Η ταινία «Τζόκερ» και οι ερεθισμοί που δημιουργεί μας δίνουν αρκετές διαπιστώσεις για την ελληνική (και όχι μόνο) πραγματικότητα.

Η ταινία βγαίνει στη χώρα μας με την ένδειξη κατάλληλη άνω των 18, λόγω βίας, ενώ παντού βγαίνει σαν κατάλληλη άνω των 15 ετών. Τα παιδιά των 16 και 17 ετών στην Ελλάδα, βλέπουν πολύ πιο βίαια πράγματα και ταινίες στο ίντερνετ και παίζουν πολύ πιο βίαια παιχνίδια. Περιστοιχίζονται από και βιώνουν πολλαπλή βία. Αλλά δεν έχει και τόση σημασία. Οι υπεύθυνοι χαρακτηρισμού ταινιών την απαγορεύουν στους ανηλίκους – οι οποίοι βέβαια θα τη δουν όποτε θελήσουν εκτός κινηματογράφων – κάνοντας το χρέος τους. Είναι σαν να είμαστε μέσα σ’ ένα πεδίο βολής, κάποιος να επιχειρεί ν’ ανάψει ένα σπίρτο και ν’ ακούγεται μια φωνή μέσα από τηλεβόα η οποία του απαγορεύει να το κάνει επειδή θα βάλει φωτιά!

Την είσοδο της αστυνομίας στους κινηματογράφους ακολούθησαν – πάντα και μόνο μέσα από τα αποκαλούμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης – οι γνωστής μορφής «αντιδράσεις» ένθεν κακείθεν: σχολιασμοί και εξυπνακισμοί. Έτσι, διαβάζουμε για «τζόκερ που έπιασε η αντιπολίτευση» ή για «τζόκερ που έπεσε στην κυβέρνηση», για «κλήρωση του τζόκερ που θα γίνεται στη Γ.Α.Δ.Α» και άλλα. Εντυπώσεις, πούλημα πνεύματος, ρηχότητα, φτήνια, μηδενικές πραγματικές αντιστάσεις. Να βελάζουν λίγο τα πρόβατα με τους αστεϊσμούς του τσοπάνη, να κοκορεύονται και κάποια ότι είναι πιο ξύπνια από τα άλλα. Ενώ είναι πάντα μέσα στο μαντρί.

Μιλώντας – σαν θεατής – για την ταινία καθεαυτή: παρουσιάζει και ξεδιπλώνει το ψυχικό νόσημα του πρωταγωνιστή. Κάτι που κάνει αρκετά καλά, στηριζόμενη στην πάρα πολύ καλή ερμηνεία του ηθοποιού (τα σημεία που γελάει κλαίγοντας είναι στενόχωρα και άβολα).  Κακοποιημένος όταν ήταν παιδί, μένει με μια επίσης ψυχικά άρρωστη μητέρα, χωρίς φίλους ή σύντροφο, σε μια πόλη σκοτεινή, βροχερή, ανέλπιδη. Καπνίζει συνέχεια (τελείως κόντρα στο πολτικώς ορθό). Κάποια στιγμή, ενώ τον λοιδορούν και τον χτυπούν, σκοτώνει. Και σκοτώνει ξανά και ξανά. Ενώ δεν σκοτώνει μόνο πλούσιους, ένα κομμάτι της κοινωνίας εξεγείρεται ενάντιά τους, ταυτιζόμενο μαζί του. Κι εδώ είναι η αδυναμία της ταινίας: η αφύσικη ευκολία με την οποία το πλήθος βγαίνει στο δρόμο όχι για να αντιδράσει σε μια δολοφονία από την εξουσία, αλλά για να σκοτώσει· όπως και η απουσία πολιτικού προσήμου των εξεγερθέντων (οδηγώντας στην ταύτιση με τον πρωταγωνιστή αλλά και τους εξεγερμένους της ταινίας, τον οποιασδήποτε πολιτικής κατάταξης, απαίδευτο, θεατή).

Εκτός αν, σκοπός του σκηνοθέτη και του σεναριογράφου ήταν αυτός: να καταδείξει την βαθιά παρακμή του δυτικού κόσμου, που έχει χάσει εδώ και καιρό την πυξίδα και τις αξίες του. Όπου οι πιο ευάλωτοι κακοποιούνται συνεχώς και δεν είναι όχι μόνο πολιτικά όντα, αλλ’ ούτε καν όντα. Ένας κόσμος, ο οποίος κανιβαλίζοντας και κανιβαλιζόμενος, καταστρέφει και καταστρέφεται, σκοτώνει και σκοτώνεται. Ο κόσμος μας σαν την κοινωνική λειτουργό, αλλά ταυτόχρονα και τον τζόκερ που κάθεται απέναντί της, γεμάτη τυποποιημένες ερωτήσεις στις οποίες τελικά αυτός δεν θέλει να απαντάει πια καθώς «δεν θα καταλάβεις…»

24 Οκτώβρη 2019
Ντίνος Πετράκης