ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗ

Επιστροφή στα Μάταλα

Ο αέρας έρχεται από την Αφρική
χθες το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ
ξέρεις είναι δύσκολο να φύγεις από εδώ, Carey όμως εδώ δεν είναι το σπίτι μου.
Τα νύχια μου είναι βρόμικα
πίσσα και άμμος έχουν κολλήσει στα πόδια μου
μου λείπουν τα καθαρά σεντόνια μου και η γαλλική κολόνια μου».

Με τους στίχους αυτούς ξεκινά το θρυλικό «Carey», το τραγούδι-tribute στα Μάταλα που η Καναδή τραγουδίστρια και συνθέτρια της φολκ Τζόνι Μίτσελ έγραψε το 1971, όταν επέστρεψε ως χίπισσα από το γραφικό ψαροχώρι στη νότια Κρήτη.

Για όσους βέβαια, λόγω του νεαρού της ηλικίας, το όνομα Τζόνι Μίτσελ δεν τους λέει κάτι, σίγουρα θα έχουν κάποια αμυδρή εικόνα από την αείμνηστη Ρένα Βλαχοπούλου που μαζί με τον Βασίλη Τσιβιλίκα και τη Νόρα Βαλσάμη φορούν χαϊμαλιά και καμπάνες και περιφέρονται ανάμεσα σε πλήθος νεαρόκοσμου.

Τα γυρίσματα της ταινίας «Η θεία μου η χίπισσα» έγιναν σε πραγματικό χρόνο στις σπηλιές των Ματάλων, οι οποίες λαξεύτηκαν, κατά την αρχαιότητα, στους απότομους βράχους που ορθώνονται στη βόρεια πλευρά του κόλπου και κατά τη δεκαετία των 1960 και 1970 προσέφεραν καταφύγιο στα «παιδιά των λουλουδιών» από όλο τον κόσμο.

Σε εκείνη την περίφημη χρυσαφένια παραλία των Ματάλων, στην επαρχία Πυργιωτίσσης, στον Νομό Ηρακλείου, διοργανώνεται και φέτος το Matala Beach Festival και οι απανταχού βετεράνοι χίπις προσδοκούν να αναβιώσουν κάτι από την αίγλη της ξέγνοιαστα ρομαντικής εκείνης εποχής.

Είμαστε πολύ χαρούμενοι που θα ιδωθούμε ξανά με τους ρομαντικούς ομοϊδεάτες μας, ενώ από τις προβλέψεις μας χιλιάδες άτομα -μεταξύ των οποίων και χίπις που έζησαν εδώ- σκοπεύουν να τιμήσουν το reunion», υποστηρίζει ο Γερμανός ρεπόρτερ, συγγραφέας και καθηγητής Αρν Στρομάιερ που μαζί με τον έτερο Γερμανό πρώην χίπη και μόνιμο κάτοικο της Κρήτης Γιορκ Κρούγκερ διοργανώνουν τη μοναδική επανένωση, σε μια μάλιστα δύσκολη οικονομική συγκυρία για τον ελληνικό τουρισμό.

Ωστόσο, η πρωτοβουλία για το επικείμενο reunion δεν ήρθε ουρανοκατέβατα. Μαγεμένος από το φυσικό κάλλος του τόπου μας, ο εραστής της Ελλάδας Αρν Στρομάιερ γράφει εδώ και χρόνια βιβλία για την κουλτούρα και τον πολιτισμό της χώρας μας, ενώ με το πιο πρόσφατο συγγραφικό του πόνημα «Mythos Matala / The Myth of Matala» κατάφερε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα: να δημιουργήσει ένα φωτογραφικό άλμπουμ από το 1960 και το 1970, το οποίο συνοδεύεται από τη δική του και έντεκα ακόμα μαρτυρίες πρώην χίπις που έζησαν εκείνο το διάστημα στις σπηλιές των Ματάλων.

