ΑΠΟΨΕΙΣ ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΡΕΒΑΤΣΟΥΛΗΣ

Λόγος περί ανάπτυξης με αφορμή μια επικείμενη κατάρρευση…

Μέρες γιορτής μα και κατάνυξης είναι αυτές που διανύουμε. Πολλοί από μας, είτε λόγω πανδημίας που επιβάλλει τις αποστάσεις στις προσωπικές μας επαφές είτε λόγω της εσωτερικής μας ανάγκης για περισυλλογή και ενδοσκόπηση, επιλέγουμε απομακρυσμένα μοναστήρια ή εκκλησάκια της ενδοχώρας, για να νοιώσουμε τη θαλπωρή των Χριστουγέννων. Η αρμονία της συνύπαρξης τους με το φυσικό περιβάλλον, η λιτότητα και η ανεπιτήδευτη ομορφιά τους, εκπέμπουν μια ταπεινότητα που σε συγκινεί. Είναι εξαγνιστική. Πολύ συχνά δε, ο αρχιτεκτονικός πλούτος που κοσμεί τους χώρους λατρείας, σε ξαφνιάζει. Και συνάμα, σε θλίβει. Όποιος και ό,τι αναμετράται με το χρόνο, όσο γενναία και αν αντιστέκεται, υποκύπτει εν τέλει στη δύναμη του χρόνου που δαμάζει τα πάντα  και αφήνει  ανεξίτηλο το στίγμα του, σε έμψυχα και άψυχα.   

Αυτές οι σκέψεις με κατέκλυσαν κατά την πρόσφατη επίσκεψη μου στην εκκλησία της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής, στον Πρίνο Ρεθύμνου. Η «Παραπονεμένη Παναγιά», όπως την αποκαλούν οι συγχωριανοί μου, φαίνεται να έχει πάψει να ελπίζει σε επίγεια βοήθεια. Η κατάρρευση της είναι ζήτημα χρόνου.

Αναζήτησα την ιστορία της. Θρύλοι και μαρτυρίες των χωριανών, διασταυρώνονται με δύο πολύ ενδιαφέρουσες αναφορές του  πρώην ιερέα της περιοχής, Πατέρα  Ευάγγελου Δερμιτζάκη και του τότε φοιτητή Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Βασίλη Κισσανδράκη – Παπαδόπουλου, στο πλαίσιο σχετικών άρθρων που δημοσιεύτηκαν στην τοπική εφημερίδα «Ρέθεμνος», το 2013 και το 2020, αντίστοιχα…

Και στις δύο αναφορές, η κραυγή αγωνίας του Εφημέριου της Μονής και η επιστημονική τεκμηρίωση του φοιτητή που συνέδραμε εθελοντικά τη θεία λειτουργία  ως ψάλτης, για την θρησκευτική και αρχιτεκτονική αξία της, άφησαν μάλλον ασυγκίνητους τους αρμόδιους για τη σωτηρία του Μοναστηριού.

Ο μεγαλύτερος σταυροειδής ναός με τρούλο της εποχής του στην Κρήτη, με ενετικά γοτθικά τόξα, με βυζαντινές τοιχογραφίες με στοιχεία μανιερισμού, με το μοναδικό (σε αυτό το μέγεθος) σωζόμενο ελεύθερου τύπου σταυρό στο νησί, με το καταπληκτικό αρκοσόλι (ενετικό ταφικό μνημείο) του 16ου αιώνα, το οποίο φέρει  οικόσημο των Τζαγγαρόλων στο εσωτερικό του,  παραδίδονται καθημερινά στην ανελέητη φθορά του χρόνου.

Οι μελέτες αναστήλωσης του και το ενδιαφέρον στελεχών της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας Ρεθύμνου για τούτο τον εκπληκτικό βυζαντινό-μεταβυζαντινό ναό του  15ου αιώνα, έμειναν αναξιοποίητα λόγω έλλειψης κονδυλίων.

Θα μου πείτε, το Ρέθυμνο διεκδικεί ανεπιτυχώς εδώ και δεκαετίες ένα Αρχαιολογικό Μουσείο αντάξιο της ιστορίας του, της πολιτιστικής του κληρονομιάς και των αρχαιολογικών του θησαυρών που κείτονται σε ανήλιαγες αποθήκες ή παραμένουν ακόμη στα σωθικά της γης και θα ασχοληθούμε με την αναστήλωση μοναστηριών που δεν τα βρίσκουμε στο χάρτη; Νομίζω ότι «διαζευκτικά»  διλήμματα  τέτοιου τύπου είναι από ανώφελα έως επικίνδυνα. Αφενός διότι το ένα δεν αποτελεί προϋπόθεση ή συνθήκη ύπαρξης του άλλου. Αφετέρου διότι η προοπτική κατάρρευσης ενός μνημείου επισκέψιμου – έστω σε ελάχιστους μυημένους – εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για ανθρώπινες   ζωές. (Αρκεί να  υψώσει κανείς  το βλέμμα στο θόλο του τρούλου στο εσωτερικό του συγκεκριμένου ναού για να καταλάβει τι εννοώ).

Ευτυχώς χάρη στην προνοητικότητα του ιερέα και των ντόπιων αποσύρθηκε από το δρόμο η πινακίδα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας με την ένδειξη «αρχαιολογικός χώρος». Πλέον, το ναό-μνημείο επισκέπτονται, διακινδυνεύοντας τη σωματική τους ακεραιότητα,  ντόπιοι και ξένοι επισκέπτες που γνωρίζουν την ύπαρξη και την αξία του αλλά και το μονοπάτι που πρέπει να διασχίσουν,  μέσα από ιδιοκτησίες, για να φτάσουν στην απόμερη- πλην σπάνιας ομορφιάς – θέση που βρίσκεται , η οποία δεν είναι ορατή από το δρόμο.

