,στον οποίο είχε αποφασισθεί να ενταφιαστεί ο νεκρός. Την 1:30μ.μ. ακριβώς η νεκρική πομπή ανέβηκε στον Προμαχώνα, μετά από σύντομη δέηση και τους ήχους του Εθνικού Ύμνου τον οποίο έπαιζε η Φιλαρμονική του Δήμου,κατέβασαν στο τάφο το φέρετρο,οπότε και τέλειωσε η κηδεία του Μεγάλου νεκρού.

Παραλειπόμενα

Τελευταία επιθυμία του Καζαντζάκη ήταν να ταφεί στο Ηράκλειο,όπως και έγινε. Ο Καζαντζάκης υπολόγιζε να κατέβει στο Ηράκλειο τον ερχόμενο Δεκέμβριο για να γιορτάσει τα Χριστούγεννα, μα ο θάνατος τον επρόλαβε. Κατά διαταγή του Προέδρου της Κυβερνήσεως κ. Καραμανλή, η κηδεία του Καζαντζάκη, έγινε δημοσία δαπάνη. Μεγάλη συζήτηση έγινε στον τύπο του Ηρακλείου τις μέρες που περίμεναν το μεγάλο νεκρό περί του μέρους που έπρεπε να ταφεί. Ένας πρότεινε την κορφή Γιούχτα, άλλος κοντά στα ερείπια της Κνωσού, άλλος το ύψωμα «Βίγλα», άλλος την «Ολάτεια» κοντά στο Ιστορικό Μουσείο παρά το Μπεντενάκι και άλλοι τον Ενετικό Προμαχώνα Μαρτινέγκρο.Έγινε εν τέλει δεκτό με μεγάλη πλειοψηφία να ταφεί ο μεγάλος στοχαστής στον υψηλό Ενετικό Προμαχώνα Μαρτινέγκρο όπου και θάφτηκε.

Πηγή: Τοπικές εφημερίδες

Δημοσιογραφική έρευνα-Επιμέλεια-Ρετουσάρισμα
Ιωάννης Μιχ. Δογάνης, Συνταξιούχος Βιβλιοθηκάριος

Παλιοί τύποι του Ρεθύμνου: Σκουλή Μπαμπάς

Φωτό απο Ρεθεμνιώτικα Νέα - Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Περνούμε τα πρωτα χρόνια της Κρητικής Ελευθερίας. Ζούμε την περίοδο της Κρητικής Αυτονομίας. Οι Τούρκοι στο Ρέθυμνο, με τα κτυπητά κόκκινα φέσα τους και τη κατακόκκινη ζώνη τους και πολλές φορές και με κτυπητά ροζ πουκάμισα, φαίνονται στο Μεϊντάνι, περισσότεροι από τους Ρωμηούς. Ίσως και να μη ήσαν και η πλειονότης των, να οφείλετο μόνο στα κτυπητά χρώματα της φορεσιάς των.

Ένας γέρος Τούρκος, εβδομηντάρης, πρωί πρωί, στου Αλή Αϊτζή τη Βρύση τη γωνία του δρόμου που πάει σήμερο προς την Εθνική Τράπεζα, απο την μεργιά της Κεντρικής αγοράς μοιράζει ψωμί σε καμιά δεκαριά αδέσποτους σκύλους και μεταλλίκια (λεφτά) σε διάφορα παιδιά που τον περιτριγύριζαν.

«Μπες μεταλλίκ Σκουλί μπαμπά» έλεγαν τα παιδιά και κείνος έβγαζε από την τσέπη του, μεταλλίκια και τα σκορπούσε στα παιδιά.

Άνοιγε ύστερα τη βρύση και πότιζε τους σκύλους. Και σε λίγο ακολουθούμενος από σκύλους και παιδιά εξηκολουθεί το δρόμο του.

Μετριού αναστήματος, ήταν ο Σκουλή Μπαμπας. Ιερωμένος, φορούσε γύρω στο φέσι του, άσπρο σαρίκι. Μελαχρινός, με γένια αραιά. Για φόρεμα φορούσε ένα καλοφερικό μονοκόματο αντέρι, που φαινόταν, σαν καμωμένο από πάπλωμα, με κλαδωτό ύφασμα. Ξεκάλτσωτο, με παντούφλες, ακουμπούσε πάνω σε μια ψηλή ακουμπίστρα, πού μοιαζε με δεκανίκι. Αποζούσε, από μια υψηλόφρονη ζητιάνα.

