«Γράμμα από την Αυστραλία, για τον Θεοχάρη Ζωγράφο»: Ο Μικρασιάτης που αγάπησε το Ρέθυμνο και το τραγούδι

Την παρακάτω ηλεκτρονική επιστολή λάβαμε, από την εγγονή του Μικρασιάτη τραγουδιστή του Μεσοπολέμου Θεοχάρη Ζωγράφου, Δανάη, η οποία ζει στην Αυστραλία που είχε την καλοσύνη να μας γράψει λίγα πράγματα για την ζωή και το έργο του παππού της, ο οποίος έφυγε πρόωρα την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής από την ζωή.

Να σημειώσουμε ότι η σύζυγος του Θεοχάρη Ζωγράφου η Μαρία Μοσχονά ήταν από το Μέρωνα Αμαρίου και απεβίωσε πλήρης ημερών στην Αυστραλία πριν από λίγα χρόνια.  Το πρωτότυπο κείμενο είναι γραμμένο στα αγγλικά, με κάποιες ελληνικές φράσεις και ακολουθεί η μετάφραση του κατά παράγραφο.

Unfortunately, little is known about my pappou, Θεοχάρης Ζωγράφος. Born in Micrasia in 1912 or 1913, in what is now known as Milas (Milassos), north east of Bodrum, when it was still Greek. He came from a good family that was in the silk business. The family had close relationships with the Turkish people they employed, often helping them in times of trouble and supporting their hidden Christianity. Due to the great tragedy of 1922 they left it all behind, left for Smyrni and thenon to Samos. The people of Samos rejected them, so they went to Kalymnos before arriving in Rethymno in 1922.

Δυστυχώς, πολύ λίγα στοιχεία είναι γνωστά για τον τραγουδιστή του μεσοπολέμου Θεοχάρη Ζωγράφο. Γεννήθηκε στη Μικρά Ασία το 1912 ή το 1913, σε μια πόλη που είναι τώρα γνωστή ως Μίλας (Μιλασσός), βορειοανατολικά της Αλικαρνασσού, όταν ήταν ακόμα πολύ έντονο το Ελληνικό στοιχείο. Προέρχονταν από μια καλή και εύπορη οικογένεια που είχε επιχείρηση επεξεργασίας μεταξιού. Η οικογένεια του είχε στενές σχέσεις με τους Τούρκους που απασχολούσε, βοηθώντας τους συχνά σε περιόδους προβλημάτων και υποστηρίζοντας τον κρυφό-χριστιανισμό τους. Λόγω της μεγάλης τραγωδίας του 1922, τα άφησαν όλα πίσω, έφυγαν για τη Σμύρνη και μετά στη Σάμο. Οι κάτοικοι της Σάμου τους απέρριψαν, οπότε πήγαν στην Κάλυμνο πριν φτάσουν για το Ρέθυμνο το 1922.

He sang constantly. «Δεν γινότανε γλέντι, χορός, διασκέδαση, χωρίς να τον καλέσουν. Ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που πάντρεψε το μικρασιάτικο τραγούδι με το κρητικό»… “He worked closely with Φουσταλιέρη, Ροδινό, Καρεκλά, Μπαξεβάνη.

Ο Ζωγράφος τραγουδούσε συνεχώς. «Δεν γινότανε γλέντι, χορός, διασκέδαση, χωρίς να τον καλέσουν. Ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που πάντρεψε το μικρασιάτικο τραγούδι με το κρητικό». Δούλεψε στενά με τους Φουσταλιέρη, Ροδινό, Καρεκλά, Μπαξεβάνη.

We have no information about the time he spent in Piraeus. We do know that during his time there, and when he recorded in the 1930s, he knew all the ρεμπέτες, such as Stelios Perpiniadis who was very enthused with his voice and said of him: «είχε μία φωνή αηδόνι που τέτοια δεν έχω ξανακούσει».
Perpiniadis invited him to Piraeus so they could record together but he died before he could do this. Foustalieri would also say «έχει πάρα πολύ καλή φωνή». There is a documentary on Foustalieri; Foustalieri mentions him by name and praised his voice. Everybody praised his voice.