Με τη βοήθεια της σύγχρονης κοινωνικής δικτύωσης μέσω Διαδικτύου, ο Γερμανός συγγραφέας κατάφερε να συλλέξει εικόνες και προσωπικές ιστορίες ανθρώπων που, όπως και εκείνος, έζησαν στο απομακρυσμένο χωριό της Κρήτης με φόντο το Λιβυκό πέλαγος τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους.

Τι και αν εκείνη η εποχή, σύμφωνα με τον ίδιο, έχει περάσει ανεπιστρεπτί; Με την επανασύνδεση των θρυλικών χίπις, πλήθος κόσμου θα μπορέσει να θαυμάσει από κοντά τον ευλογημένο τόπο που τόσο πολύ λάτρεψαν ο Στρομάιερ και πολλοί άλλοι αθεράπευτοι αιθεροβάμονες: «Δεν υπάρχει μέρος στον κόσμο σαν τα Μάταλα, έτσι όπως τότε τα ζήσαμε εμείς. Ενα νέο κίνημα χίπις, ωστόσο, είναι ανέφικτο για τον απλούστατο λόγο ότι πλέον οι ωραιότερες παραλίες και τα πιο μαγευτικά μέρη του κόσμου έχουν πουληθεί!».

Πώς όμως ξεκίνησε αυτή η -μοναδική για τα τότε ελληνικά και παγκόσμια δεδομένα- σύναξη των ανατρεπτικών ονειροπόλων από όλο τον κόσμο σε μια ερημωμένη παραλία της νότιας Κρήτης, στη μέση του πουθενά; Η ιστορία ξεκινά μεταξύ 1964 και 1965, όταν με την παρουσία λιγοστών περιστασιακών χίπις στην περιοχή κάποιοι ξένοι δημοσιογράφοι αποφασίζουν να κάνουν ένα ρεπορτάζ για το μαγευτικό τοπίο. Ωστόσο, η φαεινή τους ιδέα είναι να διαρρεύσουν την πληροφορία πως θα πραγματοποιηθεί μια διεθνής σύναξη χίπις στα Μάταλα.

Ετσι, ο τότε συνεργάτης της ΕΡΑ Ανδρέας Παναγιωτόπουλος δίνει στο Reuters την κατασκευασμένη είδηση, η οποία αναπαράγεται αυτούσια από όλα τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία και με τα τεχνολογικά μέσα της εποχής κανείς δεν μπορεί να τη διαψεύσει. Μέσα σε δέκα μέρες «παιδιά των λουλουδιών» από κάθε σημείο της Γης κατακλύζουν το παραθαλάσσιο χωριό και καταλαμβάνουν μια θέση στις φημισμένες σπηλιές της παραλίας. Χωρίς ιεραρχικές δομές και κοινωνικά στάτους, οι νεαροί αφήνονται στην ψυχεδελική ατμόσφαιρα που οι ίδιοι δημιούργησαν με τους μυστικιστικούς χορούς, το χασίς και τα τραγούδια μέσα σε ένα παρθένο φυσικό τοπίο.

Το περίφημο σύνθημα «Make love not war» αντηχούσε σε κάθε γωνιά του μαγευτικού κόλπου όσο τα παιδιά με τα μούσια, τα πολύχρωμα ταγάρια και τα ταλαιπωρημένα σανδάλια άλλοτε χόρευαν μέσα στη θάλασσα ως το ξημέρωμα και άλλοτε ξεδίπλωναν τις κοσμοθεωρίες τους για ένα καλύτερο αύριο γύρω από τη φωτιά υπό τους ήχους του Ντίλαν, της Τζόπλιν, της Μπαέζ.

