ΑΠΟΨΕΙΣ

«Διαχρονική η πολιτική μείωσης των μισθών. Διαχρονικά και τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα»

Πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει από τους Κυβερνητικούς εκπροσώπους να αυξάνεται ο μισθός. Έτσι λοιπόν τις τελευταίες μέρες δίνουν και παίρνουν οι διαρροές γύρω από την «αύξηση του κατώτατου μισθού», η οποία μάλιστα τοποθετείται χρονικά από την κυβέρνηση σχεδόν ταυτόχρονα με τις εκλογές και, όπως φαίνεται, στην καλύτερη περίπτωση θα κινηθεί γύρω στα επίπεδα από τα οποία κατακρημνίστηκε πριν από 11 χρόνια.

Κρατούμενο λοιπόν πρώτο για τους εργαζόμενους, τους νέους και τις νέες. Να είναι ευγνώμονες που οι μισθοί θα αυξηθούν εκεί που ήταν πριν από 11 χρόνια.

Εάν φυσικά δεν προχωρήσουν οι συστάσεις του ΟΟΣΑ για μια «λελογισμένη αύξηση», ώστε να μην τροφοδοτηθεί ο πληθωρισμός και πληγεί η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Ετσι, το πρώτο δίλημμα που τίθεται στους εργαζόμενους, με δεδομένη την εφαρμογή του μνημονιακού νόμου Βρούτση – Αχτσιόγλου για τη διαμόρφωση του κατώτατου μισθού, είναι να συμβιβαστούν είτε με έναν μισθό στα επίπεδα του 2012 είτε ακόμα χαμηλότερα.
Και γύρω από αυτό να στηθεί ο καβγάς της ΝΔ με τον ΣΥΡΙΖΑ για 20 – 30 ευρώ πάνω ή κάτω… Αυτό που μένει από την όλη συζήτηση ενόψει εκλογών είναι οι απειλητικές προειδοποιήσεις για να κρατιούνται στον πάτο οι απαιτήσεις των εργαζομένων, εν αναμονή των νέων κινδύνων για μια πιθανή ύφεση της οικονομίας.

Ακόμη όμως και αν δεχτούμε καλοπροαίρετα τη “μαξιμαλιστική παροχολογία” των φιλόδοξων Κυβερνητικών “Σωτήρων” είναι τελικά έτσι τα πράγματα;

Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, ο κατώτατος μισθός παραμένει στα τάρταρα

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που δεν κρύβεται είναι ότι ακόμα και σήμερα οι μισθοί βρίσκονται κάτω από αυτούς που ίσχυαν πριν 11 χρόνια, ακόμα και σε ονομαστικούς όρους, την ίδια στιγμή που η εκτόξευση των τιμών σε βασικά προϊόντα, ιδιαίτερα τους τελευταίους 18 μήνες, διαμορφώνει συνθήκες ασφυξίας σε χιλιάδες λαϊκά νοικοκυριά.
Υπενθυμίζεται ότι ο κατώτατος μισθός στις αρχές του 2012 μέσα σε μια νύχτα μειώθηκε με Υπουργική Απόφαση κατά 22% (και κατά 32% για νέους κάτω των 25 ετών) – από 751 ευρώ μεικτά γκρεμίστηκε στα 586 ευρώ (511 για τους νέους). Σε αυτά τα άθλια επίπεδα «πάγωσε» για 7 ολόκληρα χρόνια, με τις κυβερνήσεις που άλλαξαν κατά σειρά (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ) να διατηρούν αυτό το αίσχος, για την «τόνωση της ανταγωνιστικότητας». Μάλιστα έθεσαν σε εφαρμογή και πρόσθετη διάταξη, που πάγωσε τις τριετίες και είχε ως αποτέλεσμα οι 600.000 και πλέον μισθωτοί που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό να μη λαμβάνουν ούτε την προσαύξηση 10% έως 30% για την προϋπηρεσία τους, μια διάταξη που παραμένει σε ισχύ μέχρι και σήμερα.

