Του Θεόδ. Ι. Ρηγινιώτη

Ο σύγχρονος άνθρωπος – και στην Κρήτη και παντού – έχει αντιληφθεί πλέον ότι οι παραδοσιακοί πολιτισμοί έχουν πολλά να προσφέρουν στην ποιότητα της ζωής μας. Αν και οι πρόγονοί μας κατά κανόνα ήταν φτωχοί και βέβαια δεν είχαν στη διάθεσή τους τα προϊόντα της σημερινής τεχνολογίας (τα οποία δεν είχαν εφευρεθεί ακόμη), όμως είχαν έντονο το στοιχείο των ανθρώπινων σχέσεων, που τους πρόσφερε ασφάλεια, αγάπη, αξιοπρέπεια και αλληλοβοήθεια – βασικά δηλαδή αγαθά, που η έλλειψή τους στην εποχή μας έχει επισημανθεί και έχει τραγικές συνέπειες.

Διέθεταν επίσης ολιγάρκεια (μπορούσαν να ζήσουν με τα λιγότερα δυνατά ρούχα, τρόφιμα, ανέσεις και γενικώς υλικά αγαθά) και αυτό αντιστάθμιζε τη σχεδόν ολοκληρωτική απουσία του χρήματος από τη ζωή τους, αλλά και αυτάρκεια, αφού τα περισσότερα εφόδια που χρειάζονταν τα παρήγαγαν και τα κατασκεύαζαν οι ίδιοι. «Λεφτά μπορεί να μην υπήρχαν, αλλά η κρητική ύπαιθρος παράγει τα πάντα και από το σπίτι του νοικοκύρη Κρητικού με τη νοικοκυρά του, όταν θέλουν και προσπαθούν, δεν λείπει τίποτα» (σελ. 168). «Χωρίς να φαίνεται υπερβολικό, τα μοναδικά πράγματα που αγοράζανε και είχαν, ας πούμε, σχέση με τη διατροφή, ήταν καφές και ζάχαρη» (σελ. 75).

Έτσι βρίσκονταν και σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον, αγαπούσαν και σέβονταν τα ζώα και τα φυτά (ένιωθαν ευγνώμονες για όσα τους παρείχαν), αλλά και ήταν πολύ περισσότερο από εμάς έτοιμοι για επανάσταση εναντίον των κατακτητών ή των καταπιεστών τους, ακριβώς επειδή η ζωή τους ήταν γενικά δύσκολη και επικίνδυνη. Συνεπώς, μπορούσαν να ριψοκινδυνεύσουν περισσότερο να χάσουν όσα είχαν για να κερδίσουν την ελευθερία τους και την ελευθερία των παιδιών τους.

Στη μελέτη αυτού του πολιτισμού και των ανθρώπινων σχέσεων που τον διέπουν συμβάλλει καθοριστικά, κατά τη γνώμη μου, το πρόσφατο βιβλίο του γιατρού Μανώλη Μ. Παπυράκη «Η Κρητική Παρέα – Αρχές και κανόνες επικοινωνίας», που εκδόθηκε στο Ρέθυμνο τον Ιανουάριο τ.έ. (θυμάται κανείς τι σημαίνει τ.έ.; τρέχοντος έτους, δηλ. του 2019).

Γενικά στην Κρήτη «παρέα» χαρακτηρίζεται η συντροφιά ανθρώπων που διασκεδάζουν με αυθόρμητο γλέντι, είτε στο καφενείο, είτε σ’ ένα σπίτι, είτε έξω από μια εκκλησία (ή ξωκλήσι) μετά τη θεία λειτουργία (όταν εορτάζει ο άγιος) ή κινούμενοι από σπίτι σε σπίτι στο χωριό ή οπουδήποτε. Το βιβλίο εξετάζει όχι μόνο τον τρόπο διασκέδασης (πώς παίζουν μουσική, πώς τραγουδούν και χορεύουν, τι μουσικά όργανα και τι τραγούδια εμφανίζονται, τι τρώνε και πίνουν κ.τ.λ.), αλλά γενικότερα το πλέγμα σχέσεων που εκδηλώνονται σ’ αυτές τις συναναστροφές και τις θετικές συνέπειές του για την καθημερινή ζωή, όχι μόνο των ανθρώπων ως μονάδων, αλλά της τοπικής κοινωνίας γενικότερα.