Για τον Στρομάιερ υπήρξαν τρία ανθρώπινα αρχέτυπα στα Μάταλα: εκείνοι που παράτησαν σπουδές, δουλειά και μια άνετη αλλά συμβατική ζωή για να ανακαλύψουν μια διαφορετική φιλοσοφία ζωής, οι ανοιχτόμυαλοι νεαροί ταξιδιώτες -όχι απαραίτητα χίπις- που γυρνώντας τον κόσμο έγιναν μάρτυρες της τριτοκοσμικής εξαθλίωσης και οι άθεοι και άξεστοι περιπλανώμενοι αρτίστες που ενδιαφέρονταν για το μάκρος των μαλλιών τους και μόνο. Στο σύνολό τους, ωστόσο, «τα “παιδιά των λουλουδιών” ήταν ρομαντικοί ονειροπόλοι χωρίς πολιτικά φρονήματα που έψαχναν για επί γης παράδεισους και τα Μάταλα ήταν ένας από αυτούς.

Μπορεί να έμοιαζαν αφελείς, αλλά δεν έβλαψαν ποτέ κανέναν», αναφέρει στο φωτογραφικό του λεύκωμα ο Γερμανός ρεπόρτερ. Με τον νεανικό παρορμητισμό και την απολίτικη αφέλειά τους, οι χίπις πίστευαν ότι μέσα από αυτόν τον τρόπο ζωής θα μπορούσαν να αναγεννηθούν και ότι αυτή η εσωτερική αναθεώρηση θα λειτουργούσε ως ντόμινο σε ολόκληρη την οικουμένη.

Κάθε απόγευμα, λοιπόν, οι συζητήσεις για έναν καλύτερο κόσμο, πιο ειρηνικό και ανθρώπινο λειτουργούσαν σαν αντίβαρο στη σκληρή πραγματικότητα της εποχής. Μπροστά στο ψυχροπολεμικό κλίμα μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, στον πόλεμο του Βιετνάμ, ακόμα και στην ελληνική χούντα, οι χίπις έδιναν τη δική τους απάντηση στα επίκαιρα δεινά: ταξίδι μυσταγωγίας στην αγάπη, στην ειρήνη και τη φύση. Ανάμεσα στη γενικότερη παραφιλολογία για τον αντισυμβατικό τρόπο ζωής του «αμαρτωλού» κινήματος, δεν θα μπορούσαν να λείψουν οι φήμες περί σεξουαλικών οργίων, ελεύθερου σεξ και σκληρών ναρκωτικών.

Ωστόσο, ως μάρτυρας που έζησε από πρώτο χέρι την εμπειρία των Ματάλων, ο Στρομάιερ υποστηρίζει ότι ήταν ο αγνός έρωτας εκείνο που αναπτύχθηκε μεταξύ πολλών νέων παιδιών εκεί και ότι το μοναδικό παραισθησιογόνο που κυκλοφορούσε στην παραλία ήταν χασίς, το οποίο μετέφεραν οι περιπλανώμενοι ταξιδιώτες από το Νεπάλ και το Αφγανιστάν. Κάπως έτσι, η καθημερινότητα στο ψαροχώρι της Κρήτης κυλούσε για μερικά χρόνια στην απόλυτη νιρβάνα, με το μοναδικό αναψυκτήριο του χωριού, το «Mermaid cafe», να συγκεντρώνει τους νεαρούς επισκέπτες όταν αυτοί άφηναν για λίγο τις σπηλιές τους.

Τις Κυριακές έρχονταν συνήθως τουρίστες από όλο τον κόσμο για να θαυμάσουν τον πρωτόγονο τρόπο ζωής του κινήματος τα μέλη του οποίου αισθάνονταν εκείνες τις στιγμές σαν εκθέματα σε ζωολογικό κήπο. Εκτός από τα ξενόφερτα μυαλά, στα Μάταλα έδωσαν το «παρών» και πολλοί Ελληνες χίπις. Βέβαια όσοι από αυτούς είχαν καταγωγή από την Κρήτη έπρεπε σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο να αντιμετωπίζουν τις πιέσεις των γονιών τους που τους επισκέπτονταν με σκοπό να τους μεταπείσουν ώστε να αφήσουν στην άκρη τη νεανική τους τρέλα και να γυρίσουν στο σπίτι.

