ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Ο Στέλιος Φουσταλιεράκης (ο γνωστός κι αγαπητός σ’ ούλη την πόλη μας μπάρμπα Στέλιος ο ρολογάς, επειδή ασκούσε και τη λεπτή του ρολογά τέχνη) γεννήθηκε στις 19 Ιουνίου 1911 στο Ρέθυμνο.

Ο παππούς του ήταν από το Μονοπάρι του Άνω Βαλσαμόνερου, αλλά ο πατέρας του γεννήθηκε στο Ρέθυμνο. Του δώσανε το όνομα του πατέρα του που σκοτώθηκε σε ατύχημα όταν η μάνα του, η Κυριακούλα Κανελλάκη, ήταμν πέντε μηνών έγκυος και μόλις έξι μήνες παντρεμένη.

Δύσκολα εκείνα τα χρόνια για επιβίωση κι ο μικρός Στέλιος ορφανός, πήγε σε νυχτερινό σχολείο κι έβγαλε την Τρίτη Δημοτικού ενώ ταυτόχρονα μαθαίνει την τέχνη του ρολογά. Ο αδερφός της μητέρας του, ο Γιώργης ο Κανελλάκης, έπαιζε μπουλγαρί και ήταν αυτός που κόλλησε το «μικρόβιο» στο Στέλιο. «Μικιό κοπελάκι» μα «ζωντανό» και «ξυπνό», ο Στέλιος Φουσταλιεράκης γύρναγε τις Ρεθεμνιώτικες ταβέρνες και κοίταζε τα μπουλγαριά κρεμασμένα στους τοίχους τους, στην περιοχή της πλατείας Κιουλούμπαση, στου Αμπατζή και στις άλλες όπου μπαίνανε οι Ρεθεμνιώτες κι αποθέτανε με τον κάματο της μέρας «τσοι καημούς και τα πάθια ν-τως». Έψαχνε  κάποιον να παίζει για να στήσει τ’ αυτί και να δακρύζει από συγκίνηση.

Το μπουλγαρί γι’ αυτόν ήταν μεράκι, έρωτας! «…Μπρε συ Μανόλη, εβαρέθηκα να τονε γροικώ, πάρε του ένα μπουλγαρί κι ας είναι από άρτικα (ψεύτικο)…» έλεγε η μάνα του στον πατριό του εκείνα τα χρόνια. Με τον πρώτο του μισθό και τη μεσολάβηση του πατριού του αγόρασε από την ταβέρνα του Χοιρομανόλη ένα μπουλγαρί με 75 δρχ. Αυτοδίδακτος με μικρή καθοδήγηση από το θείο του άρχισε να «βγάζει» τις πρώτες του μελωδίες στο μπουλγαρί, τον «Χτικιάρη», το «Σταφιδιανό», το «Πάρε καρότσα κι έλα», κι όσες άλλες το μεγάλο του μεράκι του «δασκάλευγε»!

Ο Αντώνης Καρεκλάς, ονομαστός κιόλας λυράρης της εποχής του, είχε για συνοδούς  του τον καιρό εκείνο στο μπουλγάρι και στο μαντολίνο τους φημισμένους δεξιοτέχνες Γιώργη Αγιούτη, Βλαδίμηρο, Γιώργη Τζαγκαράκη ή Τζιμάκη. Σ’ αυτούς ήρθε να προστεθεί, από τα πρώτα του κιόλας βήματα, ο Φουσταλιέρης που ήταν και ανιψιός του (ο Καρεκλάς είχε παντρευτεί την αδελφή της μητέρας του). «Όσο μεγάλωνα τόσο έμπαινα στον νταλκά του οργάνου», είχε πει ο ίδιος. Στα 15 του συμμετείχε στο πρώτο του γλέντι.

