ΑΠΟΨΕΙΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΡΗΓΙΝΙΩΤΗΣ

Ιστορική τεκμηρίωση της ύπαρξης του αγίου Γεωργίου

Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης

Το παρακάτω είναι ένα κεφάλαιο από τη μελέτη “Αρχαίοι διωγμοί και μάρτυρες”, που εξετάζει την ιστορική αξιοπιστία των συναξαρίων των αγίων της εποχής των διωγμών και δημοσιεύεται ολόκληρη εδώ.

Ο άγιος Γεώργιος μπορεί να θεωρηθεί αναμφισβήτητα ως ένας από τους πλέον τεκμηριωμένους ιστορικά μεγαλομάρτυρες. Κατ’ αρχάς, με το πρόσωπό του συνδέεται από τους ερευνητές η αναφορά, από την Εκκλ. Ιστορία του Ευσεβίου (Βιβλίο Η΄), σε σημαντική προσωπικότητα της Νικομήδειας, που κατέστρεψε δημόσια το κατά των χριστιανών διάταγμα του Διοκλητιανού, συνελήφθη και θανατώθηκε, αφού υπέμεινε γενναία πολλά βασανιστήρια: «Αυτίκα γουν των ουκ ασήμων τις, αλλά και άγαν κατά τας εν τω βίω νενομισμένας υπεροχάς ενδοξοτάτων, άμα τω την κατά των εκκλησιών εν τη Νικομηδεία προτεθήναι γραφήν, ζήλω τω κατά θεόν υποκινηθείς διαπύρω τε εφορμήσας τη πίστει, εν προφανεί και δημοσίω κειμένην ως ανοσίαν και ασεβεστάτην ανελὼν σπαράττει, δυείν επιπαρόντων κατάτην αυτήν πόλιν βασιλέων, του τε πρεσβυτάτου των άλλων και του τον τέταρτον από τούτου της αρχής επικρατούντος βαθμόν. αλλ᾿ ούτος μεν των τηνικάδε πρώτος τούτον διαπρέψας τον τρόπον άμα τε τοιαύτα οία και εικός ην, υπομείνας ως αν επί τοιούτω τολμήματι, το άλυπον και ατάραχον εις αυτήν τελευταίαν διετήρησεν αναπνοήν».

(Υπάρχει και η πληροφορία – μεταγενέστερη όμως, από το Πασχάλιο Χρονικό του 7ου αι. μ.Χ. – ότι ο άγιος Γεώργιος θανατώθηκε μεταξύ των ετών 285 και 289 μ.Χ. Αυτή την πληροφορία θα τη σχολιάσουμε παρακάτω).

Η σύνδεση της αναφοράς του Ευσέβιου με τον άγιο Γεώργιο ενισχύεται από την πληροφορία ότι το αυτοκρατορικό έδικτο εκδόθηκε Μάρτιο, κοντά στο Πάσχα, δηλ. ενώ ήταν «Δύστρος μην [μήνας], λέγοιτο δ᾿ αν ούτος Μάρτιος κατά Ρωμαίους, εν ώ της του σωτηρίου πάθους εορτής επελαυνούσης», πράγμα που συμφωνεί με το εορτολόγιο της Εκκλησίας, όπου η μνήμη του αγίου έχει τοποθετηθεί στις 23 Απριλίου, διάστημα λογικό για τη φυλάκιση, το βασανισμό και τη θανάτωσή του.

Όμως το σημαντικότερο είναι ότι, μεσούντος του 4ου αιώνος, λίγες μόλις δεκαετίες από το μαρτύριο του αγίου, ο Μέγας Κωνσταντίνος ιδρύει ναό στη Λύδδα της Παλαιστίνης [ρωμαϊκή Διόσπολιν, σημερινή Λοντ (Lod)] πάνω από μνήμα φερόμενο ως ο τάφος του αγίου Γεωργίου:

«Το λείψανον αυτού, μεταφερθέν εις Λύδδαν, ετάφη εκεί και επί του τάφου του μετ’ ολίγα έτη έκτισε ναόν ο Μέγας Κωνσταντίνος» (λήμμα «Γεώργιος (Άγιοι). – 1) Ο Μεγαλομάρτυς» στο Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «Ηλίου»).