«Όταν στις παρέες που γίνονται επικρατεί σεβασμός, προφανώς σεβασμός εκπέμπεται και ακτινοβολείται. Όταν υπάρχει αγάπη, αγάπη περνά στον κόσμο. Κι αν τύχει να υπάρξει κακία και ανοησία, αυτό θα εισπράξει ο άλλος. δεν υπάρχει λοιπόν καμιά αμφιβολία πως οι αρχές και οι κανόνες επικοινωνίας που ισχύουν στις παρέες αποτελούν έναν από τους δείκτες της πολιτισμικής ταυτότητας της κοινωνίας» (σελ. 39).

Το βιβλίο εξετάζει τα ήθη, τον ενδεδειγμένο τρόπο συμπεριφοράς μέσα στην παρέα, το ρόλο της γυναίκας (είτε ως οικοδέσποινας είτε ως μέλους της παρέας που διασκεδάζει), το ρόλο του κρασιού και γενικά του ποτού, τη φιλία, την αλληλεγγύη, την έκφραση ευχάριστων ή οδυνηρών συναισθημάτων (και πώς μοιράζονται ανάμεσα σε δικούς και φίλους) και πολλά άλλα, που ψάχνουν να βρουν τη θέση τους και στην κοινωνία της εποχής μας, η οποία βασανίζεται από την απομόνωση των ανθρώπων, τη χαμηλή αυτοεκτίμηση, την απελπισία και την κατάθλιψη.

Γι’ αυτό, θεωρώ πως η μελέτη του μπορεί να συμβάλει όχι μόνο στην κατανόηση, αλλά και στη βελτίωση των ανθρώπινων σχέσεων, αντλώντας πολύτιμα στοιχεία από το δικό μας πολιτισμικό περιβάλλον, που δεν έχει πεθάνει ακόμη, αλλά δοκιμάζεται σκληρά.

«Η παρέα δεν είναι μόνο το σμίξιμο των ανθρώπων με αποκλειστικό σκοπό το γλέντι, αλλά η συνάντησή τους προκειμένου να περάσουν ευχάριστα, να ξεφύγουν από την κούραση και τις στενοχώριες της καθημερινότητας ή και να παρηγορηθούν. Καθώς η μορφή της παρέας κι ο τρόπος που σμίγουν και επικοινωνούν οι άνθρωποι αλλάζει από λαό σε λαό, από κοινωνία σε κοινωνία, στο βιβλίο αυτό γίνεται μια προσπάθεια να παρουσιαστούν αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και οι κανόνες επικοινωνίας των Κρητικών μέσα στο πλαίσιο της κρητικής παρέας, όπως ίσχυαν και ισχύουν και στις μέρες μας στις κοινωνίες της Κρήτης, εκεί που διατηρούνται ακόμη ζωντανά στοιχεία που ανταποκρίνονται στις παραδόσεις μας και στον λαϊκό μας πολιτισμό» (οπισθόφυλλο).

Στον τόπο μας ευτυχώς υπάρχει έντονη δραστηριότητα γύρω από την παράδοση. Και οι παρέες έχουν αναβιώσει σε μεγάλο βαθμό, όμως πολλές φορές οι νέοι άνθρωποι δεν ξέρουν πώς να διασκεδάσουν, με αποτέλεσμα την κατάχρηση του αλκοόλ (συχνά με θανατηφόρες συνέπειες) καθώς και διάφορα παρατράγουδα, με ουσιαστική αποξένωση από τις αξίες και τα μηνύματα που μεταφέρει (ή μάλλον μετέφερε) ο πολιτισμός μας. Το σημερινό «κρητικό γλέντι» π.χ. (που είναι μια μαζική και απρόσωπη διοργάνωση με στόχο το οικονομικό κέρδος) έχει ελάχιστη σχέση με τον κρητικό πολιτισμό και με τον πολιτισμό γενικά, και αυτό καλό είναι να φροντίσουμε να το αλλάξουμε. Παρόλα αυτά, ο συγγραφέας δεν απαξιώνει και το σημερινό κρητικό γλέντι, αλλά τονίζει τα θετικά σημεία, επισημαίνοντας βέβαια με νηφαλιότητα τις διαφοροποιήσεις στον τρόπο διασκέδασης του Κρητικού, που προέκυψαν με τα χρόνια και με τις γενικότερες κοινωνικές και τεχνολογικές μεταβολές.

