Το ζήτημα των παιδικών σταθμών, των ΚΔΑΠ και των κοινωνικών δομών είναι πολύ σοβαρό για να κλείσει με ένα ψήφισμα εκτός ημερήσιας διάταξης και υπό την πίεση του χρόνου. Αφορά τον πυρήνα μιας μεγάλης κοινωνικής ανάγκης: τη φροντίδα και την προσχολική αγωγή των παιδιών, τη στήριξη των οικογενειών, το δικαίωμα των εργαζομένων στη σταθερή δουλειά, τον ίδιο τον χαρακτήρα των κοινωνικών υπηρεσιών. Γι’ αυτό και απαιτείται καθαρή πολιτική τοποθέτηση.
Η σημερινή εξέλιξη δεν έπεσε από τον ουρανό. Είναι συνέχεια της διαχρονικής πολιτικής όλων των κυβερνήσεων, που διατήρησαν και ενίσχυσαν το καθεστώς υποχρηματοδότησης και εξάρτησης αυτών των δομών από ευρωπαϊκά προγράμματα, ΕΣΠΑ και voucher, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πάνω σε αυτό το έδαφος οικοδομήθηκε ένα απαράδεκτο πλέγμα ομηρίας των εργαζομένων και των λαϊκών οικογενειών: απαγόρευση μονιμοποίησης, ανακύκλωση συμβάσεων, προσωρινότητα, διάταξη Βορίδη, συρρίκνωση του δημόσιου χαρακτήρα των δομών και ενίσχυση της λογικής της ανταποδοτικότητας. Αυτό ακριβώς αναδεικνύεται και στις πρόσφατες παρεμβάσεις δημάρχων της Λαϊκής Συσπείρωσης.
Όπως αναφέρεται και στην κοινή δήλωση των δημάρχων της Λαϊκής Συσπείρωσης, «καταγγέλλουμε τον απαράδεκτο σχεδιασμό της κυβέρνησης για την επόμενη μέρα στους δημόσιους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς, στα ΚΔΑΠ και ΚΔΑΠ-ΜΕΑ, και στους εργαζόμενους σε αυτές τις δομές», όπως αυτός αποτυπώνεται στο προσχέδιο διάταξης νόμου με τίτλο «Διαδικασία στελέχωσης για την κάλυψη αναγκών των βρεφονηπιακών και παιδικών σταθμών και κέντρων δημιουργικής απασχόλησης των ΟΤΑ α’ και β’ βαθμού και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου αυτών». Η προσπάθεια εφαρμογής ενός συστήματος πλήρους ανταποδοτικότητας μέσω voucher, η σύνδεση της χρηματοδότησης με τον αριθμό των εξυπηρετούμενων παιδιών και η δημιουργία ενός πανελλαδικού «μητρώου» εργαζομένων ορισμένου χρόνου οδηγεί στην παραπέρα υποβάθμιση κρίσιμων κοινωνικών υπηρεσιών, στην περιπλάνηση των εργαζομένων σε διάφορες δομές, στην ανακύκλωση της ανεργίας, στην εργασιακή ομηρία και στη ναρκοθέτηση της μονιμοποίησης εργαζομένων που προσφέρουν για χρόνια.
Πιο συγκεκριμένα, το προσχέδιο δεν φέρνει μια απλή διοικητική αλλαγή. Φέρνει τρία πολύ συγκεκριμένα και πολύ επικίνδυνα νέα στοιχεία. Πρώτον, δένει ακόμη πιο ασφυκτικά τη λειτουργία των δομών και τη μισθοδοσία του προσωπικού με το καθεστώς των voucher, δηλαδή όχι με τις πραγματικές ανάγκες των παιδιών και των οικογενειών, αλλά με έναν προσωρινό και ασταθή μηχανισμό χρηματοδότησης. Δεύτερον, βάζει τους εργαζόμενους σε νέους ηλεκτρονικούς καταλόγους και σε διαρκή επαναπρόσληψη, σαν να μην προσφέρουν εδώ και χρόνια σε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αλλά σαν να είναι προσωπικό προς περιοδική ανακύκλωση. Τρίτον, θεσμοθετεί 8μηνες ή 11μηνες συμβάσεις, πλήρους ή μερικής απασχόλησης, και μεταθέτει προσλήψεις προς τον Νοέμβριο, πράγμα που σημαίνει μεγαλύτερη ανασφάλεια για τους εργαζόμενους, κενά στη λειτουργία των δομών και ακόμη χειρότερους όρους φροντίδας για τα παιδιά. Με άλλα λόγια, αυτό που φέρνει το προσχέδιο είναι βαθύτερη ελαστικοποίηση, μεγαλύτερη εργασιακή ομηρία και ακόμη μεγαλύτερη υποβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών.
Στο έδαφος αυτής της πολιτικής κινήθηκαν διαχρονικά όχι μόνο οι κυβερνήσεις, αλλά και η πλειοψηφία των δημοτικών αρχών. Και εδώ βρίσκεται η ευθύνη της δημοτικής αρχής Ρεθύμνου. Γιατί όταν μιλά για λύση μέσα στο “υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο”, στην πραγματικότητα αποδέχεται και υπερασπίζεται το ίδιο το αντιδραστικό οπλοστάσιο που παράγει την ομηρία: το άρθρο 103, τη διάταξη Βορίδη, τη λογική ότι οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να μονιμοποιηθούν παρότι εργάζονται 15 και 20 χρόνια σε πάγιες ανάγκες. Και ακόμη χειρότερα, όταν εξομοιώνεται το δίκαιο αίτημα της μονιμοποίησης αυτών των εργαζομένων με ρουσφετολογικές περιπτώσεις και τη σαπίλα τύπου «Λαζαρίδηδων» και «χασάπηδων», τότε δεν έχουμε απλώς πολιτική ασάφεια, αλλά ευθεία προσβολή απέναντι σε εργαζόμενους που έχουν προσληφθεί με διαδικασίες ελέγχου, έχουν κριθεί, έχουν δουλέψει και έχουν αποδείξει στην πράξη τη χρησιμότητα και την αναγκαιότητά τους.