«Η πόλις αύτη (Λύδδα) απέβη το κέντρον της προς τον Μάρτυρα τιμής, διότι εκεί κατ’ αρχάς εφυλάσσετο το λείψανόν του και διότι εκεί ενωρίτατα ωκοδομήθη επ’ ονόματί του ναός, καταστραφείς το 1010, ανοικοδομηθείς είτε υπό των Σταυροφόρων, πάλιν κατεδαφισθείς υπό του σουλτάνου Σαλαδίνου το 1191 και επανοικοδομηθείς βραδύτερον» (λήμμα «Γεώργιος. Μάρτυρες. 1) Ο Τροπαιοφόρος» στη Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία [ΘΗΕ]).

Σύμφωνα με την χριστιανική παράδοση, ο πιστός υπηρέτης του Γεωργίου, Πασικράτης, εκτελώντας την επιθυμία του, παρέλαβε το λείψανο του Γεωργίου, μαζί με αυτό της μητέρας του, και τα μετέφερε στη Λύδδα της Παλαιστίνης. Ο Μέγας Κωνσταντίνος έκτισε ναό πάνω στον τάφο του» (λήμμα «Άγιος Γεώργιος», Βικιπαίδειαεδώ).

Ακόμη κι αν υιοθετήσουμε τη χειρότερη εκδοχή (ότι ο άγιος Κωνσταντίνος ήταν ένας φαιδρός υποκριτής, που δε θα δίσταζε να εξαπατήσει τους υπηκόους του υψώνοντας ναό για έναν ανύπαρκτο άγιο), είναι φανερό πως ο αυτοκράτορας, που ίδρυσε ναούς προς τιμήν του Χριστού, της Θεοτόκου και των Αποστόλων, δεν είχε ανάγκη να ιδρύσει έναν για κάποιον φανταστικό μεγαλομάρτυρα, πάνω από έναν πλαστό τάφο, με τα οστά κάποιου άσχετου, που ποτέ δεν φάνηκε να διεκδικήθηκαν από τους συγγενείς του. Ούτε από τους χριστιανούς, και ιδιαιτέρως της Λύδδας (που δεν θα είχαν εξαπατηθεί για έναν ανύπαρκτο άγιο, τόσο πρόσφατο και δήθεν καταγόμενο από την πόλη τους), ούτε από τους αντίθετους προς τον Κωνσταντίνο μεταγενέστερους συγγραφείς, όπως ο Ιουλιανός, ο Ευνάπιος, ο Ζώσιμος κ.λ.π., φαίνεται να προβλήθηκε ποτέ κάποια αντίρρηση.

Ο άνθρωπος, προς τιμήν του οποίου ιδρύθηκε ο ναός, προφανώς συνιστούσε μια περίπτωση όχι κοινή, αλλά εξέχουσα και εντυπωσιακή, γιατί εν ριπή οφθαλμού ακολούθησαν ναοί του στη γειτονική Συρία, την Αίγυπτο και την ίδια την Κωνσταντινούπολη:

«Η τιμή του Αγίου επεξετάθη εντός μικρού χρόνου εις άπασαν την Ανατολήν. Ούτως εν Συρία ήδη από του Δ΄ αιώνος υπήρχον ναοί, αφιερωμένοι εις την μνήμην του, ενώ εν Αιγύπτω υφίσταντο περί τους 40 ναοί και 3 μοναί επ’ ονόματί του. Εις την Κωνσταντινούπολιν αναφέρεται ναός του αγίου από της εποχής του Μ. Κωνσταντίνου. Εις τας λοιπάς δε ανατολικάς χώρας απ’ αρχαιοτάτων χρόνων είχε λάβει τεραστίας διαστάσεις η τιμή του Αγίου. Αλλά και η Δύσις, από του Ε΄ αιώνος, τιμά τον Μάρτυρα, διαδοθείσης της φήμης του εκ του Βυζαντίου» (ΘΗΕ, ό.π.).

«Η συριακή Εκκλησία από τον 4ο αιώνα τον κρατούσε σε μεγάλη εκτίμηση» (Βικιπαίδεια, ό.π.).

***

Όλα αυτά συνάδουν με την εικόνα που επικρατεί στην αγιολογική παράδοση της Εκκλησίας για τον άγιο Γεώργιο. Επίσης δεν αντιφάσκουν με την πληροφορία ότι η πρώτη καταγραφή του μαρτυρίου του έγινε από τον υπηρέτη του Πασικράτη, αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος φρόντισε για την εκταφή, αργότερα, και μεταφορά του σκηνώματός του στη Λύδδα, τόπο καταγωγής του από την πλευρά της μητέρας του. Η Εκκλησία μάλιστα, ως γνωστόν, εορτάζει το γεγονός στις 3 Νοεμβρίου, μια επέτειο που θα ήταν εντελώς περιττή, αν ήταν πλαστή – αν δηλαδή και η οικογένεια και ο τάφος και τα οστά και ο ίδιος ο άγιος δεν ήταν τίποτε περισσότερο από έναν μύθο.