Έχουμε όλοι επίγνωση των υφιστάμενων οικονομικών συνθηκών. Είναι επίσης κοινή η παραδοχή του όγκου εργασιών του ελληνικού  Υπουργείου Πολιτισμού και των κατά τόπους Εφορειών Αρχαιοτήτων. Δεδομένου του αρχαιολογικού πλούτου της χώρας μας, δικαιολογείται άλλωστε και η λειτουργία υπεράριθμων υπηρεσιών του.  Πάραυτα, η χώρα μας, με την αυστηρότατη νομοθεσία της περί διαχείρισης αρχαιολογικών χώρων και την εμπλοκή και αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων τόσων υπηρεσιών του ΥΠΠΟ, είναι ίσως από τις ελάχιστες  ευρωπαϊκές χώρες που επιφυλάσσει τόσο τραγική μοίρα στα μνημεία της.

Είναι στ’ αλήθεια οξύμωρη, εκτός από στενάχωρη και απογοητευτική, η επίκληση του πεπαλαιωμένου πλέον επιχειρήματος της «έλλειψης κονδυλίων», για την νομιμοποίηση της απουσίας στοιχειώδους μέριμνας για τα μνημεία της ενδοχώρας μας. Ειδικά μάλιστα όταν έχουμε τουλάχιστον τρία φωτεινά και άξια μίμησης παραδείγματα  σύμπραξης της πολιτείας και των θεσμών της με το μεράκι, την προσωπική εργασία και τη στοργή ιδιωτών, ηγούμενων και κατοίκων Οικισμών: Την Ιερά Μονή Πρέβελη, την  Ιερά Μονή Αγίου Πνεύματος Κισσού και την Ιερά Mονή Τιμίου Σταυρού Bωσσάκου. Παρότι πρόκειται για πολύ μεγαλύτερης έκτασης μοναστηριακές δομές, μεταμορφώθηκαν από χώρους σταυλισμού ζώων σε μοναδικής ομορφιάς χώρους λατρείας και προσευχής, υπηρετώντας το θρησκευτικό αίσθημα προσφέροντας όμως ταυτόχρονα υψηλή προστιθέμενη αξία όχι μόνον στις περιοχές λειτουργίας τους αλλά και σε ολόκληρο το Νομό και το νησί μας.

Ας εστιάσουμε τώρα στο παράδειγμα της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής στον Πρίνο.  Η αναστήλωση του Μοναστηριού από την Αρχαιολογική Υπηρεσία σε συνδυασμό με την απαλλοτρίωση τμήματος παρακείμενων ιδιοκτησιών από το Δήμο Ρεθύμνης προκειμένου να διανοιχθεί δρόμος για να καταστεί προσβάσιμη η Μονή με ασφάλεια και ευπρέπεια, η εξασφάλιση δυνατότητας στάθμευσης των οχημάτων των επισκεπτών και η κατάλληλη σήμανση,   θα μπορούσε να την αναδείξει σε ζωτικό μέρος ενός  δικτύου  ενοποιητικού υποδομών που κάλλιστα ενθαρρύνουν την ανάπτυξη θρησκευτικού –  και όχι μόνον – τουρισμού.

Το αλιευτικό καταφύγιο της Σκαλέτας, η Εκκλησία της Παναγίτσας του Λατζιμά, η Ι.Μ. της Ζωοδόχου Πηγής και στην επέκταση τους οι Μαργαρίτες, η Ιερά Μονή Αρκαδίου και το Μουσείο της Αρχαίας Ελεύθερνας, συνθέτουν μια ελκυστική διαδρομή που μπορεί να λειτουργήσει ως ένας διευρυμένος και δυναμικός άξονας ανάπτυξης της ευρύτερης περιοχής. Υπό το πρίσμα μιας εργαλειακής λοιπόν προσέγγισης, το κόστος  αναστήλωσης του θαυμαστού αυτού θρησκευτικού μνημείου, καθίσταται μακράν υποδεέστερο του οφέλους από την  αναπτυξιακή ώθηση που θα κομίσει στην ενδοχώρα της περιοχής του Αρκαδίου.

Επειδή όμως η φιλοσοφία του πραγματισμού, όσο χρήσιμη κι επωφελής  κι αν είναι, απάδει συνήθως προς τις βαθιές εσωτερικές προσωπικές ανησυχίες και ανάγκες μας, κι επειδή δεν ανάγονται όλα στην υπηρεσία της ύλης, η σωτηρία ενός Μοναστηριού   που έχει το δικό του ιστορικό φορτίο, που αποτελεί μια τομή στο χρόνο ως μάρτυρας αξιέπαινης ανθρώπινης δημιουργίας και  ως εστία ελπίδας, προσδοκίας και πίστης, ως χώρο ξεκούραση τη σκέψης στα  μονοπάτια ενός παρελθόντος που υπερβαίνει το τοπικό και γίνεται κοινός τόπος αναφοράς και εν δυνάμει σμίξης για όλους,  θα ανανεώσει  την εμπιστοσύνη των ανθρώπων στους θεσμούς και τις υπηρεσίες του,  θα αναπτερώσει το τραυματισμένο ηθικό τους, θα τους προσφέρει την πολύτιμη δυνατότητα συμφιλίωσης με τη φύση, το Θείο και τον εαυτό τους. 

 Eύχομαι Καλά Χριστούγεννα σε όλους –ες και η Νέα Χρονιά να είναι γενναιόδωρη σε αγαθά που θα πλουτίσουν την ψυχή μας.  

Μανώλης Κρεβατσούλης
Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