Γιατί ο Σκουλή Μπαμπάς ζητούσε χρήματα μόνο από πλούσια σπίτια και μαγαζιά. Ε!και τι εξαιρετικό είχε για να τον περιγράψωμε σήμερο. Ο Σκουλή Μπαμπάς, οτι χρήματα, τρόφημα και ρούχα μάζευε, από τους πλούσιους, τα μοίραζε σε άρρωστους φτωχούς. Έδιδε ακόμα, σε φτωχά παιδιά και σε αδέσποτους σκύλους. Τα μπεγόσπιτα, φοβούνταν και σεβόντουσαν, τον καλόγηρο αυτό. Ήξεραν, πως η φτωχολογιά τον θεωρούσε προστάτη. Ήξεραν ακόμα, πως χωρίς να ‘ναι εκβιαστής, είχε το χάρισμα της πειθώ.

Και ο Σκουλή Μπαμπάς πετύχενε στο σκοπό του.

Έτσι ο γέρως αυτός φτωχός καλόγηρος, ήταν μια ολόκληρη φιλανθρωπική οργάνωση. Ο έχων δυο χιτώνας, δότω το μη έχοντι τον ένα. Ασθενής ημίν και ήλθατε προς με.  Εδίψασα και μη εδώσατε να πιώ. Σ’ αυτές τις ηθικές αρχές κινούνταν ο Σκουλή Μπαμπάς.

Στη μέριμνα του αυτή για τους ανήμπορους, έβαζε μέσα και τους αδέσποτους σκύλους. Και αυτοί δυστηχείς ήταν. Το σπίτι του λίγο διέφερε από το πιθάρι του Διογένους. Και αποταμίευμα δεν είχε. Οτι μάζευε το ‘διδε. Για δικό του,κρατούσε λίγο ψωμί και λίγο φαϊ.  Δεν ξέρω τι θα έκανε ο Σκουλή Μπαμπάς αν ήτο μπέης με τσιφλίκια.

Κάνει τον άνθρωπο τόσο εγωιστή το χρήμα,ώστε δεν αποκλείεται ο ίδιος αυτός αλτρουϊστής, να ήταν, ως πλούσιος αδιάφορος προς την φτώχια και την αρρώστια του συνανθρώπου του. Τον κρίνομε, ως φτωχό καλό γέρο. Ως ζητιάνο,που μάζευε για να κάνει ελεημοσύνες. Και στην ψυχή αυτού του φτωχού, βρίσκομε, τον θρίαμβο της Χριστιανικής Ηθικης.

Βρίσκομε,τον αφανή ήρωα του σοσιαλισμού.

Τον άγνωστο μεταλλουργό, που στο διάβα του,τα ράκη που σκέπαζαν το σώμα του, έκρυβαν από τους διαβάτες, το ψυχικό του μεγαλείο. Ήταν ο Άγνωστος, συνάνθρωπος. Η αρχή του μη γνωτώ η δεξιά σου, τι ποιεί η αριστερά σου. Μπορούσε,ο Σκουλή Μπαμπάς,να ανοίξει ένα Γραφείο. Μπορούσε, να εξοικονομεί ρούχα και χρήματα και συνδιάζων το… τερπνόν μετά του ωφελήμου, να την περνά φράγκα, χάρις εις την… ασθένεια του πλησίον. Μα ο άγνωστος συνάνθρωπος, εφρόντιζε, για τους αλλους, θυσιάζων τον εαυτό του.

Μα αφού ζούσε, μέσα σε ένα κατώι, αφού δεν είχε δουλειά, αφού δεν είχε τίποτα τι εθυσίαζε. Εθυσίαζε τον οβωλόν της χήρας, εκεί που άλλοι, δεν δίνουν μέρος του περισσεύματος. Ζενίθ, ο Σκουλή Μπαμπάς και ναδίρ οι άλλοι. Να γιατί,ο Σκουλή Μπαμπάς βρίσκει θέση, στις εφημερίδες του Ρεθέμνου, ύστερα από τόσα χρόνια. Για να δούμε, ως σε πιο σημείο εξαγνισμού, μπορεί να φτάσει τον άνθρωπο, η ηθική. Και σε ποιο αντίθετο δρόμο να τον οδηγήσει, η καμουφλαρισμένη ιδεοκοπία. Ο τάφος του, είναι το δωμάτιο που είναι κολλητά, στο σημερινό απολυμαντικό κλίβανο. Σωστό μαυσωλείο. Του το ‘κτισαν, οι συμπολίτες του, δοξάζοντες το έργον του.