Το αρχαιότερο τεκμηριωμένο συναξάρι του αγίου έρχεται από τον 5ο αιώνα και σώζεται σε συριακή μετάφραση του 600 μ.Χ. (βλ. εδώ). Επίσης τον 5ο αιώνα έχουμε βιογραφία του από Βολλανδιστές μοναχούς και αναφορά του από τον πάπα Γελάσιο, γύρω στο 495 μ.Χ., ο οποίος φαίνεται να απορρίπτει ήδη θρύλους διαμορφωμένους γύρω από το όνομά του γράφοντας ότι δε γνωρίζουμε πολλά για την ιστορία του (το σχόλιό του αυτό, ας μου επιτραπεί να το πω, φανερώνει την κριτική και όχι άκριτη αποδοχή από την Εκκλησία των συναξαρίων και των μαρτυρολογίων). Ακολουθούν ο άγιος Γρηγόριος της Τουρ (6ος αι.), ο άγιος Ανδρέας Κρήτης (7ος – 8ος αι.), ο άγιος Βέδας ο Αιδέσιμος στη δύση την ίδια περίοδο και πολλοί άλλοι. Στην ιερά μονή Σινά έχουμε εικόνα του από τον 6ο αιώνα, μαζί με τη Θεοτόκο και τον άγιο Θεόδωρο τον Τήρωνα (Δες ακόλουθη εικόνα, από εδώ)· ήδη όμως έχουμε απομακρυνθεί πολύ από την εποχή του.

«Εκ των λειψάνων του αγίου Γεωργίου μέρος τι της κεφαλής και της χειρός ένα δάκτυλον και ένα των οδόντων κεκτημένος Αιμιλιανός ο περί τα τέλη του ς΄ [6ου] αιώνος επίσκοπος των εν Γαλατία Γερμίων, εδωρήσατο ταύτα Θεοδώρω τω Συκεώτη, όστις και κατέθηκεν εν τη ιδία μονή του αγίου Γεωργίου, ου μακράν της Αναστασιουπόλεως κειμένη, παρά την κώμην Συκέων (βίος Θεοδώρου Συκεώτου γραφείς υπό Γεωργίου μαθητού αυτού· παρά Θεοφίλου Ιωάννου, Αγιολ. Μνημεία, σελ. 449). (…) 

Ναοί δε του αγίου Γεωργίου αναφέρονται 1) ο περιβόητος ναός των Μαγγάνων (…)· 2) ο άγιος Γεώργιος εις το Δεύτερον, ον νομίζω τον αρχαιότερον των εν Κωνσταντινουπόλει ναών του αγίου Γεωργίου, ως ην τοιούτος και 3) ο του αγίου Γεωργίου εν τω Ξηροκέρκω, ού τινος δύο μοναχοί, Ευγένιος και Κυριακός, αναφέρονται κατά τα πρώτα έτη του Μ. Ιουστινιανού», Μανουήλ Ιω. Γεδεών, Βυζαντινόν Εορτολόγιον. Μνήμαι των από του Δ΄ μέχρι μέσων του ΙΕ΄ αιώνος εορταζομένων αγίων εν Κωνσταντινουπόλει, ό.π., (βλ. εδώ) σελ. 95-96.

Είναι αξιοσημείωτο ωστόσο ότι από τον 4ο αιώνα μας έρχονται άλλα δύο πρόσωπα με το όνομα Γεώργιος, δύο αρειανοί επίσκοποι, που ο ρόλος τους στην ιστορία της Εκκλησίας ήταν αρνητικός, όμως εδώ μας ενδιαφέρει μόνο το όνομά τους: ο λεγόμενος Γεώργιος Λαοδικείας (καταγόμενος από την Αλεξάνδρεια, ο οποίος πέθανε το 359 μ.Χ.) και ο Γεώργιος, που εκτόπισε τον Μ. Αθανάσιο και κατέλαβε τον επισκοπικό θρόνο της Αλεξάνδρειας το 357 μ.Χ. και, καθώς φαίνεται, έβαψε και τα χέρια του με αίμα, τόσο εθνικών όσο και χριστιανών, για να καεί τελικά ζωντανός από τον ειδωλολατρικό όχλο επί Ιουλιανού του Παραβάτη (εδώ).

