Την ώρα που στο Δημοτικό Συμβούλιο συζητούσαμε για τον προϋπολογισμό του 2026,για ισοσκελισμένους πίνακες, ποσοστά απορρόφησης και δημοσιονομικές δεσμεύσεις, η χώρα μετατρεπόταν όλο και βαθύτερα σε ορμητήριο πολέμου.
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν είναι μακρινές κρίσεις. Είναι πεδία όπου δοκιμάζεται η ενεργή εμπλοκή της Ελλάδας στους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς και στους οξυνόμενους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Είναι πλέον γεγονός : δυο ελληνικά πολεμικά πλοία και δυο F-16 βρίσκονται στην Κύπρο. Πληροφορίες μιλούν για ελληνική στρατιωτική συμμετοχή και στο Σουέζ.
Οι περιοχές στη Σαουδική Αραβία όπου σταθμεύει ελληνική πυροβολαρχία, βομβαρδίζονται. Η αμερικανοΝΑΤΟική βάση της Σούδας, την οποία το Ιράν έχει υποδείξει ως κέντρο αντιποίνων, έχει “σφραγιστεί”. Ελληνικό πλοίο συμμετέχει υπό την ομπρέλα της ΕΕ στο θέρετρο του πολέμου. Η χώρα μετατρέπεται ταυτόχρονα σε εργαλείο και σε στόχο. Ο λαός μας βρίσκεται σε κίνδυνο. Αυτή η πολιτική παρουσιάζεται ως αναβάθμιση της γεωπολιτικής θέσης και ως εγγύηση σταθερότητας. Στην πραγματικότητα πρόκειται για βαθύτερη πρόσδεση στους ανταγωνισμούς των ισχυρών ιμπεριαλιστικών κέντρων για αγορές, δρόμους ενέργειας και σφαίρες επιρροής. Και κάθε τέτοια επιλογή έχει κόστος. Όχι αφηρημένο μα συγκεκριμένο, μετρήσιμο και βαθιά ταξικό.
Στην τοποθέτησή μας για τον δημοτικό προϋπολογισμό τονίσαμε ότι δεν πρόκειται για ουδέτερο τεχνικό έγγραφο. Είναι πολιτική πράξη. Είναι η συμπύκνωση μιας στρατηγικής σε αριθμούς. Κάθε προϋπολογισμός αποτυπώνει μια ιεράρχηση: ποιοι τομείς χρηματοδοτούνται, ποιοι περιορίζονται, ποιες ανάγκες θεωρούνται επείγουσες και ποιες μπορούν να περιμένουν. Σήμερα αυτή η ιεράρχηση δεν μπορεί να διαβαστεί αποκομμένη από το ευρύτερο πλαίσιο: τη στροφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την πολεμική οικονομία, την εξαίρεση των στρατιωτικών δαπανών από δημοσιονομικούς περιορισμούς, τη σταδιακή μεταφορά πόρων από την κοινωνική αναπαραγωγή προς τη στρατιωτική προετοιμασία.
Όταν σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι δημοσιονομικοί κόφτες χαλαρώνουν για τα όπλα, αλλά σκληραίνουν για τις κοινωνικές ανάγκες, αυτό δεν μένει στις Βρυξέλλες. Διαχέεται σε όλη τη διοικητική πυραμίδα του κράτους. Μεταφράζεται σε παγωμένες κρατικές επιχορηγήσεις προς τους
Δήμους. Σε κοινωνικές δομές που λειτουργούν με προσωρινά προγράμματα και ΕΣΠΑ και όχι με σταθερή κρατική χρηματοδότηση. Σε εργαζόμενους που καλούνται να κάνουν περισσότερα με λιγότερα μέσα. Σε αυξημένη ανταποδοτικότητα και μετακύλιση του κόστους στους δημότες. Δεν πρόκειται για τεχνικά προβλήματα. Πρόκειται για πολιτική ιεράρχηση.
Στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκονται οι στρατιωτικές δεσμεύσεις, οι εξοπλισμοί και οι ΝΑΤΟϊκές υποχρεώσεις. Στη βάση βρίσκονται οι κοινωνικές δομές, οι εργαζόμενοι χωρίς επαρκή προστασία και οι οικογένειες που αγωνιούν για τη συνέχεια βασικών υπηρεσιών.
Ο πλούτος υπάρχει. Παράγεται καθημερινά από την εργασία εκατομμυρίων ανθρώπων. Απλώς κατευθύνεται αλλού.
Οι Δήμοι δεν λειτουργούν σε κενό πολιτικό χώρο. Αποτελούν τμήμα του κράτους και εντάσσονται στο συνολικό πλαίσιο δημοσιονομικής πειθαρχίας που επιβάλλεται από την ΕΕ και το κεντρικό κράτος.
Στο όνομα της δημοσιονομικής σταθερότητας καλούνται να ισοσκελίζουν προϋπολογισμούς με περιορισμένους πόρους, να αυξάνουν την ανταποδοτικότητα και να λειτουργούν όλο και περισσότερο με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.
Έτσι η κοινωνική πολιτική μετατρέπεται σταδιακά από δικαίωμα σε πρόγραμμα. Από μόνιμη δημόσια υποχρέωση σε προσωρινή διαχείριση. Οι παιδικοί σταθμοί, τα ΚΔΑΠ, οι κοινωνικές δομές πρόνοιας εξαρτώνται όλο και περισσότερο από ευρωπαϊκά προγράμματα, από πόρους με
ημερομηνία λήξης. Αντίθετα, οι στρατιωτικές δαπάνες αντιμετωπίζονται ως «στρατηγική ανάγκη».
