ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ Με το τουφεκι και τη λυρα

Με το τουφέκι και τη λύρα: «Αυτοδικία και εκδίκηση, ζήτημα της κοινωνίας ή ατομικό;»

του Μανώλη Εγγλέζου-Δεληγιαννάκη
metotoufekikaitilyra.wordpress.com

ΑΥΤΟΔΙΚΙΑ ΚΑΙ ΕΚΔΙΚΗΣΗ, ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ Η ΑΤΟΜΙΚΟ;

Ενώ είναι νωπό το αίμα από το φονικό στο Ηράκλειο, μια σειρά «γιατί» προκύπτουν και θέτουν ερωτήματα και προβληματισμούς.

Δε θα σταθούμε στα ζητήματα αστυνομικής και ποινικής φύσεως. Θα προσπαθήσομε να δούμε το θέμα μέσα από μια γενικότερη σκοπιά.

Ένα ζήτημα είναι η ευρύτερη ευκολία με την οποία χάνονται νέοι άνθρωποι στην πατρίδα μας. Από τα τροχαία μέχρι την εύκολη προσφυγή στη βία, η ανθρώπινη ζωή καθίσταται ευτελής, ο εγωισμός προτάσσεται πάνω από οποιαδήποτε στάση που θα επέβαλε την υπαγωγή του σε άλλες προτεραιότητες και το μετριασμό του.

Αυτό αποτελεί ευρύτερο ζήτημα της κοινωνίας μας, και όχι μόνο της Κρήτης. Πηγαίνει χέρι χέρι με τον ευρύτερο ναρκισσισμό της εποχής μας, καθώς η αίσθηση της κοινότητας υποχωρεί, συνολικά στο Δυτικό κόσμο αλλά και στην Ελλάδα, και υποκαθίσταται από την διάσπαση των κοινωνιών σε ομάδες με αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, όπου καθεμιά προσπαθεί να επιβληθεί των άλλων, σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων.

Κοντά σ’ αυτό έρχεται και μια νοοτροπία που αντλεί αφενός μια θεώρηση του δικαίου μόνο από τη σκοπιά της και αφετέρου θεωρεί ότι πρέπει να αποδώσει αυτή τη δικαιοσύνη με δικά της μέσα, δίχως προσφυγή στη θεσμική δικαιοσύνη. Η νοοτροπία αυτή αφήνει περιθώριο για μια πολύ ευρεία πρόσληψη του τί είναι σωστό και δίκαιο, με αποτέλεσμα μιαν εντελώς υποκειμενική, και άρα αυθαίρετη αποτίμησή του, που τελικά καταλήγει να χωράει οτιδήποτε κρίνει καθένας ως τέτοιο. Κι όταν η νοοτροπία αυτή θεωρεί ότι αυτό το «δίκαιο» μπορεί να το αποδώσει η ίδια, καταλήγομε σε μια κατάσταση ζούγκλας. 

Σε αυτή τη συνθήκη, κανείς δε γνωρίζει τί μπορεί να του συμβεί ανά πάσα στιγμή, η ανασφάλεια κυριαρχεί και οι ατομικές λύσεις προκρίνονται ως ασφαλέστερες· χτίζομε γύρω μας τείχη, και για προστασία και για επίθεση. Σε μια τέτοια κατάσταση, ο κοινωνικός ιστός διαλύεται και οι θεσμοί απαξιώνονται, καθώς η μη απόδοση δικαιοσύνης σύμφωνα με τα «θέλω» του καθενός, εκλαμβάνεται ως αναξιοπιστία του κράτους. Κι εδώ δε μιλούμε για καθεστώτα όπου η εξουσία ασκεί έλεγχο στην δικαιοσύνη, αλλά για απαξίωση τελικά της Δημοκρατίας.

Όσο κι αν είναι ατελής, η Δημοκρατία πρέπει να προφυλαχθεί από ό,τι την απειλεί παράλληλα με τις προσπάθειες για βελτίωση των αδυναμιών της. Το τελευταίο πρέπει να αποτελεί μια διαρκή προσπάθεια των πολιτών, σε αντίθεση με φωνές που εστιάζουν στις ατέλειες της Δημοκρατίας για να την καταλύσουν στην πράξη.

Η δολοφονία στο Ηράκλειο είχε χαρακτηριστικά από τα παραπάνω. Υπήρχε ένα αδικοχαμένο (αλλά όχι δολοφονημένο) παιδί κι ένας πατέρας που αδυνατούσε να αποδεχτεί την απώλεια. Υπήρχε μια υποκειμενική απόδοση ευθυνών και στοχοποίηση του οδηγού του μοιραίου οχήματος. Υπήρχε  μια αίσθηση αδικίας ότι ο οδηγός (και κατά τον πατέρα αυτουργός του θανάτου του παιδιού του) δεν τιμωρήθηκε. Υπήρχε η πρόθεση να αποδώσει αυτό που θεωρούσε δικαιοσύνη, δηλαδή να σκοτώσει τον οδηγό του μοιραίου αυτοκινήτου.

Αυτά σε συνδυασμό με την αδυναμία (οι ατέλειες που λέγαμε πιο πάνω) να παρασχεθεί ουσιαστική προστασία στον οδηγό, και μάλιστα σε συνθήκες που ήταν σαφείς οι προθέσεις του πατέρα, οδήγησαν στις δραματικές εξελίξεις στην Αμμουδάρα. Και τώρα;

Μια εύκολη λύση είναι να αποδοθεί στην κρητική νοοτροπία και στην παράδοση των οικογενειακών (αυτό που στην υπόλοιπη Ελλάδα ονομάζουν βεντέτα) όλο το συμβάν και να εμφανιστούν οι γνωστές φωνές απαξίωσης συνολικά του νησιού. Ήδη το βλέπομε σε εξέλιξη, αν και τα οικογενειακά ξεκινούσαν από θάνατο που προκλήθηκε με πρόθεση ή έστω με βαριά αμέλεια. Όμως, το φονικό αυτό ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΡΗΤΙΚΗ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ, δεν αποτελεί εκδήλωση αντεκδίκησης βάσει ενός παλιότερου αξιακού κώδικα. Δεν υπάρχει προηγούμενος θάνατος με πρόθεση, υπήρξε ένα τροχαίο στο οποίο έτυχε να χαθεί το ένα παιδί και να τη γλυτώσει ο πρόσφατος νεκρός, ευρισκομένων και των δύο στο ίδιο αυτοκίνητο και συμμετεχόντων στην ίδια μοίρα, ο ένας μοιραία, ο άλλος όχι. Και η δολοφονία του οδηγού δεν παραπέμπει στο να «βγάλει ο πατέρας το άχτι» του γιου του, ελλειπόντων αυτών των στοιχείων.

Δε μπορεί λοιπόν να ιδωθεί αυτό το περιστατικό δίχως να λαμβάνεται υπ’ όψη η συνολική εικόνα μιας κοινωνίας που όλο και περισσότερο χάνει το κοινοτικό της πνεύμα, που η βία και ο εγωισμός διαπερνά όλο και περισσότερο τη ραχοκοκκαλιά της, που η διέξοδος στις δυσκολίες της επιλέγεται να είναι η ρήξη και όχι η σύνθεση, η σύγκρουση και όχι η κοινή πορεία.

Ας είναι αφορμή το φονικό της Αμμουδάρας να επανεξετάσομε συνολικά τον τρόπο που η κοινωνία μας, άρα εμείς, λειτουργούμε.