ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑ

Ελλάδα: Δεύτερη φτωχότερη στην ΕΕ μετά τη Βουλγαρία!

“Το δάκτυλο επί των τύπων των ήλων” για την ουσιαστική κατάσταση των πολιτών πέρα από τις ηχηρές αναφορές περί success story στην οικονομία θέτουν οι Financial Times με μακροσκελέστατο άρθρο τους για την πορεία της Ελλάδας. Ουσιαστικά η έγκριτη εφημερίδα καταγράφει αυτό που πολλοί αναλυτές σημειώνουν σε σχέση με το ότι η χώρα μπορεί να έχει γυρίσει σελίδα, ωστόσο παραμένει με ισχυρά “τραύματα στο σώμα της” χωρίς να καταφέρνει να έχει μπει σε ρότα συμπεριληπτικής ανάπτυξης.

Ειδικά στην εποχή του πληθωριστικού “ράλι” που πλήττει βάναυσα πολλά νοικοκυριά οι FT περιγράφουν το πώς η εντυπωσιακή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, δεν “πάει χέρι – χέρι” με τους πολλούς. Μάλιστα, οι Financial Times, παραθέτουν δείκτες και στοιχεία που αποδεικνύουν πως η πληγή στην ελληνική κοινωνία είναι ανοιχτή, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά.

Πάντως και στην έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος που δημοσιεύτηκε την Πέμπτη, αναφέρεται επίσης σε σημαντικά ζητήματα που δημιουργούν προκλήσεις και εκτείνονται από την πορεία διαχείρισης των κόκκινων δανείων, τα ζητήματα στέγης αλλά και διαθέσιμου εισοδήματος. «Η διατήρηση του πληθωρισμού σε υψηλό ακόμη επίπεδο, σε συνδυασμό με τα αυξημένα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ και την επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης, δοκιμάζει την ανθεκτικότητα των νοικοκυριών και επιχειρήσεων και ενδέχεται να συμβάλλει στη δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ)» σημειώνεται στην έκθεση της ΤτΕ.

Πάντως και το άρθρο των FT αναφέρει κάτι που πολλά ΜΜΕ που δεν κινούνται στον “αστερισμό του success story” έχουν καταδείξει. Πράγματι, η ελληνική οικονομία πετυχαίνει θετικές επιδόσεις μεταξύ των καλύτερων στην ΕΕ, αναφέρει στην αρχή του το άρθρο των Financial Times, επισημαίνοντας όμως το παράδοξο: Την ίδια ώρα που η χώρα καταγράφει πράγματι μεταξύ των καλύτερων πρόσφατων επιδόσεων στην Ευρωζώνη, έχει γίνει και η φτωχότερη μεταξύ αυτών.

Την περασμένη εβδομάδα, αναφέρει η βρετανική εφημερίδα, ο οίκος αξιολόγησης S&P ήταν ο τελευταίος που επαίνεσε την Ελλάδα, αναβαθμίζοντας την προοπτική της σε «θετική».

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση εφαρμόζει «ένα πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ευρείας εμβέλειας για την αντιμετώπιση μακροχρόνιων προβληματικών σημείων», ενισχύοντας την ανάπτυξη πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και καταλήγοντας σε πτώση του δείκτη χρέους προς το ΑΕΠ. Οι θετικές προοπτικές αντικατοπτρίζουν την προσδοκία των αγορών ότι το αυστηρό δημοσιονομικό καθεστώς θα συνεχίσει να προκαλεί μείωση του δημόσιου χρέους, ενώ η ανάπτυξη θα συνεχίσει να υπερβαίνει τις επιδόσεις των ομοτίμων της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, αναφέρουν οι FT και συμπληρώνουν:

Πράγματι, νέα στοιχεία που δημοσίευσε η Eurostat τη Δευτέρα έδειξαν ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 10,8 ποσοστιαίες μονάδες στο 162% το 2023.

Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2% το 2023, την ίδια που στη Γερμανία καταγράφεται συρρίκνωση κατά 0,3%. Από το 2019, πριν από την πανδημία, η χώρα είχε ρυθμούς ανάπτυξης σχεδόν διπλάσιους σε σχέση με την Ευρωζώνη. Την περασμένη εβδομάδα, το ΔΝΤ ανέφερε ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 2% και φέτος και θα συνεχίσει να ξεπερνά τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης της Ευρωζώνης για τα επόμενα δύο χρόνια.

Οι ισχυρές επιδόσεις του τουρισμού — που συμβαδίζουν με τη βελτίωση της αγοράς εργασίας και την ανάκαμψη της κατανάλωσης — βοηθούν στην κατεύθυνση αυτή. Το ίδιο ισχύει και για τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στην άρση των εμποδίων στην ανάπτυξη, όπως η αύξηση της ψηφιακής πρόσβασης στις δημόσιες υπηρεσίες, η επιτάχυνση των δικαστικών αποφάσεων και η βελτίωση της διαφάνειας και των δημόσιων οικονομικών.

Όπως είπε στους Financial Times ο Guillaume Derrien, οικονομολόγος της BNP Paribas στο FTAV: «Η ανανεωμένη πολιτική σταθερότητα και η έντονη δημοσιονομική εξυγίανση καθιστούν την Ελλάδα πολύ πιο ελκυστική χώρα για επενδύσεις από ό,τι στο παρελθόν».

Η Ελλάδα σύντομα θα είναι η φτωχότερη χώρα στην ΕΕ

Παράλληλα, βέβαια, οι FT σημειώνουν ότι η πρόσφατη ανάκαμψη στην Ελλάδα έχει μόλις ελαφρώς ανεβάσει το βιοτικό επίπεδο στη χώρα σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ τα τελευταία δύο χρόνια – και όχι αρκετά για να απομακρυνθεί η χώρα από την τελευταία θέση, με τους φτωχότερους κατοίκους στην Ευρωζώνη. Οι Financial Times συνεχίζουν τονίζοντας πως αυτή η κατάσταση είναι καινούρια για τους Έλληνες, που μέχρι το 2009, είχαν κατά κεφαλήν ΑΕΠ κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ.

Από τότε, 10 χώρες έχουν δει το βιοτικό τους επίπεδο να αυξάνεται πάνω από αυτό στην Ελλάδα, αφήνοντάς την τη δεύτερη φτωχότερη στην ΕΕ μετά τη Βουλγαρία, και τη φτωχότερη χώρα στην Ευρωζώνη, δηλαδή μεταξύ των χωρών της ΕΕ που έχουν υιοθετήσει το ευρώ. «Καθώς το χάσμα με τη Βουλγαρία μειώνεται απότομα, δεν είναι παράλογο να περιμένουμε ότι η Ελλάδα θα γίνει σύντομα η φτωχότερη χώρα της ΕΕ», γράφει το δημοσίευμα των Financial Times παραπέμποντας και στα τελευταία δεδομένα που έχει δημοσιοποιήσει η Eurostat για την αγοραστική δύναμη σε κράτη μέλη, θέμα που έχει τύχει αναλυτικών αναφορών πρόσφατα στον ελληνικό τύπο..

«Πώς συμβιβάζονται αυτές οι αντίθετες ιστορίες ισχυρής ανάκαμψης και φτώχειας;», αναρωτιέται το άρθρο για να εξηγήσει πως η απάντηση βρίσκεται στον απόηχο της οικονομικής κρίσης και της λιτότητας που ακολούθησε το 2010. Οι δαπάνες περικόπηκαν και οι φόροι αυξήθηκαν για να εξασφαλιστεί η διάσωση από το ΔΝΤ και την ΕΕ, συμπιέζοντας επιχειρήσεις και νοικοκυριά και κατεδαφίζοντας την οικονομία. Η έκταση της οικονομικής ζημιάς ήταν πρωτοφανής για καιρό ειρήνης. Η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε σχεδόν κατά 30% από την κορυφή προς τα μεσαία στρώματα. Το 2016, οι καταναλωτικές δαπάνες μειώθηκαν κατά 24% σε σχέση με το 2007, οι κρατικές δαπάνες μειώθηκαν κατά 20% και οι επενδύσεις μειώθηκαν κατακόρυφα κατά 65%.