Ο δεύτερος από αυτούς, εκείνος που έδρασε στην Αλεξάνδρεια, προσωπικά θεωρώ βέβαιον ότι έλαβε το όνομά του από τον άγιο Γεώργιο, δεδομένου μάλιστα ότι ήταν Καππαδόκης, όπως ήταν και ο άγιος Γεώργιος εκ πατρός («τέρας καππαδόκιον» ονομάζει τον σφετεριστή αρειανό επίσκοπο ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ομιλία Εις τον μέγαν Αθανάσιον επίσκοπον Αλεξανδρείας, παράγρ. 16, βλ. εδώ).

Η γέννηση του Γεωργίου Λαοδικείας τοποθετείται στο 290 μ.Χ. (εδώ), συνεπώς είναι απίθανο να έλαβε το όνομά του εξαιτίας του αγίου Γεωργίου (ο οποίος θα ήταν περίπου 20 ετών τότε), εκτός αν ισχύει το ένα από τα εξής ενδεχόμενα:

(α) Αν, όταν βαπτίστηκε χριστιανός (ως ενήλικας, κατά τη συνήθεια της εποχής), άλλαξε το αρχικό του όνομα και μετονομάστηκε Γεώργιος εξαιτίας του αγίου Γεωργίου. Αυτό είναι πιθανότερο αν ο ίδιος ήταν παιδί ειδωλολατρικής οικογένειας και η μετονομασία του ήταν ένας τρόπος αποδέσμευσης από το παρελθόν. Περιπτώσεις μετονομασίας από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες έχουμε, π.χ. η αγία Ειρήνη ονομαζόταν αρχικά Πηνελόπη, ο άγιος Χριστοφόρος Ρέπροβος, ο άγιος Χριστόδουλος ο Αιθίοπας, που μαρτύρησε μαζί με την αγία Κέρκυρα (29 Απριλίου), έλαβε αυτό το όνομα από την αγία μέσα στη φυλακή· επίσης η αγία Αικατερίνα αρχικά ονομαζόταν Πανδώρα (μάλλον το όνομα Αικατερίνα είναι χαρακτηρισμός, που της αποδώθηκε μεταγενέστερα) και ο άγιος Παντελεήμων Παντολέων.

(β) Αν το μαρτύριο του αγίου Γεωργίου δεν συνέβη το 303 μ.Χ., άποψη που επικρατεί στην παράδοση, αλλά μεταξύ των ετών 285 και 289 μ.Χ., όπως γράφει το Πασχάλιο Χρονικό (εδώ, σελ. 509-510): «Σξς΄ Ολυμπιάς. Υπ. Καρίνου το β΄ και Νουμεριανού. Έτους σνε΄ της εις ουρανούς αναλήψεως του Κυρίου, εγένετο διωγμός χριστιανών, και πολλοί εμαρτύρησαν· εν οις εμαρτύρησεν και ο άγιος Γεώργιος και ο άγιος Βαβυλάς…».

Ο συντάκτης του Χρονικού έχει διαβάσει τον Ευσέβιο, μάλιστα στη σελ. 515 αντιγράφει ένα μέρος από την αφήγηση της Εκκλ. Ιστορίας για το διωγμό του Διοκλητιανού, πολύ συνοπτικά όμως και χωρίς αναφορά στον αξιωματούχο της Νικομήδειας. Σύμφωνα λοιπόν με το Χρονικό, ο άγιος Γεώργιος, όπως και ο άγιος Βαβύλας, μαρτύρησε «κατά την 266η Ολυμπιάδα, 255 χρόνια μετά την ανάληψη του Κυρίου». Το έτος που θεωρείται ότι αντιστοιχεί στα «255 χρόνια από την ανάληψη του Κυρίου» είναι το 289 μ.Χ. Επειδή όμως η 266η Ολυμπιάδα έγινε το 285 μ.Χ., πιθανόν ο συγγραφέας του Πασχάλιου Χρονικού να ακολουθούσε ελαφρώς διαφορετική παράδοση για τη χρονολόγηση της γέννησης του Χριστού και το έτος μαρτυρίου του αγίου Γεωργίου που δίνει να είναι επακριβώς το 285 μ.Χ. (βλ. και Transactions of the Royal Society of Literature of the United Kingdom, London 1863, εδώ, σελ. 108-109).