Έτσι ο Σκουλή Μπαμπάς, έζησε σε μια τρώγλη, κάτω από τη Φορτέτζα. Κι ήρθε το σώμα του, αναπαυτικό και μεγαλοπρεπές κονάκι μετά τον θάνατο. Ο Σκουλή Μπαμπάς, ήταν ο καλύτερος καθηγητής, του Διεθνούς Δικαίου και ο άνθρωπος, που εφήρμωσε καλύτερα από όλους μας, τον Χριστιανισμό.

Δημοσιογραφική έρευνα-Επιμέλεια-Ρετουσάρισμα
Ιωάννης Μιχ. Δογάνης
Συνταξιούχος Βιβλιοθηκάριος

ΠΗΓΗ Κρητική Επιθεώρηση 1947

O ποιητής του Ρεθύμνου Γιώργος Καλομενόπουλος

Μια αξιόλογη ομιλία του Καθηγητού κ. Ν. Σκανδάλη για το έργο του

Μέρος 1ον

Δεν τον γνώριζα τον ποιητή Καλομενόπουλο προσωπικά καθόλου, μόνο από μερικά του στιχουργήματα που έτυχε να πέσουν στα μάτια μου ήλθα σε επαφή με το βάθος της πλατείας του διανοήσεως και του ωραίου ποιητικού κόσμου που περικλείει μέσα του.
Τα μάτια μου θαμπώθηκαν από την ακτινοβολία των ηρώων,των ιδεών και της Ρεθυμνιακής του νοσταλγίας και είπα.. να ένας σπουδαίος λογοτέχνης κρυμμένος μέσα στην αρχοντιά του και στην μεγάλη αποθήκη των συλλήψεων του,άγιο και ιερό άνδρο μέσα στο οποίο κανείς βέβηλος δεν έχει το δικαίωμα να τρυπώσει,να το ταράξη και πολύ περισσότερο να το παρουσιάση.
Τον καμάρωνα από μακριά το περασμένο καλοκαίρι χωρίς να ΄χω καμία σχέση μαζί του ίσαμε τη στιγμή που η άξια εκείνη λογοτέχνης Ζερμαίν Μαμαλάκη έκαμε την αξέχαστη διάλεξη για τον Καζαντζάκη και από την δημοσίευση που έκαμα στην διάλεξη της και από συζητήσεις με φίλους εκεί στην αμμουδιά γνωριστίκαμε.
Έκτοτε με δέος αντίκρυζα πλέον την προσωπικότητα του γιατί ήξερα και διαισθανόμουν το ωραίο και υπέροχο φορτίο που κρυβόταν σ’αυτό το τρισχαρούμενο και κλειστό ανθωπάκι με την βαθιά μόρφωση και τις υψηλές ενατενίσεις.
Σου έδιδε την εντύπωση έτσι μικρόσωμος,λιγοφτιασμένος όπως ήταν,ενός κοινού ανθρώπου χωρίς προβληματισμόν και απασχόλησιν με τα πνευματικά ζητήματα.
Νόμιζες πως μπορείς να σταθής κοντά του ως ίσως προς ίσον έτοιμος να συγκρίνεις την μεγαλωσύνη του με την μικρότητα σου, να την βρείς ίση ή και κατώτερη από την γυμνότητα σου πάνω σε ποιητίκα ή λογοτεχνικά ζητήματα.
Και στην συζήτηση,ενώ σε τσάκωνε οτι έχεις μεσάνυχτα σε παραδεχόταν και δεν σε πίκραινε.
Σε συνεβούλευε και σε νουθετούσε και προσπαθούσε πλάγια να σε πείση για να βρής τα σωστά χνάρια.