Οσο και αν φημίζονται για τη φιλοξενία τους, εκείνα τα χρόνια οι φτωχοί -πλην τίμιοι- κάτοικοι της Κρήτης, αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, αντιμετώπισαν αρχικά τους απρόσμενους επισκέπτες ως τα περίεργα πλάσματα που έφεραν έναν διαφορετικό αέρα στο γραφικό ψαροχώρι. Αλλωστε, μέχρι τότε ο όρος «τουρίστας» ήταν άγνωστη λέξη στο απλοϊκό λεξιλόγιο των ντόπιων και το γεγονός ότι ξαφνικά τα Μάταλα απέκτησαν διεθνή φήμη χάρη σε μια χούφτα αλαφροΐσκιωτων νεαρών αποτελούσε από μόνο του ένα κοσμοϊστορικό φαινόμενο για τα δεδομένα της απομονωμένης Ελλάδας.

Μπορεί το ανατρεπτικό στυλ με τα προκλητικά μαγιό και τις σκισμένες καμπάνες των χίπις να ξένιζε τους μαυροφορεμένους Κρητικούς, αλλά με τον καιρό οι ντόπιοι κατάλαβαν ότι δεν είχαν τίποτα να φοβούνται από παιδιά που με λιγοστά χρήματα στην τσέπη ήρθαν για να ζήσουν ειρηνικά σε έναν παρθένο τόπο όπου το μοτοσακό αποτελούσε είδος πολυτελείας.

Με κάποιους βέβαια χωρικούς τα «παιδιά των λουλουδιών» ανέπτυξαν ιδιαίτερες σχέσεις χάρη στην αμέριστη στοργή τους, όπως ο ψαράς της περιοχής Γιώργος Γερμανάκης, ο οποίος προμήθευε, κρυφά από τον πατέρα του, την κοινότητα με ψάρια. Ιδιαίτερη αδυναμία είχε ο τότε νεαρός Κρητικός στις ξανθές Βορειοευρωπαίες χίπισσες, ενώ ακόμα και σήμερα χαρακτηρίζει τις θρυλικές εκείνες μέρες ως το «πανεπιστήμιό» του. Με ένα λουλούδι πίσω από το αφτί, αυτές τις μέρες εύκολα αναγνωρίζει κανείς τον άνθρωπο που έγραψε το σύνθημα-θρύλο σε έναν τοίχο του χωριού «Καλωσήλθατε στα Μάταλα. Σήμερα είναι η ζωή. Το αύριο δεν έρχεται ποτέ», το οποίο ακόμα και σήμερα το περνάει από πάνω με μπογιά ώστε να μη σβηστεί ποτέ. Αλλη μια αξιαγάπητη παρουσία για τους χίπις στα Μάταλα ήταν η φουρνάρισσα του χωριού, Ανθούσα Ζουριθάκη, γνωστή και ως «μαμά», η οποία έδινε τζάμπα σάντουιτς και καφέ σε ταλαιπωρημένους ταξιδιώτες αντιμετωπίζοντάς τους σαν να ήταν όλοι τους δικά της παιδιά. Ακόμα και όταν οι πιο συντηρητικές φωνές του νησιού αντιδρούσαν στην ειρηνική κατάληψη των σπηλαίων από τους χίπις, η κύρια Ανθούσα ήταν από τους πρώτους που υποστήριζε τις αγνές προθέσεις των απρόσμενων επισκεπτών.

Σε γενικές γραμμές, το πείραμα της συνύπαρξης μεταξύ των γραφικών κατοίκων του χωριού και των χίπις αποδείχθηκε πετυχημένο, ωστόσο ο αντίλογος της Εκκλησίας ήταν ένα μόνιμο αγκάθι στα πλάνα τους για μια αρμονική ζωή επ’ αόριστον στα Μάταλα.