Το Πασχάλιο Χρονικό είναι ένα ανώνυμο χρονογραφικό κείμενο, που χρονολογείται στον 7ο αιώνα μ.Χ. «Ως προς την αξία του, ο καθ. Ιω. Καραγιαννόπουλος γράφει ότι το χρονικό αυτό “χρησιμοποιεί ακρίτως και πολλάκις ανακριβώς τας πηγάς του”, “παρέχει όμως και πληροφορίας αγνώστους άλλοθεν”» (από εδώ).

Κατά τη γνώμη μου, η μαρτυρία του, ως μεταγενέστερη, δεν είναι τόσο ισχυρή όσο η σύνδεση του αγίου με τη μαρτυρία του Ευσέβιου και όσο η καθιερωμένη στην αγιολογική παράδοση της Εκκλησίας χρονολόγηση. Πάντως, αν τη θεωρήσουμε πιθανή, αποδυναμώνει (χωρίς να το εξουδετερώνει) ένα στοιχείο για τον άγιο Γεώργιο και ενισχύει ένα άλλο. Μεταθέτει την ίδρυση των ναών προς τιμήν του κατά περίπου δυο δεκαετίες από το μαρτύριό του, πράγμα που και πάλι δεν αποτελεί τεράστια χρονική απόσταση. Και, από την άλλη, καθιστά πιθανόν – αν όχι βέβαιο – και ο Γεώργιος Λαοδικείας να πήρε το όνομά του από τον άγιο Γεώργιο.

Φυσικά, όλα αυτά δεν υπερβαίνουν το επίπεδο των υποθέσεων. Και χωρίς αυτά όμως, η τιμή του αγίου Γεωργίου στην Εκκλησία είναι εξαιρετικά πρώιμη και διαδεδομένη, με επίκεντρο τον τόπο καταγωγής του και τον ίδιο τον τάφο του, πράγμα που πιστεύω ότι δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας για την ύπαρξή του.

Ό,τι έχει απομείνει να διερευνηθεί είναι τα εντυπωσιακά στοιχεία της αφήγησης του μαρτυρίου του, όπως τα θαύματα και οι μεταστροφές εθνικών. Η διήγηση για τη δρακοντοκτονία, όντας πολύ μεταγενέστερη, θεωρώ ότι δεν αξίζει να μας απασχολήσει σ’ αυτή τη συνάφεια. Αν αναζητήσουμε την πιθανότητα να διασωθεί ως πραγματικό γεγονός, μπορούμε να μιλήσουμε για υπερμεγέθη ερπετά, όπως ανθρωποφάγους κροκοδείλους πέντε και δέκα μέτρων ή γιγάντια φίδια, έως και οκτώ μέτρων, που καταγράφονται και στην εποχή μας (βλ. το αφιέρωμα «Αληθινοί δράκοι & η δρακοντοκτονία του αγίου Γεωργίου», εδώ [1]).

Το ενδεχόμενο αυτό έχει συζητηθεί στο παρελθόν γενικά για τις διηγήσεις δρακοντοκτονίας. Όμως είναι χαρακτηριστικό ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά σ’ αυτήν στην υμνογραφία της εορτής του αγίου(που περιλαμβάνει έργα ποιητών του 8ου αιώνα, όπως των αγίων Ιωάννη του Δαμασκηνού και Θεοφάνη του Γραπτού, και του Ανατόλιου του Στουδίτη – βλ. εδώ), ούτε, ως γνωστόν, και στις πρώιμες απεικονίσεις του· αναφορές αρχίζουν μάλλον από τον 11ο αιώνα και, κατά μία άποψη, συνιστούν εκχριστιανισμό του αρχαίου μύθου του Περσέα και της Ανδρομέδας. Γι’ αυτό, όταν συζητούμε την ιστορικότητα του αγίου Γεωργίου, ο θρύλος της δρακοντοκτονίας δεν μπαίνει στο παιχνίδι.

(Αναλυτικά για το ζήτημα αυτό, με εκτενή αναφορά στους αρχαίους μύθους και σε μια χριστιανική ερμηνευτική προσέγγιση του θρύλου, βλ. στην εισαγωγή του βιβλίου του Γιώργη Καλογεράκη Άι-Γιώργης, έκδ. του Ιδρύματος Κοινωνικής Διακονίας και Νεότητας της Ι. Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, Ρέθυμνο 2012).

ΥΓ. Ενώ είχε ολοκληρωθεί η παρούσα μελέτη διαβάσαμε το άρθρο του Μάριου Νοβακόπουλου «Η τάξη του κόσμου και ο άγιος Χριστόφορος ο κυνοκέφαλος» (εδώ), όπου δημοσιεύεται ανάγλυφο με παράσταση των αγίων Χριστοφόρου και Γεωργίου να σκοτώνουν δύο φίδια (δες εικόνα παρακάτω).

Το ανάγλυφο τοποθετείται στον 6ο αιώνα μ.Χ. Θεωρώ όμως ότι δεν πρόκειται για πρώιμη αναφορά στη δρακοντοκτονία, αλλά για συμβολισμό της νίκης των μαρτύρων επί του «αρχεκάκου όφεως» και «δράκοντος», του διαβόλου (βλ. Αποκάλυψις, κεφ. 12, ιδίως στ. 9)· άλλωστε δεν γνωρίζουμε διήγηση δρακοντοκτονίας του αγίου Χριστοφόρου. Όσο για την απεικόνισή του ως κυνοκέφαλου (με κεφαλή δηλ. σκύλου), τόσο το Βασιλειανό Μηνολόγιο (PG117, 444) όσο και το Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως (στ. 667), αμφότερα του 10ου αιώνα, επισημάνουν ότι, αντίθετα με κάποιες μυθώδεις τερατολογίες, ο άγιος εικονιζόταν έτσι «διά το εθνικόν είναι και άγριον και φοβερόν».

***

Τι ακριβώς περιελάμβανε η αυθεντική μαρτυρία του Πασικράτη, που θεωρείται πηγή των πραγματικών γεγονότων του βίου του; Όλα τα συμβάντα με τις λεπτομέρειες που γνωρίζουμε; Μερικά μόνον; Στο ζήτημα αυτό, επιτρέψτε μου και πάλι μερικές σκέψεις:

(α) Και αν παραβλέψουμε ό,τι θεωρήσουμε εξωπραγματικό από τη διήγηση του μαρτυρίου του, πάλι παραμένουν τα σημαντικότερα στοιχεία της: ένας νέος, σπουδαία προσωπικότητα της κοινωνίας, μαρτυρεί για την πίστη του στο Χριστό. Το σώμα του θάβεται στη Λύδδα, την ιδιαίτερη πατρίδα του. Και η ιστορία του είναι τόσο συγκλονιστική, που παρακινεί, όχι μόνο τον αυτοκράτορα, αλλά και ολόκληρη τη χριστιανοσύνη να τιμήσει τη μνήμη του ταχύτατα.

Βεβαίως οι λεπτομέρειες της ιστορίας του, που την έκαναν τόσο συγκλονιστική, σίγουρα ήταν γνωστές και ασφαλώς δεν ξεχάστηκαν ούτε διαγράφηκαν, συνεπώς έχουν σχέση με τη διήγηση του συναξαρίου, τουλάχιστον όσον αφορά στο ήθος και την καρτερία του.

Θέλεις να απορρίψεις τα θαύματα; Κράτα μόνο όσα είπαμε παραπάνω και έχεις ήδη έναν άνθρωπο του Θεού, άξιο προς μίμησιν. Η αγιότητα δεν αποδεικνύεται μόνο με θαύματα, αλλά και με στοιχεία, όπως εκείνα που γράφει ο απόστολος Παύλος: «ο δε καρπός του Πνεύματός εστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια· κατά των τοιούτων ουκ έστι νόμος» (Γαλάτας 5, 22-23), «πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών» (Ρωμαίους 8, 38-39). Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι ο άγ. Ανδρέας Κρήτης, στον εγκωμιαστικό λόγο του προς τον άγιο Γεώργιο δίνει έμφαση ακριβώς στις ηθικές και πνευματικές αρετές του αγίου και όχι στα θαύματα.

(β) Η μεταστροφή εθνικών κατά τη διάρκεια της φυλάκισης και του βασανισμού του αγίου δεν πρέπει να θεωρηθεί εξωπραγματικό στοιχείο. Βέβαια όχι… 50.000, όπως γράφει κάποια ευφάνταστη λαϊκή εξιστόρηση του βίου του (εδώ), εξαιτίας της οποίας πιθανόν ο πάπας Γελάσιος είχε γράψει το προαναφερθέν σχόλιό του. Όμως ακόμη και εκατοντάδες άνθρωποι είναι δυνατόν να μεταστραφούν λόγω της εντυπωσιακής παρουσίας και του συγκλονιστικού θανάτου ενός ανθρώπου.