Την ίδια περίοδο, η μεταποιητική δραστηριότητα μειώθηκε σχεδόν στο μισό, το λιανικό εμπόριο και η επαγγελματική δραστηριότητα συρρικνώθηκαν σχεδόν κατά το ένα τρίτο. Η ανεργία εκτοξεύτηκε στο ιστορικό υψηλό σχεδόν 30%. Ως αποτέλεσμα, η ελληνική οικονομία είναι σήμερα περίπου 19% μικρότερη από ό,τι το 2007 – παρά την ισχυρή ανάκαμψη της χώρας μετά την πανδημία – ενώ η οικονομία της ΕΕ στο σύνολό της έχει αυξηθεί κατά 17%.

Με βάση το δημοσίευμα των FT, το οικονομικό χτύπημα είναι σχεδόν άνευ προηγουμένου στη σύγχρονη εποχή, συγκρίσιμο μόνο με τη Μεγάλη Ύφεση των ΗΠΑ στη δεκαετία του 1930, σημειώνει ο Γιώργος Λαγαριάς, επικεφαλής οικονομολόγος στη Mazars Wealth Management.

Οι πραγματικοί μισθοί μειώνονταν σταθερά μέχρι το 2022, το πιο πρόσφατο έτος με διαθέσιμα στοιχεία στη βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ, και υπολείπονται κατά 30% από τα προ της οικονομικής κρίσης επίπεδα, αφήνοντας τη χώρα με έναν από τους χαμηλότερους μέσους μισθούς μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών.

Ο κατασκευαστικός τομέας — ένας σημαντικός μοχλός ανάπτυξης πριν από την κρίση — έχει σχεδόν αφανιστεί. Οι επενδύσεις σε κατοικίες, που αντιπροσώπευαν πάνω από το 10% του ΑΕΠ στο απόγειο της φούσκας του 2008, έχουν έκτοτε βυθιστεί στο 2% του ΑΕΠ, το χαμηλότερο μερίδιο μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης. Όπως λέει ο Derrien της BNP: «Η Ελλάδα έχει πλέον ένα λιγότερο μη ισορροπημένο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης — κάτι που είναι θετικό — αλλά η πτώση της κατασκευαστικής δραστηριότητας δεν έχει ακόμη εξισορροπηθεί πλήρως από την επέκταση σε νέους τομείς».

Υπάρχουν επίσης ανησυχίες για τις μακροπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές της χώρας. Ο Λαγαριάς υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη με περιορισμένη μόχλευση (financial leverage) – όπως είναι η περίπτωση της Ελλάδας – θα παραμείνει υποτονική και προβλέπει ότι θα χρειαστούν πολλά χρόνια «επίμονων μεταρρυθμίσεων» για να επιστρέψει η Ελλάδα στο σημείο που ήταν το 2007.

Κλιματικοί κίνδυνοι και δημογραφικό

Χαμηλές επενδύσεις και υποτονική παραγωγικότητα επίσης συνεχίζουν να περιορίζουν τις οικονομικές δυνατότητες της Ελλάδας, σύμφωνα με τον Derrien. Στην τελευταία του έκθεση για τη χώρα, το ΔΝΤ ανέφερε επίσης την κλιματική αλλαγή ως κίνδυνο – καθώς το 90% των υποδομών του τουρισμού και το 80% των βιομηχανικών δραστηριοτήτων βρίσκονται σε περιοχές που είναι εκτεθειμένες σε υψηλούς κλιματικούς κινδύνους — και στα ολοένα πιο θλιβερά δημογραφικά στοιχεία.