Σ’ αυτήν την υψηλοφροσύνη ο Γιώργης Καλομενόπουλος ήταν άφθαστος και θύμιζε παλαιότερους ποιητάς και λογοτέχνας όπως τον ποιητή του »Λακριμέ Ρερούμ»τον Δημήτρη Σύψωμο ή τον συγγραφέα του »Μοιρολογοικού της Φώκιας»,τον Παπαδιαμάντη.
Διεκρίνει τις αρετές του αυτές αμέσως και δειλά δειλά τον άκουα να μιλά για τον Καζατζάκη για τις δυνατότητες της Μαμαλάκη,για τις Κνωσσικές γιορτές στην Αθήνα,για τις παληές συντροφιές στο Ρέθυμνο,για τις πνευματικές προοπτικές της πόλεως,για τις σελίδες του Γιάννη Δαλέντζα,για τις τοποθεσίες και την νεότητα του στην χώρα…
Ήταν όλο μέλι η κουβέντα του και σου’ρχοταν να απολαμβάνεις ηδονικά ώρες ατέλειωτες αχόρταγα την γέυση τους.
Καθόμουν λουφασμένος κι έκπληκτος και καμάρωνα κρυφά τον αρχοντάνθρωπο και ντρεπόμουν για την γύμνια μου,για την αγραματοσύνη μου.
Έννοιωθα όμως υπερηφάνια γιατί καταδεχόταν η ωραία αυτή ψυχή να συζητήση με την δική μου,την άγονη την πεζή την γεμάτη πάθη και ποίηση…
Όταν έφυγε απότομα έννοιωσα ένα κενό μέσα μου.
Ένα τουρτούρισμα μελάνιασε το σώμα μου γιατί απορφανίστηκε από την συμπυκνωμένη αυτή προσωποίηση της ζωντανής αρετής που μ’έθρεψε στα πετάγματα μου και με στήριζε στους πνευματικούς χώρους που λαχταρούσα ολοήμερα να βρίσκομαι…
Έφυγε…Έμεινε όμως το ανέκδοτο έργο του που ποθούσα σαν ο τυφλός το φώς να το χαρώ,να το απολάυσω για δική μου χαρά και για την χαρά όλων εκείνων που συγκινούνται με τις μεγάλες ενατένισεις κι απολυτρώνονται στους ποιητικούς χώρους,στους κόσμους που η πεζότητα μαστιγώνεται και τόρβη κλωτσοβολάται.

Μερος 2ον

Ένα μικρό βιβλιαράκι μου χάρισε και μια εφημερίδα που τα καμαρώνω σαν πολύτιμο αγαθό.
Δεν μπορώ παρά να ζηλέψω τον άξιο Γιάννη Δαλέτζα που κρατά μεγάλο ποσόν χειρογράφων έργων του ποιητού και να ευχαριστήσω και τις τοπικές εφημερίδες γιατί δημοσιεύουν πάντα με στοργή τις συλλήψεις,τις αναμνήσεις του στοχαστικού και Ρεθυμνιωτόκαρδου Γιώργη Καλομενόπουλου.
Αυτους τους στοχασμούς όπως τους είδα δημοσιευμένους θα σας παρουσιάσω.Είναι λίγοι και δεν αντιπροσωπεύουν τον έργο του σ’ όλο του το πλάτος και μέγεθος.
Δεν μπορούν να αποδώσουν τις μεγάλες συλλήψεις του ποιητή ούτε δίδουν στον ερμηνευτή και αναλυτή του έργου του το δικαίωμα καυχηθεί οτι πατεί γερά στην διεισδυτικότητα του.
Γι’αυτό οτι θα ακούσετε είναι »το άχτο απόηχο» όπως θάλεγε ο μεγάλος φιλόλογος Συκουτρής μιας συνθέσεως απροσμετρήτου μεγαλείου παρουσιασμένο απο τα χέρια και τον νου ενός ανθρώπου που συνταράσσεται από την γοητεία της χωρίς όμως και είναι εις θέσιν ν’αναζωντανέψη την ακτινοβολία της σ’όλη την μεγαλοσύνη της.

Νοιώθω την αδυναμία μου και τρέμω να κρούσω τις θύρες του πανώρηου ποιητικού κόσμου του αναλυόμενου ποιητού.
Φοβούμαι οτι θα τον πεζοποιήσω,θα τον σκοτώσω,πράγμα που αν το καταφέρω θα αμαρτήσω θανάσιμα.
Γνήσιος ποιητής ο Γιώργης Καλομενόπουλος αναθυμάται τους τόπους της παιδικής του χαράς που σκορπιζόταν ανυπολόγιστη,ασυγκράτητη. Στο υποσυνειδητο του θα μείνει αυτή η νοσταλγία που ξεπετιέται ολόδροση και πραγματική και για αυτό συγκινητική και υπέροχη.
Τ’ ανάβλεμμα του στην Περβολιανή αμμουδιά,στους λόφους του Ευλυγιά,στης Φορτέντζας τους αιχμηρούς βράχους και στ’ Ατσιποπούλου τις Χαλέπες τον συνταράζει και του δημιουργεί αρμονίες χρωμάτων κι ισολογίες χώρων και τοπίων που τον παρασύρουν στις πιο ρομαντικές συνθέσεις κατάλληλες να εκφράσουν τον βαθύ συγκλονισμό του.