Το πρόσωπο που προκαλεί όντως απορία σ’ αυτή τη συνάφεια είναι η αγία μάρτυς Αλεξάνδρα, που αναφέρεται ως βασίλισσα, σύζυγος του Διοκλητιανού. Η Ιστορία ως σύζυγο του Διοκλητιανού γνωρίζει την Πρίσκα και κόρη τους τη Βαλερία – Γαλερία (σύζυγο του Γαλέριου), οι οποίες, όπως φαίνεται, ήταν φιλικές προς τους χριστιανούς ή ίσως και χριστιανές· υπάρχει απόπειρα ταύτισης της αγίας Αλεξάνδρας με την Πρίσκα, αλλά αυτό, αν αληθεύει, την τοποθετεί στη σφαίρα του μύθου, γιατί η Πρίσκα δεν μαρτύρησε. Μια άλλη πηγή την αναφέρει ως σύζυγο του Ρωμαίου διοικητή Δακιανού (εδώ). Αυτό, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται πιο πιθανό (πάλι εισάγει βέβαια ένα στοιχείο ανακρίβειας στο συναξάρι του αγίου Γεωργίου, αλλά δε γνωρίζουμε τι έγραφαν οι πρωταρχικές πηγές), όμως δεν πρέπει να αποκλείσουμε και το ενδεχόμενο να πρόκειται για ένα πρόσωπο που αγνοήθηκε από την ιστοριογραφία λόγω της αθόρυβης ζωής του.

(γ) Μετά από τόσους αιώνες, είναι σχεδόν αδύνατον να εξακριβωθεί ποια στοιχεία του συναξαρίου του αγίου Γεωργίου αληθεύουν. Όμως αυτό που μπορώ να ισχυριστώ με βεβαιότητα είναι ότι ο άγιος έχει πραγματοποιήσει πολλές εμφανίσεις και θαύματα στους αιώνες που ακολούθησαν, μέχρι και σήμερα. Και ως μάρτυρες υπερασπίσεως του ισχυρισμού μου καλώ όχι χριστιανούς, αλλά τους μουσουλμάνους που, αντίθετα προς τη διδασκαλία της θρησκείας τους, τιμούν τον άγιο Γεώργιο και προσεύχονται σ’ αυτόν, καταθέτοντας τις μαρτυρίες για την ανταπόκρισή τους στις προσευχές τους, ενίοτε και με ορατή παρουσία του. Ορισμένες περιπτώσεις μπορείτε να διαβάσετε στα άρθρα Χριστιανικά θαύματα σε μουσουλμάνους και «Selected miracles of St. George the Trophy-bearer to Muslims» (εδώ).

Στην πόλη μου, το Ρέθυμνο, στο ναό του αγίου Γεωργίου Πεταλιώτη (που συνδέεται με συγκεκριμένα περιστατικά παρουσίας του αγίου), είναι αναρτημένη η εικόνα που αφιέρωσε το 1925, λίγο πριν την αποχώρηση των μουσουλμάνων από την Κρήτη, ο αγάς Αλή Μελεμενάκης, ιδιοκτήτης της περιοχής. Αυτός απαγόρευε στους χριστιανούς να ανακαινίσουν το ερειπωμένο εξωκλήσι του αγίου στο σημείο όπου είχε βρεθεί η παλιά, ιστορική εικόνα του. Άλλαξε στάση όταν του εμφανίστηκε ο άγιος, οπότε, όχι μόνον επέτρεψε την ανακαίνιση της εκκλησίας, αλλά και πλήρωσε ένα ζωγράφο, ο οποίος φιλοτέχνησε την εικόνα του αγίου, με την υπογραφή του δωρητή. Η εικόνα αυτή, με το όνομα του Τούρκου στην αφιερωματική επιγραφή, υπάρχει ακόμη και σήμερα στο ναό, πιστοποιώντας το γεγονός.

Η διαχρονική λοιπόν παρουσία του αγίου, καθώς και πολλών άλλων αγίων, είναι εκείνο που ενισχύει την πεποίθησή μας στην παρεμβατική τους δύναμη υπέρ των ανθρώπων, ανεξάρτητα από τις επιμέρους λεπτομέρειες των θαυματουργικών διηγήσεων στα συναξάρια τους. Για το ζήτημα αυτό κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να βρει μερικές αφορμές προβληματισμού στην ενότητα της ιστοσελίδας μας Θαύματα.


