Ο Μανώλης Τσαγκαρούλης (Κουρούπης) ήταν ένας από τους μεγάλους λυράρηδες της Κρήτης και ανήκει στην κατηγορία των τοπικών μουσικών που δεν καταγράφηκαν ποτέ δισκογραφικά, με αποτέλεσμα να μη μνημονεύονται όπως οι συνομήλικοι του λεγόμενοι «πρωτομάστορες», όπως καθιερώθηκε να αποκαλούνται.

Γεννήθηκε γύρω στα 1908-10 στο Μέρωνα της επαρχίας Αμαρίου, του νομού Ρεθύμνης. Σε ηλικία περίπου 16 ετών καθηλώθηκε στο κρεβάτι, συνέπεια ενός τραυματισμού στο πόδι του και η μητέρα του για να κάνει πιο εύκολες τις στιγμές της ανάρρωσης του, του αγόρασε μια λύρα. Αρκετό χρόνο πέρασε δε την ίδια περίοδο στο γειτονικό μοναστήρι του Αρκαδίου όπου και εξασκήθηκε ιδιαίτερα στο παίξιμο της. Στα δεκαεπτά του κλήθηκε για πρώτη φορά να παίξει σε γαμήλιο γλέντι στο χωριό του κι έτσι ξεκίνησε μία παρουσία ογδόντα και πλέον ετών στα μουσικά πράγματα της ευρύτερης περιοχής της επαρχίας Αμαρίου.

Το παρατσούκλι του το «κληρονόμησε» από τον πατέρα του, για τον οποίο θρυλούνταν ότι, επιστρέφοντας από τον πόλεμο στη Μικρασία, «έφερε τσι λίρες με το κουρούπι» (=κιούπι, μικρό πήλινο πιθαράκι).

Ο Κουρούπης λοιπόν, τον οποίο ο Λεωνίδας Κλάδος κατονόμαζε ως δάσκαλό του, δεν υπήρξε ποτέ επαγγελματίας, έπαιζε χωρίς να ζητήσει χρήματα και κέρδος του θεωρούσε τις όμορφες στιγμές που πέρασε στα γλέντια του Μέρωνα και των γύρω χωριών. Είχε παίξει συντροφιά με το Γιάννη Μπερνιδάκη ή Μπαξεβάνη, το Μαρκογιάννη αλλά και με συγχωριανούς του όπως τους Χρήστο και Παντελή Καλοειδά, τον Γαργεραλέξη (Αλέξη Γαργερό), το Γιώργη Λιοδάκη, κ.ά.

Λέγεται πως είχε δικό του σκοπό-γύρισμα στα λεγόμενα συρτά του Ροδινού. Το ρεπερτόριό του περιελάμβανε συρτά, τον «Πενταζάλη» (όπως ο ίδιος τον αποκάλεσε -σιγανό και πηδηχτό), Σούστα, Λαζωτή, Κατσαμπαδιανό, Μικρό μικράκι, αλλά και ευρωπαϊκούς χορούς όπως Ταγκό, Πόλκα, κ.ά., που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς κάποτε. Μέχρι και με συνοδεία σαντουριού είχε παίξει σε πανηγύρι στο Μέρωνα!

Την δεκαετία του 1950 απέκτησε από το γνωστό οργανοποιό Μανώλη Σταγάκη τη λύρα που τον συντρόφευε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του…

O Κουρούπης «έφυγε» πλήρης ημερών το 2009 και οι χωριανοί του τον θυμούνται και τον τιμούν με καμάρι.

Κώστας Βασιλάκης – Στέλιος Διαμαντής