Να πω εδώ τον καημό μου, ότι φέτος η πληθώρα «παραδοσιακών» γλεντιών με κατανάλωση κρέατος τις ημέρες της νηστείας του δεκαπενταύγουστου (που για το λαό μας ήταν μια από τις πιο αγαπημένες περιόδους του έτους, γεμάτη ομορφιά και πλήθος μηνυμάτων) δυναμιτίζει εξ ολοκλήρου τη σχέση του Κρητικού, όχι μόνο με τη θρησκευτική πίστη των προγόνων του, αλλά συνολικά με την παράδοσή του.

Έτσι, η έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες μόνο των μελετητών (λαογράφων, κοινωνιολόγων κ.τ.λ.), μα και όλων εκείνων που επιθυμούν να γνωρίσουν τη σοφία των προγόνων μας και να έρθουν πιο κοντά στο συνάνθρωπό τους, πιο κοντά – επιτρέψτε μου – σε ένα φυσιολογικό τρόπο ζωής, όπως κατά κανόνα έχει αναγνωριστεί ότι ήταν ο παραδοσιακός τρόπος ζωής.

Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι αγαπητό και καταξιωμένο μέλος της ρεθεμνιώτικης κοινωνίας, προσεκτικός μελετητής της κρητικής παράδοσης (την οποία έχει ζήσει και εξακολουθεί να ζει στην πράξη) και μέλος της περίφημης «Παραδοσιακής Ρεθεμνιώτικης Παρέας», μια συντροφιάς παλαιών μερακλήδων, που μεταφέρει όλα τα θετικά στοιχεία που προαναφέραμε μέσα στο χρόνο.

Τα περιεχόμενα του βιβλίου

Εισαγωγή.

Τα χαρακτηριστικά της παρέας.

Η παρέα στην κοινωνία. Αιτίες και επιπτώσεις.

Η παρέα στην εργασία και την παραγωγική διαδικασία.

Η παρέα και οι διατροφικές συνήθειες.

Η παρέα στο καφενείο. Το κέρασμα και η φιλοξενία.

Η παρέα στον αρραβώνα, στο γάμο και στη βάφτιση.

Η παρέα στις γιορτές και στα πανηγύρια.

Η παρέα στις κοινωνικές εκδηλώσεις. Κρητικά στέκια και ταβέρνες.

Η παρέα στη γειτονιά. Η αποσπερίδα.

Η παρέα από σπίτι σε σπίτι. Το ξύπνημα του φίλου.

Επίλογος. Γλωσσάρι. Βιβλιογραφικά βοηθήματα.

Μια ομηρική σκηνή

Θα κλείσω την παρουσίασή μας με ένα απόσπασμα, που για κάποιο λόγο με συγκίνησε ιδιαίτερα όταν το διάβαζα. Περιγράφει μια σκηνή από τη ζωή του παραδοσιακού Κρητικού, που μου θύμισε τον πολιτισμό που περιγράφει ο Όμηρος στα περίφημα και αξεπέραστα έπη του, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Κατά τη γνώμη μου, επιβεβαιώνει αυτό που έλεγε – όπως έχω ακούσει – ο αείμνηστος Ρεθεμνιώτης καθηγητής Γιάννης Μανούσακας, ότι η ομηρική εποχή στην Κρήτη τελείωσε μόλις τα μέσα του 20ού αιώνα:

«Ξέρετε, ο λαγός, η πέρδικα και ό,τι άλλο είδος κυνηγιού υπάρχει, δεν είναι γεύμα του στενού οικογενειακού κύκλου. Σπανίως ο κυνηγός θα καθίσει να φάει το θήραμα μόνος του. Αυτό πιστεύω ότι συμβαίνει αφ’ ενός γιατί το κυνήγι είναι σίγουρα ένας εκλεκτός μεζές, αλλά συγχρόνως αποτελεί και το αποτέλεσμα ενός αγώνα, μιας επίπονης προσπάθειας. Φαίνεται λοιπόν ότι ο κυνηγός, εκτός του ότι θέλει να μοιραστεί ένα εκλεκτό φαγητό, νιώθει συγχρόνως και την ανάγκη να πανηγυρίσει την επιτυχία του. Έτσι θα καλέσει τους φίλους του και όλοι μαζί θα φάνε, θα πιούνε, θα τραγουδήσουν και θα ευχηθούνε να πάνε όλα καλά και στις επόμενες κυνηγετικές εξορμήσεις» (σελ. 71).