Δεν έχουμε πληροφορίες για το πόσο χρονικό διάστημα έζησε στον Πειραιά. Γνωρίζουμε ότι κατά τη διάρκεια της διαμονής του εκεί, όταν ηχογράφησε τη δεκαετία του 1930, γνώρισε όλους τους μεγάλους ρεμπέτες της εποχής, όπως ο Στέλιος Περπινιάδης που ήταν πολύ ενθουσιασμένος με τη φωνή του και είχε πει γι’αυτόν: «είχε μία φωνή αηδόνι που τέτοια δεν έχω ξανακούσει». Ο Περπινιάδης τον προσκάλεσε στον Πειραιά για να μπορούν να ηχογραφήσουν μαζί, αλλά πέθανε πριν μπορέσει να το κάνει αυτό. Ο μεγάλος Φουσταλιέρης είχε πει επίσης για τον Ζωγράφο ότι  «Είχε πάρα πολύ καλή φωνή». Σε κάποιο ντοκιμαντέρ ο Φουσταλιέρης τον αναφέρει ονομαστικά και επαίνεσε τη φωνή του. Όλοι επαινούσαν τη φωνή του.

The records he made – τα «ταμπαχανιώτικα» – were not his preferred style of music, but he loved singing. Αμανέδες were his passion and he had a group of friends in Rethymno and they sang αμανέδες together. He occasionally smoked hashish with the other musicians in Rethymno, before it was made illegal, and which was part of the musician’s culture at that time.

Οι δίσκοι που έκανε – τα Ταμπαχανιώτικα [σ.σ. όπως δυστυχώς λανθασμένα έχει επικρατήσει να αποκαλούνται τα κρητικά αστικά τραγούδια] – δεν ήταν το αγαπημένο του στυλ μουσικής, αλλά του άρεσε πολύ το τραγούδι. Οι Αμανέδες ήταν το πάθος του και είχε μια ομάδα φίλων στο Ρέθυμνο που τραγούδησαν αμανέδες μαζί. Περιστασιακά κάπνιζε χασίς με τους άλλους μουσικούς στο Ρέθυμνο, προτού γίνει παράνομο και ήταν μέρος της κουλτούρας για κάποιους από τους μουσικούς εκείνη την εποχή.

He had a friend with family in Μέρωνας and took παππού to meet my grandmother in Mέρωνας. After the meeting, the friend asked grandma «τι κατάλαβες εχθές από αυτό το παιδί».

Ο Θεοχάρης Ζωγράφος είχε έναν πολύ καλό φίλο που έμενε με την οικογένεια του στο Μέρωνα. Αυτός κανόνισε και επισκέφθηκαν το χωριό με σκοπό να συναντήσει τη μετέπειτα γυναίκα του Μαρία Μοσχονά. Μετά τη συνάντηση, ο κοινός φίλος ρώτησε τη Μαρία Μοσχονά «τι κατάλαβες εχθές από αυτό το παιδί?»

She understood what has happening and replied: «εγώ είμαι ορφανή και έχω δύο μπάρμπες. Αμα είναι κάτι να γίνει, να πας στους μπάρμπες μου», so the friend went to the uncles and the union between Maria Moschonas and Theoharis Zografos was made. When he went to meet grandma for the second time, he and a group of musicians played and sang all night. Grandma told us «κούνησε όλος ο Μέρωνας»!