Η πόλις με τους ωραίους τόπους,όπως τους βλέπουμε στο »χρονικό μιας Πολιτείας»του Πρεβελάκη,στους »Κρητικούς αντίλαλους» του Δαλέντζα,στην γνήσια κρητική ποίηση του Σπύρου Λίτινα,με τους μιναρέδες και τα φρούρια είναι η μάγισσα,η ξελογιάστρα πολιτεία που τον οιστρηλατεί και τον μαγέυει με την άφθαστη γοητεία της.
Γίνεται ένα με την μούσα του και τον παρασύρη σε θλιβερούς οραματισμούς που θυμίζουν Λαμαρτίνο.
Τα μνημεία της πλεγμένα με τις χαρές του ποιητού δίδουν στίχους μεγάλης δύνάμεως.

Μέρος 3ον

Παληά χρόνια του Ρεθέμνου
Το Καμπαναριό

Ήταν Μεγάλη Παρασκή–συννεφιασμένη η καρδιά
Παραγγελιά της μάννας μας στην Παναγιά να πάμε
Ποιός να προφτάσει τρέχαμε να σ’ανέβουμε,τα παιδιά
τα σήμαντρα σου ολημερίς θλιμένα να χτυπάμε.

Σαν έφτανε η Ανάσταση τι ‘ταν εκείνη η χαρά
που το κορμί μου φτέρωνε και σαν πουλί πετούσε
να φτάσω τις καμπάνες σου να τις χτυπήσω γιορτερά
»Χριστός Ανέστη»χαρωπό ευτύς ως αντηχούσε.

Εγέρασα και ν’ανέβω πια στο κορμί μου δε βολεί
μα μου χα’ι’δέυει την ψυχή κι έτσι που σε θυμούμε
τη θύμηση στρώνω χαλί και εις στο πρώτο σου σκαλί
– νοσταλγικός προσκηνητής – ξαπλώνω και κοιμούμαι.

Ένας πόνος βαθύς και μιά νοσταλγία συντριπτική κυριαρχεί στην ψυχή του ποιητή όταν χαράσση τις γραμμές αυτές.
Μιά κυρίαρχη δύναμη του άψυχου συντρίβει το ποιητικό είναι και το κάνει να ομολογήσει τη νίκη του χρόνου.
Στην αρχή όλο αφέλεια,πεποίθηση στην παντοδυναμία της νιότης,ενθουσιαστίκος και πρόσχαρος γίνεται,καταλύτης ο ίδιος του ωραίου ονείρου που σαν παιδί έζησε.
Ένα μόνο δεν νίκησε. Την πανώρηα ώρα της αθανασίας που ζή το παιδί την στιγμή που πράττει το ακατόρθωτο για το μυαλουδάκι του,το σπουδαίο κι ακατανίκητο για την νοημοσύνη του.
Αυτό το σπουδαίο,το χτύπημα της καμπάνας,συνοδέυει τον ποιητή υποσυνείδητα ,το νοιώθει σαν χάδι της ψυχής που του προκαλεί το ρίγος της υποταγής σαν ηδονή ιδανική κι ατέρμονη ώστε να επιθυμεί »να ξαπλώνει και να κοιμάται» στο πρώτο σκαλί.
Αυτό το νόμισμα στο σκαλί είναι η τρίσβαθη υποσυνείδητη λαχτάρα κάθε πνευματικού οργωτή να παραμένη στ’ ακαταλύτα στρωσίδια του πνέυματος των ιδεατών μορφών και χώρων προς αιώνιαν ικανοποίησιν και διατήρησιν των ωραίων και υπέροχων στιγμών που έζησε.
Το νοιώθει σαν κοντράρισμα στην κατάλυση του χρόνου,σαν νίκη στο φθοροποιό καταπλακωμάτων αθανάτων στοιχείων της ψυχής.
Αυτό το αθάνατο στοιχείο στο ποιήμα του Ρεθέμνου το Καμπανάριο αντιμάθετα το χρόνο και τον καταλύει στην διαδοχή των πνευματικών ανθρώπων.
Μου φαίνεται πως το ποιήμα αυτό μπορεί να πάρει πρώτη θέση στη σειρά των λυρικών μας αριστουργημάτων.
Σ’όλα του τα ποιήματα διακρίνεται διάχυτη η αγάπη του προς την πολιτείαν μας στην »κομψή» όπως ο ίδιος την χαρακτηρίζει.
Αυτή η αγάπη του χρυσοντυμένη τ’ατλάζια της ωραίας ψυχής του γίνεται μόνιμο βίωμα που απαιτεί εξωτερίκευση και κυριάρχηση πάνω στα νοήματα του.
Μοιάζει το Ρέθυμνο στην ποίηση του Καλομενόπουλου σαν μια τεράστια πηγή φωτός συμπεκνωμένης ωραιότητος χρωμάτων αρμονιών χώρων που ακτινοβολεί και φωτίζει τα γύρω τοπία και τα καθιστά ετερόφωτα τελειοποιημένα πλάσματα ώστε να καταντούν χρυσοφόροι φάροι που αναπέμπουν φωτιστική και χρωματική αναλαμπή που δυμαμώνει την πρώτη πηγή ώστε να εκπέμπη εκτυφλώτικον πλέον φως σ’ όλη την Κρήτη σ’όλη την Ελλάδα.
Αυτή η υποσυνείδητος πίστις τον εξωθεί εις ωραίους λυρισμούς σε εξωτερικέυσεις δηλαδή υποκειμενισμού ντυμένου τον μανδύα της τρυφερότηρος και της στοργής προς οτι είναι έμψυχο ή άψυχο της πολιτείας.