Σύμφωνα με τους FT, οι γεννήσεις στην Ελλάδα μειώθηκαν σε χαμηλό ενενήντα ετών το 2022, επιδεινώνοντας τη γήρανση και συρρικνώνοντας τον πληθυσμό καθώς πολλοί νέοι εγκαταλείπουν τη χώρα κάθε χρόνο.

Συνολικά, καταλήγει το άρθρο των Financial Times, «η οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας θα πρέπει να γιορτάζεται, αλλά πρέπει να την εξετάζουμε στο πλαίσιο της σημαντικής οικονομικής κρίσης που άφησε τη χώρα σε μια τρύπα, για να βγει από την οποία μπορεί να χρειαστεί μια ολόκληρη γενιά».

Το ΥΠΕΘΟ

Στο μεταξύ το Υπουργείο Οικονομίας Οικονομικών στέκεται στα θέματα της ανάκαμψης των εισοδημάτων με βάση όσα επισημαίνει η ΕΛΣΤΑΤ στο διορθωμένο δελτίο της η ΕΛΣΤΑΤ σχετικά με το διαθέσιμο εισόδημα. Κατά το 4ο τρίμηνο του 2023, το διαθέσιμο εισόδημα του τομέα των νοικοκυριών και των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά αυξήθηκε κατά 7,5% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, από 33,75 δισ. ευρώ σε 36,27 δισ. ευρώ αναφέρει η ΕΛΣΤΑΤ σημειώνοντας, βέβαια, ότι κ ατά το 4 ο τρίμηνο του 2023, η τελική καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών και των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά, αυξήθηκε κατά 5,8% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, από 37,3 δισ. ευρώ σε 39,5 δισ. ευρώ (

Επίσης το ΥΠΕΘΟ με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την οικονομική ανισότητα και φτώχεια για το 2022 πρόσφατα σχολίασε ότι καταγράφεται βελτι μένη εικόνα.

Όπως ανέφερε σχετική ανακοίνωση, “το 2022, έτος αναφοράς στο οποίο αναφέρονται τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ήταν χρονιά απροσδόκητης έκρηξης του πληθωρισμού λόγω του μεγάλου ενεργειακού σοκ που προκάλεσε σε παγκόσμιο επίπεδο η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Σε παλαιότερες περιόδους, σε παρόμοιες συνθήκες συνήθως είχαμε έκρηξη της εισοδηματικής ανισότητας και της φτώχειας στη χώρα μας. Λόγω των πολιτικών της κυβέρνησης – αύξηση κατώτατου μισθού, εισοδηματικές ενισχύσεις στα πλέον ευάλωτα τμήματα του πληθυσμού, αναπτυξιακές πολιτικές που οδήγησαν σε μεγάλη μείωση της ανεργίας– αυτό απετράπη.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, μεταξύ 2021 και 2022 η ανισότητα (δείκτης Gini από 31,4 σε 31,8) και το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας (από 18,8% σε 18,9%) αυξήθηκαν ανεπαίσθητα ενώ, αντίθετα, μικρή βελτίωση παρατηρείται στο ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (από 26,3% σε 26,1%). Το ότι οι πολιτικές της κυβέρνησης προστάτεψαν τα πλέον ευάλωτα στρώματα του πληθυσμού αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ανάμεσα στα δύο αυτά χρόνια η εισοδηματική μερίδα του φτωχότερου 25% του πληθυσμού αυξήθηκε λίγο (από 10,3% σε 10,4%), ενώ το λεγόμενο «χάσμα φτώχειας» που δείχνει πόσο φτωχοί είναι οι φτωχοί συμπολίτες μας μειώθηκε σημαντικά, από 23,8% σε 22,5%.”