ΑΠΟΨΕΙΣ

«Φθηνή πράσινη ενέργεια» για λίγους, ακριβό ρεύμα για όλους!

Τα τελευταία χρόνια επαναλαμβάνεται διαρκώς το ίδιο αφήγημα ότι η αύξηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας θα οδηγήσει σε φθηνότερο ρεύμα για τα νοικοκυριά. Όμως οι λογαριασμοί αποκαλύπτουν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Παρά τη θεαματική αύξηση της παραγωγής από ΑΠΕ, οι καταναλωτές συνεχίζουν να πληρώνουν πανάκριβα το ηλεκτρικό ρεύμα. Και αυτό δεν είναι αποτυχία της πράσινης μετάβασης, αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών των τελευταίων ετών.

Το χαμηλό κόστος των ΑΠΕ αφορά αποκλειστικά την παραγωγή. Μόλις κατασκευαστεί ένα φωτοβολταϊκό ή αιολικό πάρκο, η ενέργεια παράγεται σχεδόν χωρίς κόστος. Όμως αυτή η φθηνή ενέργεια δεν φτάνει ποτέ στον πολίτη. Το μοντέλο αγοράς που έχει επιλεγεί αγνοεί το πραγματικό κόστος παραγωγής και δεν το μετατρέπει σε χαμηλότερες τιμές για την κοινωνία.

Όλο το ρεύμα, είτε παράγεται από ήλιο και άνεμο είτε από φυσικό αέριο, περνά υποχρεωτικά από το χρηματιστήριο ενέργειας. Εκεί η τελική τιμή καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα που χρειάζεται κάθε ώρα για να καλυφθεί η ζήτηση. Συνήθως αυτή είναι το φυσικό αέριο. Έτσι, ακόμη και όταν η χώρα ηλεκτροδοτείται κυρίως από ΑΠΕ, οι καταναλωτές πληρώνουν τιμές φυσικού αερίου.

Αυτό το σύστημα δεν είναι ουδέτερο. Είναι το αποτέλεσμα μιας ενεργειακής πολιτικής που εφαρμόζεται συνειδητά και εξασφαλίζει σταθερά υψηλά έσοδα στους μεγάλους ενεργειακούς ομίλους. Το φθηνό ρεύμα των ΑΠΕ δεν μειώνει τις τιμές· απλώς αυξάνει τα περιθώρια κέρδους. Οι καταναλωτές πληρώνουν, οι όμιλοι κερδίζουν και το σύστημα παρουσιάζεται ως «μονόδρομος».

Ακόμη και στις ώρες που υπάρχει υπερπαραγωγή από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, το όφελος δεν επιστρέφει στην κοινωνία. Δεν μετατρέπεται σε χαμηλότερους λογαριασμούς, αλλά απορροφάται από έναν μηχανισμό που έχει σχεδιαστεί για να προστατεύει την κερδοφορία της αγοράς και όχι το εισόδημα των νοικοκυριών. Οι σταθερές συμφωνίες χαμηλών τιμών παραμένουν περιορισμένες, ενώ η αγορά παραμένει πλήρως εκτεθειμένη στις υψηλές τιμές.

Σαν να μην έφτανε αυτό, ο τελικός λογαριασμός επιβαρύνεται επιπλέον από φόρους, τέλη και ρυθμιζόμενες χρεώσεις που δεν μειώνονται, όσο κι αν πέφτει το κόστος παραγωγής.

Έτσι, η «φθηνή πράσινη ενέργεια» καταλήγει να είναι ένα επικοινωνιακό σύνθημα χωρίς αντίκρισμα στην καθημερινότητα των πολιτών.

Η πραγματικότητα είναι απλή: περισσότερες ΑΠΕ από μόνες τους δεν εγγυώνται φθηνότερο ρεύμα. Όσο οι πολιτικές επιλογές των τελευταίων ετών διατηρούν ένα μοντέλο αγοράς που μεταφέρει το όφελος στους λίγους και το κόστος στους πολλούς, οι καταναλωτές θα συνεχίσουν να πληρώνουν ακριβά. Η ενεργειακή μετάβαση, έτσι όπως εφαρμόζεται σήμερα, λειτουργεί υπέρ των ενεργειακών ομίλων και όχι υπέρ της κοινωνίας.

Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν έχουμε αρκετές Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Είναι αν υπάρχει η πολιτική βούληση να αλλάξει ένα σύστημα που παράγει κέρδη για λίγους και υπέρογκους λογαριασμούς για όλους τους υπόλοιπους.