«Στα χωριά  εζητούσανε τότε χωραΐτικα όργανα (σ.σ. από το Ρέθυμνο δηλαδή). Όμως οι γάμοι ήτονε σκληροί, ζόρικοι. Με τα δάχτυλά εμετρούσα το πότε είχα κοιμηθεί στο σπίτι μου. Το γαμήλιο γλέντι κρατούσε 5 – 6 νύχτες. Στα Σφακιά έφτανε και τις 15! Εγώ ’μουνα χλωμός από τα ξενύχτια… Τα δάχτυλα μου πρήζουνταν και τα νύχια μου εσκίζουνταν. Έπαιζα και μ’ έπαιρνε  ο ύπνος απάνω στ’  όργανο. Ο Καρεκλάς τότε – που ’χενε τη  μεγαλύτερη αντοχή απ’ όλους μας – μου ’παιζε μια με το μ-πόδα ν- του, ξυπνούσα και συνέχιζα… Κι από λεφτά;  Λίγα πράγματα… Ο κόσμος τότε ήτονε φτωχός!!!  Με τη βία εβγάζαμε σε κάθε γάμο τρία ως οχτώ κατοστάρικα, ούλοι μαζί. Ήτονε σα  χαρτζιλίκι. Πού τα λεφτά που παίρνουνε οι σημερινοί! Και μετά περιμέναμε κανένα κάρο για να μασε γυρίσει στο Ρέθυμνο!…».

Το 1930, αφού πούλησε το πρώτο, αγόρασε το δεύτερο μπουλγαρί του με το οποίο «συναδερφώθηκαν» μέχρι το τέλος της ζωής του:

«…εγώ το ’χω από τρίτο χέρι και τό ’χω 52 χρόνια. Πρέπει να είναι πάνω από 130 χρονώ. Το είχε πιο μπροστά ο  Λαγός. Κι αυτός το ‘χε πάρει μεταχειρισμένο από το ξαδερφό του το Σταύρο το Λαγό, ο οποίος το ‘χε πάρει πριν 12 χρόνια επίσης μεταχειρισμένο από κάποιον Τουρκορεθεμνιώτη με το όνομα Χουσάκη. Ο Βασίλης ο Λαγός όμως διορίστηκε το 1930 σε μιαν  υπηρεσία στο Ηράκλειο. Έρχεται λοιπόν και με βρίσκει: Στέλιο, μου λέει, έκλεισα την ταβέρνα, μόνο ανε θες το μπουλγαρί να ’ρθεις να τ’ αγοράσεις… Πραγματικά το αγόρασα 300 δραχμές τότε. Από τότεσας δεν ξανάφτιαξε κανείς τέτοιο όργανο. Οι παλιοί οργανοποιοί που τα φτιάχνανε πεθάνανε. Τώρα έρχονται καμιά φορά, το βλέπουνε, το μετρούνε, μα κανείς δεν πέτυχε να το φτιάξει».

ΜπουλγαρίΟ  Φουσταλιέρης αρχίζει σιγά – σιγά να παίζει απ’ όλα: συρτά, πεντοζάλια, καστρινά, ταξίμια, ταμπαχανιώτικα, ακόμα και ρεμπέτικα. Αν και κρατούσε πάντα την τέχνη του ρολογά και δεν υπήρξε ποτέ επαγγελματίας οργανοπαίκτης, ο δεξιοτέχνης που είχε ξυπνήσει μέσα του δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί «κρατώντας μόνο το πάσο του λυρατζή»: «Ο Καρεκλάς το καταλάβαινε αυτό και συχνά «αλάφρωνε» το δοξάρι και άνοιγε δρόμο για να περνάω εγώ μπροστά. Σιγά – σιγά πήρα δρόμο, πετάχτηκα, έφυγα, απομακρύνθηκα από τη λύρα κι έκανα δικιά μου κυβέρνηση, δικό μου συγκρότημα!…».