Ακολούθως η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ εφάρμοσε το 2019 για πρώτη φορά τον μνημονιακό νόμο για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού από το κράτος, χωρίς συλλογικές διαπραγματεύσεις και με κριτήρια την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα, νόμο ο οποίος στη συνέχεια εφαρμόστηκε και από τη ΝΔ, το 2019 και το 2022.

Για τους εργαζόμενους πρέπει να είναι καθαρό: Οι νόμοι των τελευταίων 10 – 12 χρόνων είχαν και έχουν ως στόχο τη γενική μείωση του μέσου μισθού, κάτι που αποτυπώνεται με απλά μαθηματικά δημοτικού. Πρόκειται για μέτρα που ψήφισαν και εφάρμοσαν όλες οι κυβερνήσεις, ώστε να ανακάμψει η κερδοφορία του κεφαλαίου και σήμερα να σημειώνει ρεκόρ σε μια σειρά κλάδους, πάνω στα τσακισμένα εργασιακά δικαιώματα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι (από στοιχεία ΕΦΚΑ) ο μέσος μεικτός μισθός από 1.264 ευρώ το 2011 έπεσε στα 1.204 ευρώ το 2012 και στα 965 ευρώ το 2021. Δηλαδή, μια 10ετία μετά, ο μέσος μισθός είναι μικρότερος κατά 299 ευρώ (μείον 23,65%)!
Εκρηξη «ευελιξίας» και απολύσεων, γκρέμισμα μισθών

Εκεί μάλιστα που ο θεσμός του κατώτατου μισθού εξαντλεί τα περιθώρια μείωσης του μέσου μισθού, έρχεται η ενίσχυση της «ευελιξίας» στην αγορά εργασίας, κατά παραγγελία των βιομηχάνων προς όλες τις κυβερνήσεις, για να περιορίσει ακόμα περισσότερο το «εργατικό κόστος».

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αριθμός των μισθωτών με μερική απασχόληση, από 305.685 το 2011, εκτοξεύτηκε στους 735.125 το 2021. Ειδικά από το 2017, περίπου οι μισές νέες συμβάσεις εργασίας κάθε μήνα είναι «μερικής» ή «εκ περιτροπής απασχόλησης». Και αν οι αμοιβές για μερική απασχόληση το 2011 ήταν 603 ευρώ μεικτά, το 2021 κατρακύλησαν στα 425 ευρώ μεικτά. Με αυτό το ποσό – χαρτζιλίκι λοιπόν αμείβεται ένας στους τρεις εργαζόμενους, πολύ πιο κάτω δηλαδή ακόμα και από τον κατώτατο μισθό για τον οποίο καμαρώνουν η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ, χειροκροτώντας μάλιστα, μαζί και με την ηγετική ομάδα της ΓΣΕΕ, τις σχετικές αποφάσεις της ΕΕ για την κατοχύρωσή του ως «εργαλείου αντιμετώπισης της φτώχειας».

Στη φαρέτρα των επιχειρήσεων την προηγούμενη περίοδο όλες οι κυβερνήσεις φρόντισαν να προσθέσουν άλλο ένα όπλο: Τις ανεξέλεγκτες απολύσεις. Η ευκολία με την οποία οι επιχειρηματικοί όμιλοι απαλλάσσονται από τους εργαζόμενους έχει φτάσει στο απόγειό της. Τα στοιχεία που καταγράφει το σύστημα «Εργάνη» είναι αποκαλυπτικά: Το 2013 ο αριθμός των απολύσεων ανήλθε σε 1.015.706,ενώ το 2022, με τα μέχρι τώρα στοιχεία (Γενάρης – Νοέμβρης), οι απολύσεις έφτασαν το αστρονομικό νούμερο των 2.643.224!

