ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑ

Ελλάδα και Βουλγαρία στην τελευταία θέση της Ε.Ε. με το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ

Στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης διαμορφώθηκε το 2025 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα (προσαρμοσμένο σε όρους αγοραστικής δύναμης), καταγράφοντας μείωση κατά μία ποσοστιαία μονάδα σε σύγκριση με το 2024. Με την επίδοση αυτή η Ελλάδα κατατάσσεται, δυστυχώς, μαζί με τη Βουλγαρία στην τελευταία πλέον θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. Μάλιστα, η Βουλγαρία, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Εurostat, βελτίωσε τη θέση της σε σύγκριση με το 2024, όταν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη γείτονα ήταν στο 66% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ η Λετονία, που το 2024 βρισκόταν στην προτελευταία θέση, κάτω από την Ελλάδα, το 2025 ξεπέρασε τη χώρα μας με ΑΕΠ στο 71% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Σε απόλυτα μεγέθη, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα –προσαρμοσμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης– διαμορφώθηκε το 2025 σε 28.500 ευρώ από 27.400 ευρώ το 2024, με το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ε.Ε. να διαμορφώνεται το 2025 σε 41.600 ευρώ από 39.900 ευρώ το 2024. Με άλλα λόγια, αν και σε απόλυτα μεγέθη το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα αυξήθηκε το 2025 σε σύγκριση με το 2024, η απόσταση από την Ε.Ε. μεγάλωσε, λόγω μεγαλύτερης ενίσχυσης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ενωση και κυρίως λόγω του υψηλότερου συγκριτικά επιπέδου τιμών αγαθών και υπηρεσιών στην Ελλάδα, που καταλήγει τελικά σε μειωμένη αγοραστική δύναμη.

Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα δεν βρέθηκε ποτέ πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ωστόσο, τη δεκαετία πριν από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, βρισκόταν πολύ κοντά σε αυτόν, με πλέον «καλύτερη» χρονιά το 2006, όταν είχε διαμορφωθεί στο 96% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το 2010 υποχώρησε στο 84% και το 2015 έπεσε κάτω από το 70%, χωρίς να περάσει το φράγμα αυτό ποτέ ξανά από το 2014 μέχρι και το 2025.

Κάτι που έρχεται να επιβεβαιώσει τέσσερα πράγματα: πρώτον, το βάθος και την ένταση της οικονομικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας, δεύτερον, τη μη επίτευξη ακόμη της επιθυμητής σύγκλισης, τρίτον, την επίδραση των διαδοχικών κρίσεων από το 2020, τόσο ως προς τον ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ όσο και ως προς τον ρυθμό αύξησης των τιμών και, τέλος, την ανάπτυξη –ενώ η Ελλάδα βρισκόταν σε κρίση– των χωρών που εντάχθηκαν στην Ε.Ε. τα τελευταία χρόνια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις χώρες της Βαλτικής, αλλά πλέον και τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία.

Από την άλλη, πάντως, στην Ελλάδα δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ο παράγοντας της απόκρυψης εισοδημάτων, αν και τα τελευταία χρόνια έχει υπάρξει σημαντικός περιορισμός της φοροδιαφυγής.

Οι χώρες με το υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης ήταν το 2025 το Λουξεμβούργο (139% πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε.), η Ιρλανδία (137%) και η Ολλανδία (134%).

ΠΑΣΟΚ: Ελλάδα-Βουλγαρία σημειώσατε Χ: Και επισήμως στο ναδίρ η αγοραστική δύναμη της χώρας με σφραγίδα Μητσοτάκη

Ανακοίνωση εξέδωσε ο Τομέας Οικονομικών ΠΑΣΟΚ- Κίνημα Αλλαγής

«Σύμφωνα με τις πρόσφατες εκτιμήσεις της Eurostat για το 2025, η Ελλάδα καταγράφει το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, μοιραζόμενη πλέον την τελευταία θέση με τη Βουλγαρία.

Η θλιβερή κατάταξη της Ελλάδας στην τελευταία θέση της Ευρώπης, αποτελεί την απόλυτη διάψευση του αφηγήματος περί «οικονομικού θαύματος» και ισχυρής ανάπτυξης. Η κυβέρνηση παρακολουθεί αμέτοχη τη συνεχή διολίσθηση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων, οι οποίοι πλέον διαθέτουν τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη στην Ε.Ε., την ώρα που το κόστος ζωής καλπάζει και τα νοικοκυριά αδυνατούν να καλύψουν βασικές ανάγκες. Η πραγματικότητα των αριθμών αποκαλύπτει ότι η πολιτική των «pass» και των προσωρινών επιδομάτων δεν είναι παρά ένα προπέτασμα καπνού που κρύβει τη βαθιά φτωχοποίηση της κοινωνίας και την αποτυχία μιας οικονομικής στρατηγικής που ευνοεί τους λίγους εις βάρος της συντριπτικής πλειοψηφίας.

Σε πρόσφατη έκθεση του το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δικαιώνει τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής και προτείνει τη θέσπιση ενός αυτόματου μηχανισμού που θα αναπροσαρμόζει τα φορολογικά κλιμάκια και το αφορολόγητο βάσει του πληθωρισμού, ώστε οι πολίτες να μην πληρώνουν περισσότερους φόρους όταν παίρνουν ονομαστικές αυξήσεις που απλώς καλύπτουν το κόστος ζωής. Η θεσμοθέτηση ενός αυτόματου μηχανισμού αναπροσαρμογής των φορολογικών κλιμακίων βάσει του πληθωρισμού αποτελεί κρίσιμο βήμα για τη φορολογική δικαιοσύνη. Αντικαθιστώντας τις αποσπασματικές πολιτικές αποφάσεις με σταθερούς κανόνες, διασφαλίζεται ότι οι αυξήσεις των μισθών που καλύπτουν το κόστος ζωής δεν θα «εξανεμίζονται» από την αυτόματη άνοδο των φόρων. Έτσι, η φορολογική πολιτική παύει να είναι εργαλείο μικροπολιτικής και παρέχει στους πολίτες την απαραίτητη ασφάλεια για τον προγραμματισμό των οικονομικών τους. Όταν η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον στην τελευταία θέση της Ε.Ε. σε αγοραστική δύναμη, η άρνηση της κυβέρνησης να υιοθετήσει αυτόν τον μηχανισμό συνιστά συνειδητή επιλογή φτωχοποίησης των πολιτών και αφαίμαξης του εισοδήματός τους.

Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής προτείνει την τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας ως κεντρικό πυλώνα μιας δίκαιης φορολογικής πολιτικής, προκειμένου να προστατευτεί το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων και των συνταξιούχων από τον «πληθωριστικό φόρο». Η πρόταση προβλέπει την αυτόματη αναπροσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων και του αφορολόγητου ορίου ανάλογα με το επίπεδο του πληθωρισμού, ώστε οι ονομαστικές αυξήσεις των μισθών να μην οδηγούν σε τεχνητή άνοδο της φορολογικής επιβάρυνσης. Με αυτόν τον μηχανισμό, στόχος είναι η ανάσχεση της φτωχοποίησης της μεσαίας τάξης και των αδύναμων στρωμάτων, διασφαλίζοντας ότι η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών δεν θα εξανεμίζεται από τον συνδυασμό ακρίβειας και υψηλών φορολογικών συντελεστών».