Η αντίθεση είναι αποκαλυπτική: οι εξοπλισμοί εξαιρούνται από δημοσιονομικούς περιορισμούς, αλλά οι κοινωνικές ανάγκες όχι. Η πολεμική οικονομία δεν σημαίνει μόνο αγορά όπλων. Σημαίνει συνολική αναδιάταξη των προτεραιοτήτων του κράτους. Σημαίνει μεγαλύτερη συγκέντρωση πόρων σε στρατιωτικές και γεωπολιτικές υποδομές. Σημαίνει αυστηρότερη δημοσιονομική πειθαρχία για τις κοινωνικές δαπάνες. Σημαίνει μεταφορά πόρων από την κοινωνική αναπαραγωγή προς τη στρατιωτική αναπαραγωγή του συστήματος.
Η ιστορία του καπιταλισμού δείχνει ότι σε περιόδους όξυνσης των ανταγωνισμών το κράτος αναλαμβάνει όλο και πιο ενεργό ρόλο στη στήριξη στρατηγικών τομέων της οικονομίας ,συχνά σε βάρος κοινωνικών αναγκών και η σημερινή ευρωπαϊκή συζήτηση για την οικονομία άμυνας
κινείται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση.
Η εικόνα αυτή δεν είναι πρωτόγνωρη.
Στον Μεσοπόλεμο, ιδιαίτερα μετά την κρίση του 1929, τα καπιταλιστικά κράτη της Ευρώπης αντιμετώπισαν βαθιά οικονομική κρίση, μαζική ανεργία και κοινωνικές εντάσεις. Η απάντηση που κυριάρχησε δεν ήταν η καθολική ενίσχυση κοινωνικών δικαιωμάτων. Ήταν η αναδιάρθρωση της οικονομίας με κατεύθυνση τη βαριά βιομηχανία και τη στρατιωτική παραγωγή. Σε πολλές χώρες παρατηρήθηκε ένα κοινό μοτίβο: δημοσιονομική αυστηρότητα για μισθούς και κοινωνικές δαπάνες,ενίσχυση της πολεμικής βιομηχανίας, συγκέντρωση εξουσιών στην εκτελεστική διοίκηση, πίεση στα εργατικά δικαιώματα. Οι τοπικές κοινωνίες τότε δεν συζητούσαν για πόλεμο. Συζητούσαν για ελλείμματα, ισοσκελισμούς και αναγκαίες προσαρμογές.
Όμως η οικονομία είχε ήδη πάρει κατεύθυνση πολεμικής προετοιμασίας. Δεν ζούμε στον Μεσοπόλεμο. Οι μορφές είναι διαφορετικές. Υπάρχουν όμως ανησυχητικές ομοιότητες: όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, στρατιωτικοποίηση της οικονομικής στρατηγικής της ΕΕ, εξαίρεση των εξοπλιστικών δαπανών από δημοσιονομικούς περιορισμούς, διαρκής επίκληση της «ασφάλειας» και της «ανθεκτικότητας». Η
έννοια της σταθερότητας αποκτά νέο περιεχόμενο: πειθαρχία για τις κοινωνικές ανάγκες, ευελιξία
για τη στρατιωτική προετοιμασία. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο δημοτικός προϋπολογισμός του 2026. Ο προϋπολογισμός του 2026 μάς καλεί να λειτουργήσουμε υπεύθυνα και να ισοσκελίσουμε τους πίνακες. Το ερώτημα όμως δεν είναι λογιστικό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Ποια ανάγκη προηγείται;
Ποια ζωή θεωρείται προτεραιότητα;
Ποια κοινωνία θέλουμε να οργανώσουμε;
Οι προϋπολογισμοί συχνά προαναγγέλλουν τις καταιγίδες πριν αυτές ξεσπάσουν. Δεν φωνάζουν, ψιθυρίζουν μέσα από αριθμούς. Και αυτό που ψιθυρίζει ο προϋπολογισμός του 2026 είναι ότι ο κοινωνικές ανάγκες μπορούν να περιμένουν, ενώ οι στρατιωτικές δεσμεύσεις όχι.
Η επιλογή όμως δεν είναι μονόδρομος. Οι πόλεις δεν χρειάζεται να προσαρμόζονται σιωπηλά σε μια οικονομία που αναδιατάσσει τις προτεραιότητες υπέρ του πολέμου και του κέρδους. Χρειάζεται διεκδίκηση σταθερής κρατικής χρηματοδότησης των κοινωνικών δομών, ενίσχυση της πρόνοιας, πλήρη προστασία των εργαζομένων και απεμπλοκή της χώρας από τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς που μετατρέπουν τον λαό σε αναλώσιμο παράγοντα.
Γιατί στο τέλος το ζήτημα δεν είναι αν οι προϋπολογισμοί ισοσκελίζονται.
Το ζήτημα είναι αν ισοσκελίζεται η ίδια η ζωή.
Ιωάννα Δακανάλη
Δημοτική Σύμβουλος Λαϊκής Συσπείρωσης
Δήμος Ρεθύμνου