Ο Φουσταλιέρης αναδεικνύει το μπουλγαρί σε όργανο μελωδικό και σολιστικό, με αποκορύφωμα την είσοδο και καθιέρωσή του στο χώρο της δισκογραφίας των 78 στροφών. Εκτός από τον Καρεκλά συνεργάστηκε και με άλλους λυράρηδες όπως το Σοφοκλή Παπατζανή, το Γιώργο Πατεράκη (από τον Πρινέ), το Γιουλούντα και πολλούς άλλους ακόμα ονομαστούς και μη της εποχής και της Κρήτης, αφού απόκτησε μεγάλη φήμη τουλάχιστον σε κάθε γωνιά που κατοικούνε Κρητικοί. Με τον Καρεκλά έμεινε μαζί συνολικά 25 χρόνια.

Στη δισκογραφία χρησιμοποίησε επίσης τους Κώστα Καρίπη, Στέλιο Χρυσίνη και Βαγγέλη Φραγκιαδάκη (που κρατούσαν το μπάσο με την κιθάρα), το Στέλιο τον Περπινιάδη στα φωνητικά και τον Ντάβο με τη μαντόλα. Επίσης έπαιζε συχνά με μικρασιάτες μουσικούς που είχαν έρθει εδώ μετά την καταστροφή του ’22. Αναφέρεται λοιπόν μια κομπανία που την αποτελούσαν ο Καρεκλάς (λύρα), ο Φουσταλιέρης (μπουλγάρι), ο Γιάννης ο Αρμένης (ούτι), κι ο Μιχαλάκης Αραμπατζόγλου (σαντούρι).  Δυστυχώς, δεν διασώθηκαν ηχογραφήσεις από την κομπανία αυτή. Μπορούμε όμως να φανταστούμε το μουσικό αποτέλεσμά της. Από τους τραγουδιστές η πιο γόνιμη συνεργασία ήταν αυτή με το Γιάννη Μπερνιδάκη, το λεγόμενο «Μπαξεβάνη», ενώ ξεχωριστή ήταν και η συνεργασία του με τον Γιώργη Τζαγκαράκη ή «Τζιμάκη» κυρίως δισκογραφικά.

Οι καιροί όμως ήταν δύσκολοι και το 1934 ο Στέλιος Φουσταλιέρης αναγκάστηκε να αναζητήσει την τύχη του στον Πειραιά. Εκεί έπιασε δουλειά ως βοηθός σε ρολογάδικο. Στην πλατεία Καραϊσκάκη, στην «παράγκα» του Γιώργου του Μπάτη (που γνωρίζονταν από τον καιρό που αυτός είχε πάει στο Ρέθυμνο, ως… «κράχτης» πλανόδιου οδοντίατρου!), γνωρίστηκε με μεγάλα ονόματα του λαϊκού και ρεμπέτικου όπως το Μάρκο Βαμβακάρη, τον Παναγιώτη Τούντα, το Γιάννη Παπαϊωάννου, το Στράτο Παγιουμτζή, τον Μπαγιαντέρα, τον Τσιτσάνη, κι όλες τις άλλες δόξες της εποχής. Οι γνωριμίες αυτές στάθηκαν καθοριστικές στη μετέπειτα καλλιτεχνική του πορεία.

Εδώ στον τοίχο της ταβέρνας ήταν κρεμασμένα στην σειρά τα μπουζούκια, το καθένα με τ’ όνομά του: η Μαριγούλη, η Κούλα, η Γυφτοπούλα, η Τσιγγάνα, ο Γέρο – Μάγκας (ο Τζούρας) … Ανάμεσα σ’ αυτά και το μπουλγαρί που παίζει το «Στελλάκι από την Κρήτη» κι ενθουσιάζει τους ρεμπέτες με τη «διπλοπενιά» και την «τριπλοπενιά» του.

stelios-foust-1934

Στην Αθήνα έμεινε ως το 1937 και η επιρροή του από το ρεμπέτικο ήταν μεγάλη. Εκείνη την περίοδο μπαίνει και στη δισκογραφία με τρεις δίσκους 78 στροφών, συνοδεύοντας τον Καρεκλά. Σε πρωτόγονες συνθήκες, έγραφαν πάνω σε ισπανικό κερί όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Στέλιος Φουσταλιέρης. Στις ετικέτες των δίσκων αναγράφεται ότι παίζει μπουζούκι, καθώς το μπουλγαρί ήταν άγνωστο όργανο για τους υπεύθυνους των δισκογραφικών εταιρειών στην Αθήνα. Να σημειώσουμε εδώ ότι και στην Κρήτη, συχνά το ονόμαζαν μπουζούκι ή και «τουρκομπούζουκο».

Μαζί με τον Καρεκλά κυκλοφόρησαν τα παρακάτω τραγούδια (γύρω στο 1936):

  • ODEON GA 7027           Συρτός Λεβέντης – Σούστα Ρεθεμνιώτικη
  • ODEON GA 7028           Ρεθεμνιώτικος Πεντοζάλης – Σταφιδιανός
  • PARLOPHONE B21908   Συρτός Σελινιώτικος – Καστρινός

Με το Γιάννη Μπερνιδάκη ή Μπαξεβάνη ηχογράφησαν τους παρακάτω δίσκους :

  • HMV AO 2651               Όσο σιμώνει ο καιρός – Πονεμένη Καρδιά (Σαν είχες άλλον στην καρδιά) (1940)
  • HMV AO 2776               Συρτός της Νύχτας – Κοντυλιές Μυλοποταμίτικες (συμμετοχή της Λαυρεντίας Μπερνιδάκη στο τραγούδι)
  • COLUMBIA DG 6346      Όσο βαρούν τα σίδερα – Τα βάσανα μου χαίρομαι (1938;)
  • COLUMBIA DG 6671      Συρτός Πρώτος – Συρτός Βαφιανός (συμμετοχή της Λαυρεντίας Μπερνιδάκη στο τραγούδι)
  • COLUMBIA DG 6675      Συρτός Νεοχωριανός – Συρτός Καλυβιανός (συμμετοχή της Λαυρεντίας Μπερνιδάκη στο τραγούδι)

Επίσης ηχογράφησε τους :

  • ΗΜV AO 2448               To μερακλίδικο πουλί – Χανιώτικος Σταφιδιανός (1937;)
  • HMV AO 2528               Ηρακλειώτικος πεντοζάλης – Συρτός Ρεθεμνιώτικος (με το Θεοχάρη Ζωγράφο στο τραγούδι – Φραγκιαδάκη κιθάρα)
  • HMV AO 2970               Συρτός Φουσταλιεράκης – Έξω τ’ αχείλι μου γελά (με τον Γιώργο Τζαγκαράκη ή Τζιμάκη)
  • ???                            Στ’ αραχνιασμένο μνήμα μου – Σαν δεις αγάπης δάκρυα (με τον Γιώργο Τζαγκαράκη ή Τζιμάκη)

Τους παραπάνω δίσκους κατορθώσαμε να καταγράψουμε μέχρι σήμερα. Δεν γνωρίζουμε αν σώζονται άλλοι. Ένα από τα πιο γνωστά κομμάτια που δεν πρόλαβε ποτέ να ηχογραφήσει (καθώς τον «πρόλαβαν» άλλοι, στους οποίους το είχε ερμηνεύσει σύμφωνα με μαρτυρίες του ίδιου), ήταν το πασίγνωστο «Φιλεντέμ». Με άλλους βέβαια στίχους από αυτούς που έγινε πανελλήνια γνωστό στην διασκευή του από το Νίκο Ξυλούρη, κυκλοφόρησε από το Θανάση Σκορδαλό το 1950 με τίτλο «Φιλεντέμ (Μια τουρκοπούλα στο τζαμί)».

Η λέξη Φιλεντέμ προέρχεται (σύμφωνα με τις παραπάνω μαρτυρίες) από τη φράση – επίκληση  «φίλε Ετέμ» που απευθυνόταν σ’ ένα μικρασιάτη αγά, τον Αγά Ετέμ, και στις παρακλήσεις των χριστιανών να μην τους κάνει κακό κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού. Ο Φουσταλιέρης υποστήριζε ότι το έμαθε από Μικρασιάτες ναυτικούς που έκαναν στάση στο λιμάνι του Ρεθύμνου σε ένα εμπορικό ταξίδι. Και απ’ ό,τι φαίνεται έτσι είναι τα πράγματα αφού σώζεται ιδιωτική ηχογράφηση του Φουσταλιέρη που τραγουδάει το «Φιλεντέμ» στα τούρκικα!

Μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο τα μουσικά πράγματα άλλαξαν. Οι ανθρώπινες απώλειες ήταν μεγάλες στον πληθυσμό της Κρήτης. Η παλαιά φουρνιά των καλλιτεχνών σίγησε. Το πένθος ήταν μεγάλο. Την ίδια στιγμή μια νέα γενιά καλλιτεχνών ανέτειλε. Σκορδαλός, Μαρκογιάννηδες, Μουντάκης, Μανιάς, Κλάδος, Σταματογιαννάκης, Σηφογιωργάκης, είναι μερικά από τα κορυφαία ονόματα της γενιάς που έρχονταν στο μουσικό προσκήνιο της Κρήτης και ειδικότερα του Ρεθύμνου κι έπαιρνε στα χέρια της τη συνέχεια της κρητικής παράδοσης. Ο Στέλιος Φουσταλιέρης έγραψε 3 δίσκους όλους κι όλους μεταπολεμικά, με το Θεοχάρη Ζωγράφο και το Γιώργο Τζιμάκη στο τραγούδι.

Οι περιπέτειες της υγείας της γυναίκας του Στέλιου, της Σόνιας, τον κράτησαν μακριά από τα μουσικά δρώμενα όχι μόνο της πόλης. Ταυτόχρονα το μπουλγαρί είχε πλέον εκτοπιστεί από την κρητική ορχήστρα καθώς ούτε όργανα είχαν γλιτώσει από τη μανία του κατακτητή, ούτε οι παλαιοί οργανοπαίκτες (όσοι είχαν απομείνει μετά τον πόλεμο, γιατί πολλοί σκοτώθηκαν, όπως για παράδειγμα ο μεγάλος μάστορας της οργανοποιίας αδερφός του Καρεκλά που σκοτώθηκε στην Αλβανία) είχαν τη διάθεση να ασχοληθούν ξανά.

Μια άγνωστη σε πολλούς ιστορία θα πρέπει να αναφέρουμε στο σημείο αυτό. Ο γνωστός στιχουργός Μανώλης Ρασούλης εξιστορεί την πρώτη επαφή του Νίκου Παπάζογλου στο «Όσο βαρούν τα σίδερα» σε ερμηνεία των Φουσταλιέρη – Μπαξεβάνη και το πόσο τον εντυπωσίασε. Τρεις μέρες μετά ο Νίκος Παπάζογλου έγραψε το πολύ γνωστό «Κανείς εδώ δεν τραγουδά» («Ραγίζει απόψε η καρδιά με το μπαγλαμαδάκι») σαφώς επηρεασμένος από το μπουλγαρί του Φουσταλιέρη.

Στις αρχές της δεκαετίας του 80 ο Κώστας Μουντάκης σε συνεργασία με το Γιώργο Αμαργιαννάκη και το Πανεπιστήμιο Κρήτης συγκέντρωσαν ένα μεγάλο αριθμό καλλιτεχνών με σκοπό την ηχογράφηση τους για την μελέτη της λαϊκής μας παράδοσης. Ένας εκ των καλλιτεχνών ήταν και ο Φουσταλιέρης.

mountakis-ros-foust-gkogkas

Δυστυχώς οι ηχογραφήσεις αυτές παραμένουν «θαμμένες» και ανεκμετάλλευτες στο αρχείο του Πανεπιστημίου στο Ρέθυμνο. Επίσης την δεκαετία του 80 κυκλοφόρησαν οι «Πρωτομάστορες» με πολλές ηχογραφήσεις του Στέλιου Φουσταλιέρη από δίσκους των 78 στροφών.