Αυτή κατάλαβε τι έχει συμβεί και απάντησε: «εγώ είμαι ορφανή και έχω δύο μπαρμπάδες. Άμα είναι κάτι να γίνει, να πας στους μπαρμπάδες μου», οπότε ο κοινός φίλος πήγε στους θείους και έτσι ολοκληρώθηκε το προξενιό μεταξύ της Μαρίας Μοσχονά και του Θεοχάρη Ζωγράφου. Όταν πήγε να συναντήσει τη Μαρία Μοσχονά για δεύτερη φορά, αυτός και μια ομάδα μουσικών έπαιξαν και τραγούδησαν όλη τη νύχτα. Η γιαγιά Μαρία στις μετέπειτα εξιστορήσεις της μας έλεγε ότι «κουνήθηκε όλος ο Μέρωνας εκείνη τη βραδιά».

They lived in Meronas and the war came. He was against the war and he, when the Germans required the men of the village to be at a certain place to be counted, would never go – even though grandma would beg him to go. At least twice he was captured by the Germans after not arriving to be counted and he was put into the concentration camp. We know from his νονός that he killed one German during the occupation of the village. One night one of the Germans was behaving aggressively to pappou and one of pappou’s friends. Pappou overpowered him, got his gun, and shot him.

Το ζευγάρι ζούσε στο Μέρωνα όταν ήρθε ο πόλεμος. Ο Ζωγράφος ήταν ενάντια στον πόλεμο, όταν οι Γερμανοί απαιτούσαν οι άνδρες του χωριού να βρίσκονται σε ένα συγκεκριμένο μέρος για να καταμετρηθούν (σ.σ. πιθανόν για τα καταναγκαστικά έργα), δεν πήγε ποτέ – παρόλο που η γυναίκα του τον παρακαλούσε να πάει. Τουλάχιστον δύο φορές συνελήφθη από τους Γερμανούς αφού δεν πήγαινε ποτέ να καταμετρηθεί και οδηγήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Γνωρίζουμε από τον νονό του Ζωγράφου, ότι σκότωσε έναν Γερμανό κατά την περίοδο της κατοχής. Ένα βράδυ ένας από τους Γερμανούς συμπεριφερόταν επιθετικά απέναντι στον Ζωγράφο και έναν από τους φίλους του. Ο Ζωγράφος στη συμπλοκή τον νίκησε, του πήρε το όπλο του και τον πυροβόλησε.

He was 33 when he died in 1945. He died from a wound and the «μοιρολόι» ran for 3 days before he was buried. My father was 42 days old when he died. He was a beloved person because of his manner, his values, his voice and his passion for music and singing. He was described as «ένας αληθινός κύριος».

Ο Θεοχάρης Ζωγράφος ήταν 33 ετών όταν πέθανε το 1945. Πέθανε από ένα τραύμα και το μοιρολόι κράτησε για 3 ολόκληρες ημέρες. Ο γιος του Ζωγράφου και πατέρας της Δανάης ήταν μόλις 42 ημερών όταν πέθανε ο πατέρας του. Ο Ζωγράφος ήταν ένας ιδιαίτερα αγαπητός άνθρωπος λόγω του τρόπου, των αξιών του, της φωνής του και του πάθους του για τη μουσική και το τραγούδι. Γι’ αυτό και στα μετέπειτα χρόνια μνημονεύονταν ως «ένας αληθινός Κύριος».

Σ.Σ.: Έχουν διασωθεί, από τις ηχογραφήσεις του με τον Στέλιο Φουσταλιέρη τα παρακάτω τραγούδια, τα οποία όμως είναι αρκετά για να καταλάβει κανείς την σπανιότητα και την ποιότητα της φωνής του Θεοχάρη Ζωγράφου

  • Παραπονιάρης, 1938
  • Πάρε καρότσα κι έλα, 1938
  • Συρτός Ρεθυμνιώτικος (Πολλές καρδιές κρυφά πονούν), 1938

Οι φωτογραφίες είναι αδημοσίευτες προέρχονται από το οικογενειακό τους αρχείο και μας τις έστειλε η εγγονή του. Διακρίνεται ο Θεοχάρης Ζωγράφος με τη σύζυγό του Μαρία Μοσχονά, καθώς και ο Θεοχάρης Ζωγράφος κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας