ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Τα τελευταία βράδια ακούω
κλάματα
από τα μεσάνυχτα ως τα χαράματα…
νιώθω
τις κλεμμένες αδελφές
να με κοιτούν
κατάματα
και να μου παραπονιούνται πως
βιώνουν τα πιο στενάχωρα δράματα…
πως έχουν απαχθεί, φωνάζουν
και μου ζητάνε αρωγή.

Τις άρπαξαν από τα σπίτια
που ζούσαν
δύο χιλιάδες χρόνια.
Εκεί που πέρασαν
τόσους ήλιους και χιόνια.
Εκλάπησαν μέσα στο βράδυ
Για να βλέπουν πια μονάχα σκοτάδι.
Δεν τις επήραν λινάτσοι, φτωχοί
μα κοστουμάτοι με προφορά ξενική
για τον οίκο τους, τον εμβληματικό.

Χάθηκαν νομίμως
με άδεια
από σουλτάνο αυταρχικό.
Στου απαγωγέα το καταφύγιο
Είχαν ήδη
αλλάξει
εθνικότητα στο διαβατήριο.
Πρώτα μας έλεγαν “γεια σας”, ήταν Ελληνίδες
Τώρα μας αποκρίνονται “hello”, έγιναν Αγγλίδες.
Σήμερα, κλειδωμένες σε γυάλινο κλουβί
τα μάτια τους είναι κλαμένα, δεν έχουν άλλη υπομονή.

Και, μου σιγοψιθυρίζουν
στο αυτί
πως τις ξέχασαν οι απόγονοι του Περικλή
πως τις λησμόνησαν οι εγγονοί του Μιλτιάδη
πως τις άφησαν, σαν της ελιάς
τ αχρείαστο παρακλάδι

Ωστόσο,
δεν τις έχει
ακούσει
κανείς
μήτε εργάτης, μήτε μεσαίος, μήτε ευγενής.
Ας φωνάζουν
οι κλεμμένες αδελφές.
Κάποτε
θα μουγκαθούν
κι αυτές…

Δαμιανός