Η ανάγκη για κοινωνικές υπηρεσίες, ιδίως σε ό,τι αφορά την προσχολική αγωγή και γενικά το παιδί, δεν είναι κόστος — είναι δικαίωμα. Είναι ζωτική ανάγκη για την κοινωνικοποίηση των παιδιών, για την ομαλή τους ανάπτυξη, για τη στήριξη της εργαζόμενης οικογένειας, για να μπορεί ο γονιός να δουλεύει και να ζει με στοιχειώδη ασφάλεια. Και ακριβώς αυτή τη ζωτική κοινωνική ανάγκη την αγνοούν, τη συμπιέζουν και τη θυσιάζουν στο όνομα της κερδοφορίας, της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των πολεμικών ανταγωνισμών για τα κέρδη των λίγων.
Γι’ αυτό χαιρετίζουμε τον απεργιακό ξεσηκωμό των εργαζομένων στους ΟΤΑ, τόσο στο Ρέθυμνο όσο και πανελλαδικά, με κορυφαίο σταθμό την απεργία της 24ης Απριλίου 2026. Οι κινητοποιήσεις αυτές απέδειξαν στην πράξη ότι μόνο ο οργανωμένος αγώνας μπορεί να φέρει αποτέλεσμα. Όχι η λογική της ανάθεσης. Όχι η προσμονή κάποιων “σωτήρων”. Ό,τι κλονίστηκε, κλονίστηκε κάτω από την πίεση των ίδιων των εργαζομένων. Γι’ αυτό και στον αγώνα αυτό πρέπει να συμμετέχουν οι γονείς, οι άλλοι εργαζόμενοι των δήμων, τα σωματεία του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, οι μαζικοί φορείς. Αυτή η πάλη χρειάζεται συνέχεια και κορύφωση, με επόμενο σταθμό την απεργιακή Πρωτομαγιά και με παραπέρα κλιμάκωση την πανδημοσιοϋπαλληλική απεργία της ΑΔΕΔΥ στις 13 Μάη.
Η κυβερνητική δήλωση περί «απόσυρσης» του προσχεδίου δεν συνιστά εγκατάλειψη της στρατηγικής τους. Αποτελεί ελιγμό αποπροσανατολισμού, κάτω από την πίεση του αγώνα, αφού παραμένουν άθικτα όλα τα βασικά στοιχεία της αντιδραστικής τους κατεύθυνσης: η μη μονιμοποίηση, η λογική των voucher, η υποχρηματοδότηση και η αναπαραγωγή της ομηρίας. Λίγες μόλις μέρες πριν, το ίδιο το ΥΠΕΣ επέμενε ότι θα φέρει νομοσχέδιο εντός του 2026. Άρα χρειάζεται επαγρύπνηση, οργάνωση και κλιμάκωση ,όχι εφησυχασμός.
Γι’ αυτό εμείς υποστηρίζουμε με όλες μας τις δυνάμεις τα αιτήματα των εργαζομένων:
● Εδώ και τώρα να αποσυρθεί η διάταξη νόμου για τους εργαζόμενους στους παιδικούς σταθμούς και στις κοινωνικές δομές των δήμων.
● Μονιμοποίηση όλων των εργαζομένων και σε αυτές τις δομές χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Μαζικές προσλήψεις εργαζομένων στο ύψος των πραγματικών αναγκών, με μόνιμη και σταθερή εργασία για όλους. Κατάργηση της διάταξης Βορίδη.
● Πλήρης χρηματοδότηση των κοινωνικών δομών από τον κρατικό προϋπολογισμό, στο ύψος των πραγματικών αναγκών, για να μη μένει κανένα παιδί έξω από αυτές. Κατάργηση του καθεστώτος των voucher, της ανταποδοτικότητας και της επιχειρηματικής λειτουργίας.
● Αναβάθμιση και διεύρυνση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τα παιδιά και τα άτομα με αναπηρία, υπηρεσίες που δεν μπορούν να εξαρτώνται από “κουπόνια”. Ολόπλευρη στήριξη στις οικογένειές τους.
● Ειδική χρηματοδότηση για την ανάπτυξη του δικτύου δομών προσχολικής αγωγής και ΚΔΑΠ.
Με βάση τα παραπάνω, ζητούμε από τη δημοτική αρχή να πάρει σαφή θέση, ένα προς ένα, στα παραπάνω αιτήματα.
Γιατί εδώ δεν κρίνεται μια επιμέρους διοικητική επιλογή. Κρίνεται με ποια πλευρά της κοινωνίας στέκεται κανείς: με τα παιδιά, τις οικογένειες και τους εργαζόμενους ή με τη σιωπή, τη συμμόρφωση και τη διαχείριση της ομηρίας.
Για τη Λαϊκή Συσπείρωση Ρεθύμνου
Ιωάννα Δακανάλη