Μέρος 4ον

Τρεχαντηράκι με πανί

Το Ρέθεμνος γλυκοξυπνά ντυμένο στα γαλάζια
Χρυσάνθεμα η χαραυγή στα πόδια του σκορπίζει
Καθρέυτης Βενετσιάνικος της θάλασσας τ’ατλάζια
της Πολιτείας της κομψής τα κάλλη καθρεφτίζει.

Τρεχαντηράκι με πανί καμαρωτό σημώνει
με το μα’ί’στρο αγκαλιαστό που το φυσάει πρίμα
κι η πλώρη παιγνιδίζοντας τριγύρω τη σηκώνει
θαλασσινά αφρολούλουδα,άσπρους ανθούς και κρίνα.

Στέκει η Φορτέτζα δράκοντας κι ακοίμητος Βαρδιάνος
στο τρεχαντήρι αχνογελά και το καλωσορίζει
κι ο Φάρος πάντα ευγενικός- Ιππότης Βενετσιάνος
σκύβει κι’ αυτός αρχοντικά και το καλημερίζει.

Προσέξατε κυρίαι και κύριοι τους στίχους αυτούς .
Αυτά τα γαλάζια φορέματα είναι ο συμβολισμός της γαλήνης της ηρεμίας της ασφάλειας που νοιώθει ο ντόπιος κι ο ξένος μέσα στα στενοσόκακα της παληάς πολιτείας.
Το γαλάζιο χρώμα είναι αυτό που κατευνάζει τα νεύρα και προωθεί στην γαλήνη,τα δε χρυσάνθεμα είναι ο βαθύς συμβολισμός της χαράς και της ευτυχίας που υπάρχει στην ποιητική πολιτειούλα της Καλομενοπουλικής μούσας μέσα στον παγερό χειμώνα της πνευματικής δυσκαμψίας των αλλων πόλεων.
Γιατί,τα χρυσάνθεμα είναι λουλούδια του χειμώνα και τα λουλούδια αυτά πολύχρωμα και πολυποίκιλλα όπως είναι εκφράζουν την πολύμορφο χαρά και ευτυχία που κυριαρχεί σ’αυτό που προσφέρονται ανεξάρτητα αν είναι άνθρωπος ή τόπος.
Ο δε χειμώνας,σαν χώρος μέσα από τον οποίο ξεπροβάλλουν τα πολύχρωμα αυτά άνθη είναι το ζοφερό σκοτάδι της πνευματικής παγωνιάς και της ασχήμιας των άλλων χωρών.
Μου φαίνεται οτι έτσι έγινε στο υποσυνείδητο του ποιητού πράγμα που και ο ίδιος πιθανώς το αγνοεί,γιατί τι λόγος υπήρχε να βάλει χρυσάνθεμα την ώρα που υπάρχουν ρόδα και τουλίπες και μενεξέδες; Η δε παρομοίωσις της απεραντωσύνης της θάλασσας σκεπασμένης με ατλάζια,με ολομέταξα δηλαδή σεντόνια,δείχνει την λευκάδα της καρδιάς του ποιητή μέσα στην οποία χαμογελαστή ωραιολούζεται και καμαρώνει η κομψή πολιτεία παίρνει συνείδηση του μεγαλείου της,μεγαλωσύνη και αρχοντιά ταυτόσημη και ομόλογη της υπεροχότητος που κρύβεται στα τρίσβαθα του είναι του στοχαστικού δημιουργού της.
Ο Βενετσάνικος καθρέπτης με την ατλαζένια επιφάνεια του γίνεται το εξαίσιο πλαίσιο που υπερηφανεύεται για το ακατάλυτο είδωλο της πολιτείας που συνεκλόνισε και κατέκτησε ολοκληρωτικά την καρδιά του άξιου λογοτέχνη.