Φτάσαμε δηλαδή στο σημείο ο απόλυτος αριθμός των απολύσεων μέσα σε έναν χρόνο να ξεπερνά ακόμα και τον συνολικό αριθμό των μισθωτών, σαν κάθε εργαζόμενος να απολύεται τουλάχιστον μία φορά στη διάρκεια ενός έτους και σε κάθε πρόσληψη να αντιστοιχεί σχεδόν μία απόλυση.
Αυτός ο εφιάλτης εντείνεται εδώ και μια δεκαετία από κυβέρνηση σε κυβέρνηση, από την κρίση στην ανάπτυξη κ.ο.κ., διαμορφώνοντας εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους που δεν θεμελιώνουν κανένα εργατικό δικαίωμα, που γίνονται όλο και πιο ευάλωτοι παραμένοντας στο κατώτερο επίπεδο μισθών και δικαιωμάτων, αποτελώντας την άλλη όψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι αν η κυβέρνηση ικανοποιούσε το δίκαιο αίτημα των εργατικών συνδικάτων να ξεπαγώσουν οι τριετίες, δηλαδή η αύξηση κατά 10% για κάθε 3 χρόνια προϋπηρεσίας, ένας εργαζόμενος που προσλήφθηκε το 2012 και εργάζεται με τον κατώτατο μισθό θα έπρεπε από 713 ευρώ να πάρει 926 ευρώ τον μήνα. Κι όμως, αυτό το δίκαιο αίτημα τόσο η σημερινή όσο και οι προηγούμενες κυβερνήσεις το απορρίπτουν, ικανοποιώντας τα «θέλω» της εργοδοσίας.

Ούτε βήμα πίσω από την απαίτηση για ξήλωμα του αντεργατικού πλαισίου

Συμπέρασμα: Η συζήτηση γύρω από τη νέα προσαρμογή του κατώτατου μισθού με τον γνωστό μνημονιακό νόμο είναι όχι μόνο πολύ πίσω από τις ανάγκες, αλλά η κυβέρνηση επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτό το φιλοδώρημα μερικών ευρώ ως άλλοθι στη βάρβαρη πολιτική που τσακίζει τους εργαζόμενους.
Η όποια αύξηση, ακόμα κι αν φτάσει ή ξεπεράσει για μερικά ευρώ, τάχα …συμβολικά, τα επίπεδα του 2011, στην πραγματικότητα δεν θα ακυρώσει την πραγματική μείωση του εργατικού εισοδήματος η οποία προδιαγράφεται για το 2023, λόγω της ανεξέλεγκτης ακρίβειας.
Γι’ αυτό και οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να πάνε ούτε βήμα πίσω από την απαίτηση να ξηλωθεί όλο αυτό το αντεργατικό πλαίσιο το οποίο από παντού πολιορκεί το εργατικό εισόδημα.

Αντίθετα, πρέπει να διεκδικήσουν επαναφορά βασικών εργασιακών δικαιωμάτων (ξεπάγωμα τριετιών, υποχρεωτικότητα ΣΣΕ κ.λπ.) και κατώτατο μισθό 825 ευρώ, ως αφετηρία διαπραγμάτευσης για την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.
Με βάση αυτές τις διεκδικήσεις και βάζοντας τον πήχη ψηλά, οι εργαζόμενοι μπορούν να κρίνουν τη στάση κάθε πολιτικής δύναμης και να απορρίψουν τη λογική του «μικρότερου κακού», που σερβίρουν οι κάθε λογής κυβερνητικοί σωτήρες για να μην πειραχτούν οι «αντοχές» των επιχειρηματικών ομίλων.

Διεκδικήσεις για ουσιαστικές αυξήσεις οι οποίες έμειναν ζωντανές χάρη στα εκατοντάδες σωματεία και στο ΠΑΜΕ, που το 2016, για παράδειγμα, κατέθεταν στη Βουλή την πρόταση νόμου για τις Συλλογικές Συμβάσεις, κόντρα στην τότε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, στα άλλα αστικά κόμματα που απέρριπταν κάθε συζήτηση για τους μισθούς. Μια πρόταση την οποία στήριξε μόνο το ΚΚΕ, συμβάλλοντας στο να μείνουν στην «ημερήσια διάταξη» οι δίκαιες διεκδικήσεις των εργαζομένων, ώστε σήμερα από καλύτερες θέσεις να οργανώνεται η πάλη για ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς, για προστασία του λαϊκού εισοδήματος.

Και σε αυτή τη πορεία το ΚΚΕ δίνει όλες του τις δυνάμεις. Για να γίνει πράξη το σύνθημα “ Μόνο ο λαός θα σώσει τον λαό”.