Σημείωση

[1] «Ο βόας συσφιγκτήρας φτάνει τα 5 με 6 μέτρα. Σίγουρα υπάρχουν και μεγαλύτεροι. Η ανακόντα φτάνει τα 7 μέτρα. Δεν έχουμε στην περιοχή μας βέβαια τέτοια φίδια. Μήπως υπήρξαν κάποτε ή υπήρξε κάτι αντίστοιχο; [Πάντως γιγαντόσωμοι πύθωνες μαρτυρούνται, εξ ού και η διήγηση για τον πύθωνα των Δελφών].
Ο κροκόδειλος του Νείλου φτάνει τα 5 μέτρα και το βάρος του τα χίλια κιλά. Αμερικάνικοι κροκόδειλοι φτάνουν τα 7,5 μέτρα και ενίοτε κολυμπούν και στη θάλασσα. Ο Κροκόδειλος της θάλασσας (Κροκόδειλος ο πορώδης – Crocodylus porosus) πατρίδα του έχει τις νότιες Ινδίες. Έχει διαδοθεί σ’ όλα τα γύρω νησιά και τις παραλίες. Σύμφωνα με μερικές πληροφορίες, έχουν εμφανιστεί ζώα που το μήκος τους ξεπερνούσε τα 10 μέτρα. Ζει κοντά στις ακτές, αλλά κολυμπά και στην ανοιχτή θάλασσα και μάλιστα σε πολύ μεγάλες αποστάσεις. Κολυμπώντας φτάνει μέχρι τις ακτές της Αυστραλίας, όπου κι αποτελεί μεγάλο κίνδυνο για τους κολυμβητές και τους ψαράδες. Οι κροκόδειλοι αυτοί επιτίθενται εναντίον του ανθρώπου και πολλοί από αυτούς είναι ανθρωποφάγοι (Βικιπαίδεια, λήμμα “Κροκόδειλος”)».

Στην ίδια ανάρτηση γίνεται αναφορά στην είδηση: «Ινδονησία: Άντρας πάλεψε και σκότωσε γιγάντιο πύθωνα 8 μέτρων, και τον έφαγε μαζί με τους συγχωριανούς του» και στον πύθωνα 7,5 μέτρων και 250 κιλών που αιχμαλωτίστηκε στη Μαλαισία, ενώ αναδημοσιεύονται βίντεο με υπερμεγέθη φίδια.

Παρεμπιπτόντως, οι περιπτώσεις αυτές ταιριάζουν απόλυτα στη δρακοντοκτονία του αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, ο αντίπαλος του οποίου ήταν «όφις παλαιότατος γενόμενος δράκων», δηλ. φίδι, που είχε υπεραναπτυχθεί και εξελιχθεί σε δράκοντα με τα χρόνια (από Hippolyte Delehaye, Les légendes grecques des saints militaires, 1909 by A. Picardin Paris, σελ. 127 – εδώ). Ατυχώς, δε γνωρίζω ποια είναι η παλαιότερη αναφορά στο συμβάν (πάντως το Βασιλειανό Μηνολόγιο το αναφέρει, PG 46 317, «ότι δράκων παμμεγέθης εστί πλησίον Ευχαΐτων»). Η παραπομπή από την ιστοσελίδα του ιερού ναού Αγίας Μαρίνας Αλυκού Κρωπίας, εδώ, όπου και η ομιλία του αγίου Γρηγορίου Νύσσης για τον άγιο Θεόδωρο.

Στα παραπάνω πρέπει να προσθέσουμε την πληροφορία για το φόνο γιγαντόσωμου φιδιού, καταστροφικού για τα αιγοπρόβατα, στο Μαραθώνα γύρω στο 1890, από τον Σφακιανό πολεμιστή των κρητικών επαναστάσεων Ξενοφώντα Χαρίσο (Καπετάν Ξηρούχη), ο οποίος, για το ανδραγάθημα αυτό, έλαβε την άδεια από το βασιλιά Γεώργιο Α΄ να οπλοφορεί ελεύθερα. Καταγραφή του συμβάντος εδώ και εδώ.

Οι περιπτώσεις των μεγαλόσωμων αυτών ερπετών δεν ταιριάζουν με τη δρακοντοκτονία που αποδίδεται στον άγ. Γεώργιο, όπου ο δράκος φαίνεται νοήμων (συνάπτει συμφωνία με τον τοπικό πληθυσμό), εκτός αν υποθέσουμε κάποιον ιστορικό πυρήνα κάτω από στρώσεις μυθικών στοιχείων. Ταιριάζουν όμως με το συμβάν από τη βιογραφία του αγ. Θεοδώρου και πιθανόν και με άλλες περιπτώσεις.