Πρέπει να ξέρετε κυρίαι και κύριοι πως η φιλολογική ερμηνία των λογοτεχνημάτων βοηθεί τον ίδιο τον δημιουργό να πλησιάση πιο κοντά το έργο του και να λάβει ο ίδιος συνείδηση της ουσίας του.
Καθαρή την αντίθεσι και την πάλη,την συντριβή και την αγγαλίασι της Καλομενοπουλικής μούσας την βρίσκει ο ερμηνευτής στο »τρεχαντηράκι με πανί» και στο ποιήμα του »Ρέθεμνος».
Στο πρώτο,όπως ακούσατε το τρεχαντηράκι »παιγνιδίζοντας τριγύρω του σηκώνει θαλασσινά αφρολούλουδα άσπρους ανθούς και κρίνα».
Αυτό το τρεχαντηράκι συμπυκνώνει όλο το μεγαλείο μιάς τρυφερής ψυχής που πανηγυρίζει,που σκιρτά για το φτάσιμο της.

Πηγή: Τοπικές εφημερίδες της δεκαετίας του ’60

Δημοσιογραφική έρευνα-Επιμέλεια-Ρετουσάρισμα
Ιωάννης  Μιχ.  Δογάνης
Συνταξιούχος Βιβλιοθηκάριος

Ρέθυμνο: Η τραγωδία του λιμανιού

 

Φωτογραφία του Δ. Τριανταφύλλου (1958). Από το βιβλίο του Γιάννη Σπανδάγου, Ρέθυμνο - Λιμάνι και προκυμαία.

Το έγκλημα που διεπράχθη είς βάρος του Ρεθύμνου,απεκαλύφθη σε όλη του την έκταση.Πρώτη η εφημερίδα αυτή δεν εδίστασε να το καταγγείλη.Με την αποκορύφωση του ο τοπικός τύπος θεώρησε υποχρέωση του να φέρη σε φως και να αποκαλύψη όλες τις πτυχές και τις λεπτομέρειες του διαπρεχθέντος εγκλήματος.

Με το συναίσθημα της ευθύνης,με πλήρη συνείδηση της σοβαρότητος και της κρισιμότητος της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί, οι τοπικές εφημερίδες δεν εδίστασαν να καταλογίσουν τις ευθύνες και να απαιτήσουν την επανόρθωπη του διαπραχθέντος εγκλήματος.

Τραγικά ερωτηματικά προβάλλουν τώρα στο Ρεθυμνιώτικο λαό και κάθε Ρεθεμνιώτης καλείται να πάρη θέση ενώπιον του τραγικού διλημματος.Θα αποκτήση επί τέλους το Ρέθυμνο λιμάνι ή πρέπει να εγκαταλείψωμε κάθε τέτοια ελπίδα και να το πάρωμε απόφαση οτι το όνειρο τόσων γενεών θα μείνη τελικά ανεκπλήρωτο;

Η γενική διαπίστωση είναι οτι το λιμάνι εκεί που είναι σήμερα,δεν πρόκειται ποτέ να γίνει πραγματικό λιμάνι.Όσα και να μας πουν οι διάφοροι λιμενολόγοι και οι μεγάλοι εγκέφαλοι,οι ειδικοί τεχνικοί και σοφοί επιστήμονες,ο κοινός νους αντιλαμβάνεται οτι λιμάνι της προκοπής δεν πρόκειται ποτέ να δούμε στο ανατολικό μέρος της πολεως.