Η κυκλοφορία αυτής της σειράς αποτελεί ορόσημο για την Κρητική μουσική καθώς έφερε στο προσκήνιο ξεχασμένες ηχογραφήσεις, καταδεικνύοντας την επικαιρότητά τους και έδωσε τη δυνατότητα σε πολλούς νεότερους μα και μεγαλύτερους  να γνωρίσουν το έργο μεγάλων μουσικών όπως των Ροδινού, Μπαξεβάνη, Καραβίτη, Λαγού, Κουτσουρέληδων, Ναύτη και άλλων αφενός  και αφετέρου να ξεδιαλύνουν το μουσικό τοπίο της Κρήτης σε πολλά θέματα.

Ο Στέλιος Φουσταλιεράκης δεν αποχωρίστηκε ποτέ τη μεγάλη του αγάπη, την ωρολογοποιία. Το μπουλγαρί δεν το έβλεπε ως επάγγελμα. Χαρακτηριστική και ειλικρινής είναι η μαντινάδα του:

Εγώ λεφτά δεν έκαμα από το μπουλγαρί μου,
έκαμα φίλους μπιστικούς και το ‘χω σε τιμή μου.

foustalierisΟ  Στέλιος Φουσταλιέρης «έφυγε» από τη ζωή τον Απρίλιο του 1992.  Η μουσική του αποτελεί ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερα σημαντικό κεφάλαιο στην μουσική  ιστορία της Μεγαλονήσου. Ελπίζουμε σύντομα το μεγάλο αρχείο που έχει στη διάθεση του ο εγγονός του Στέλιος να αξιοποιηθεί και να εκδοθεί όπως του αρμόζει. Ως ελάχιστο φόρο τιμής θεωρούμε πως πρέπει να καταγράψουμε και να παρουσιάσουμε όσα τραγούδια – συνθέσεις γνωρίζουμε του μεγάλου αυτού μουσικού δημιουργού. Κι ακόμα όσους δίσκους μουσικής γνωρίζουμε να συμμετέχει, να παίζει και να «ομορφαίνει» με την παρουσία του.

Θέλουμε επίσης να τονίσουμε πως θεωρούμε τους εαυτούς μας πολύ τυχερούς που γνωρίσαμε το Στέλιο Φουσταλιέρη – τον μπάρμπα Στέλιο,  και που «δαγκώσαμε» (για όσους τον γνώρισαν και τον έκαμαν παρέα καταλαβαίνουν!) την άκρη της μανίκας του οργάνου, εκεί στην άκρη απ’ τα στριφτάρια, φράσσοντας τα αφτιά μας, απολαμβάνοντας…

Τώρα ο Στέλιος «παίζει των αγγέλω» … Καλή του ώρα…

Δυστυχώς εν έτει 2010, στην εποχή των «εκμοντερνιστών» και «εκσυγχρονιστών» της μουσικής μας παράδοσης, το μπάσο και το drum machine πήραν τη θέση του γλυκόλαλου μπουλγαριού…
«Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί …και μεις φωνάζαμε ζήτω και γειά!»

(ευχαριστούμε το Δημοσθένη Καραγιάννη για τη βοήθεια του)

του Κώστα Βασιλάκη

***

Πηγές :
1. Συνεντεύξεις του Στέλιου Φουσταλιεράκη στο Λάμπρο Λιάβα, κ.α., στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση.
2. Το προσωπικό αρχείο του καλλιτέχνη που μας παρείχε ο εγγονός του Στέλιος.
3. Δημοσιεύματα περιοδικών και εφημερίδων.
4. Βιογραφικό σημείωμα του Λάμπρου Λιάβα στη μουσική κασετίνα «Οι Πρωτομάστορες», ΚΜΕ Αεράκης.
5.Δισκογραφία της Κρητικής μουσικής στις 78″ όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δίφωνο από το κ. Παναγιώτη Κουνάδη