Στο κήρυγμά του, ο αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος χρησιμοποίησε για τους ανεπιθύμητους επισκέπτες τη φράση «βάρβαροι και απολίτιστοι που δεν έχουν Θεό, πατρίδα ούτε αξίες», ενώ για τα νεαρά κορίτσια υποστήριξε ότι βγάζουν τα ρούχα τους για να εκδίδονται.

Η απάντηση ήρθε άμεσα και ήταν άκρως ειρωνική: ένας από τους ατίθασους κατοίκους των σπηλαίων τοποθέτησε ένα πόστερ «Συγγνώμη, σήμερα δεν έχει όργια!» Ακόμα και όταν ο στρατηγός Στυλιανός Παττακός, με ρίζες από την Κρήτη, υποστήριξε τη χίπικη κοινότητα, για την Εκκλησία η ατίθαση νεολαία με τα μακριά μαλλιά και τα άπλυτα ρούχα παρέμενε το κόκκινο πανί. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, το «αμαρτωλό» κίνημα άρχισε σε παγκόσμια κλίμακα να χάνει την αίγλη του.

Στη Μέκκα των χίπις, το Σαν Φρανσίσκο, ολοένα περισσότεροι θιασώτες της ιδανικής ουτοπίας είχαν παραδώσει τα όπλα την ώρα που τα Μάταλα είχαν μπει για τα καλά στον στόχο των πραξικοπηματιών. Σε διάγγελμά του, ο δικτάτορας Παπαδόπουλος έκανε λόγο περί ηθικής αναρχίας που έπρεπε να παταχθεί με οποιοδήποτε κόστος. Με το πρόσχημα της κομμουνιστικής απειλής και του χαρακτηρισμού των σπηλαίων ως πολιτιστικής κληρονομιάς, οι αιφνιδιαστικοί έλεγχοι της Αστυνομίας στην περιοχή έγιναν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο.

Στις πρώτες ανεπιθύμητες «επισκέψεις», οι χίπις στέκονταν γυμνοί και απαθείς μπροστά στα αμήχανα βλέμματα των Κρητικών αστυνομικών. Με τον καιρό, ωστόσο, οι προσπάθειες καταστολής εντάθηκαν και σε συνδυασμό με τις διεθνείς πιέσεις που ασκήθηκαν στο κίνημα, οι ρομαντικοί κάτοικοι των Ματάλων μάζεψαν τη λιγοστή πραμάτεια τους ρίχνοντας την αυλαία στο άλλοτε ονειρικό καταφύγιό τους.

[youtube]http://www.youtube.com/watch?v=jO4WXTIZ7Uw[/youtube]

Η αλήθεια είναι ότι η πρωτόγονη ζωή στo κρητικό παραθαλάσσιο χωριό γοήτευσε τους ονειροπόλους νέους χωρίς ωστόσο ποτέ να κερδίσει κάποια ουσιαστική κοινωνιολογική υπόσταση. Καλλιτέχνες-θρύλοι όπως ο Μπομπ Ντίλαν και ο Κατ Στίβενς φημολογείται ότι πέρασαν και αυτοί από τις σπηλιές της Κρήτης. Μπορεί να πήγαν, μπορεί και να μην πήγαν. Τι σημασία έχει; Τα θρυλικά χίπικα χρόνια στα Μάταλα, όπως και το τριήμερο του 1969 στο Woodstock, αποτελούν μέρος του μύθου που αναπτύχθηκε γύρω από μια χαμένη ουτοπία, τη Χώρα του Ποτέ Ποτέ, που με έναν πρωτόγνωρο παθιασμένο ρομαντισμό θέλησαν να ανακαλύψουν τα «παιδιά του λουλουδιών», μα δεν τα κατάφεραν ποτέ.

της Εβελίνας Σαραντίδη