Εκεί που μπορουσε να γίνει λιμάνι «σιγουρο» και «εξασφαλισμένο»,απόλιτα συγχρονισμένο και με ευρύτατες προοπτικές αναπτύξεως στο προσεχές μέλλον,είναι το δυτικό μέρος της πόλεος.Γιατί είναι σχεδόν φυσικό λιμάνι και με τα υπάρχοντα σήμερον τεχνικά μέσα θα μπορούσε να γίνει ένα ιδεώδες λιμάνι,το καλύτερο λιμάνι της Κρήτης.

Αντί επομένως να πελαγοδρομούμε και να χτίζωμε πύργους στην άμμο,αντί να πετάμε τα λεπτά μας στη θάλασσα και να ενταφιάσωμε μια για πάντα την υπόθεση του λιμένος μας,καλά θα κάνωμε να σκεφθούμε σοβαρά και να το πάρωμε απόφαση οτι εαν θέλωμε να αποκτησωμε λιμάνι,πρέπει να στραφούμε προς δυσμάς και να εγκαταλείψωμε τη σημερινή θέση του λιμανιού,αφου δεν πρόκειται ποτέ να γίνη λιμάνι στο μέρος τούτο,γιατί τα βαπόρια δεν μπορούν να προσεγγίσουν σ» ενα τέτοιο επικίνδυνο σημείο και οι πλοιοκτήτες δεν έχουν καμμιά όρεξη να πετάξουν τα λεπτά τους στη θάλασσα,όπως εμείς.

Ίσως μερικοί θεωρούν ακατόρθωτο και απραγματοποίητο και χαρακτηρίζουν ως χίμαιρα και ουτοπία τη μεταφωρά του λιμανιού από το ανατολικό,στο δυτικό τμήμα της πόλεως.Αλλά όταν σκεφθούν ότι όσα χρήματα και αν ξοδευθουν,δεν προκειται ποτε να γίνη πραγματικο λιμανι στο ανατολικο,τοτε θα συμωνήσουν οτι είναι προτιμότερο και ευκολότερο να μεταφερθούν οι ογκόλιθοι που έχουν ποντισθή στη σημερινή θέση του λιμανιού,στο μέρος εκείνο που είναι η μόνη ενδεδειγμένη θέση του λιμανιού της Ρεθύμνης,από οποιαδήποτε άλλη λύση.

Αλλά η υπόθεση του λιμανιού δεν είναι οικογενειακή υπόθεσις των ολίγων.Είναι υπόθεσις που ενδιαφέρει ολόκληρο το Ρεθυμνιακό λαό και πρέπει να πάρη στα χέρια του και μόνος του να δώση τη λύση που επιβάλεται.Γι΄αυτό πρέπει να συγκροτηθή ένα Παρρεθυμνιακό συλλαλητήριο κι όλες οι οργανώσεις και τα σωματεία του Ρεθύμνου να πάρουν σχετική πρωτοβουλία και να τους εξισιουδοτήση ο λαός να δώσουν μιά λύση στο λιμενικό μας ζήτημα.Την πιο σωστή και συμφέρουσα λύση,που θα εξυπηρετή το γενικό συμφέρον και όχι τα συμφέροντα των ολίγων.

Εκείνο που πρέπει να γίνει,ας γίνει το συντομώτερο για να δη επι τέλους και το Ρέθυμνο μια προκοπή και να μπορέση να επιβιώση,έπειτα απο τόσα πλήγματα και τόσες συμφορές που υπέστη,γιατί ο Ρεθυμνιακός λαός δεν αντέχει πια και δεν ανέχετε να πληρώνη τις αμαρτίες,τα σφάλματα και τα εγκλήματα του κακού παρελθόντος.»Η τραγωδία που παίζεται τόσα χρόνια εις βάρος του είναι καιρός να πάρει πια τέλος».

Δημοσιογραφική έρευνα-Επιμέλεια-Ρετουσάρισμα
Ιωάννης  Μιχ.  Δογάνης
Συνταξιούχος Βιβλιοθηκάριος
Πηγή: Τοπικές εφημερίδες της δεκαετίας του 1960