Σε απόσταση 23 χιλιομέτρων από το Ρέθυμνο στη βορειοδυτική πλευρά του και σε υψόμετρο 500 μ. από τη θάλασσα, βρίσκεται η ιστορική μονή του Αρκαδίου, το ιερώτερο σύμβολο της Κρητικής ελευθερίας. Κτισμένη σε εύφορο και κατάφυτο υψίπεδο από ελαιόδεντρα, κουκουναρίες, κυπαρίσσια, πρίνους και αμπέλια βρίσκεται στο σημείο που ενώνονται οι επαρχίες Ρεθύμνου, Μυλοποτάμου και Αμαρίου. Στους κατάφυτους λόφους που πλαισιώνουν τη μονή υπάρχουν γραφικά εξωκλήσσια, ενώ σε απόσταση 3 χιλ. βορειοανατολικά του Αρκαδίου βρίσκεται η μονή Ιωάννη του Θεολόγου.

Στο δρόμο για το Αρκάδι

Πολύ ωραία σύντομη διαδρομή που καταλήγει σε ένα συναρπαστικό ιστορικό μνημείο. Από το Ρέθυμνο θα ακολουθήσετε την παλιά εθνική με κατεύθυνση προς Ηράκλειο, και θα βγείτε στην έξοδο για Μαρουλά και Αρκάδι. Στη συνέχεια θα διασχίσετε τον Τσεσμέ και το Άδελε, (την πατρίδα του ήρωα Κώστα Γιαμπουδάκη, του πυρπολητή του Αρκαδίου) θα κινηθείτε σ’ έναν φιδογυριστό δρόμο μέσα σε πυκνό ελαιώνα, θα διασχίσετε την Πηγή, τα Λουτρά, την Κυριάννα και θα μπείτε στην Αμνάτο.

Το χωριό γνώρισε την ακμή κατά τη βενετοκρατία, οπότε και αναφέρεται ως Amnato. Έχει φρουριακού τύπου πολεοδομικό ιστό καθώς και μοναδικά βενετσιάνικα κτίρια με κορυφαίο το μέγαρο των Sanguinazzo. Στο τριγωνικό θύρωμά του υπήρχε ο θυρεός της οικογένειας, ο αετός και – το επίγραμμα «Initium sapientiae Umor Domini» (Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου).

Στα νεότερα χρόνια φιλοξένησε την περίφημη Σχολή Αρκαδίου, όπου φοιτούσαν οι μοναχοί της ιερης μονής. Η Αμνάτος σχετίζεται στενά και με το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, μια και οι πιο πολλοί από τους κατοίκους της βρισκόταν στο μοναστήρι την τραγική εκείνη ώρα.

Στην Αμνάτο λειτουργεί το πρώτο Δημοτικό Μουσείο Ιστορίας Ελληνικής Εκπαίδευσης καθώς και ένα Λαογραφικό Μουσείο. Από την Αμνάτο θα στρίψετε δεξιά για το μαρτυρικό Αρκάδι, στο οποίο θα φτάσετε έπειτα από 3,5 χλμ.

Η Μονή Αρκαδίου είναι το γνωστότερο μοναστήρι της Κρήτης και απόλυτα συνταυτισμένο με τους απελπισμένους αγώνες των Κρητικών για ελευθερία, τον 19ο αιώνα. Το ιστορικό μοναστήρι είναι σήμερα διάσημος προορισμός και παραμένει μετά τις αναστηλώσεις ένα θαυμάσιο αρχιτεκτονικό σύνολο.

Μπαίνοντας κάτω από τα κλάουστρα (τα κελιά στα δυτικά με τα ημικυκλικά παράθυρα) θα δείτε στα δεξιά την πτέρυγα με τα μεσοκούμια (ισόγεια κελιά που χρησίμευαν σαν νοσοκομείο) στα αριστερά την πτέρυγα με το ηγουμενείο, την τράπεζα, τα κελάρια και τις θρυλικές πυριτιδαποθήκες.

Στο κέντρο της όμορφης αυλής δεσπόζει το εξαιρετικής ομορφιάς καθολικό (δίκλιτος ναός αφιερωμένος στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος και στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη) με μια εκπληκτική αναγεννησιακή πρόσοψη, έργο που θυμίζει δουλειές των αναγεννησιακών καλλιτεχνών Σεμπαστιάνο Σέρλιο και Αντρέα Παλλάντιο. Στο εσωτερικό του ναού θα θαυμάσετε μια σειρά από φορητές εικόνες και μέρος από το παλιό τέμπλο γεμάτο μαχαιριές και αίματα από το Ολοκαύτωμα.

Στην παλιά τράπεζα της μονής όπου στεγάζεται το μικρό μουσείο θα δείτε καταπληκτικές φορητές εικόνες του 16ου-17ου αιώνα (εξαιρετική η «Παναγία Ελπίς των Απελπισμένων») και πολλά κειμήλια από το Ολοκαύτωμα. Οι πυριτιδαποθήκες δεν αναστηλώθηκαν ποτέ, παραμένουν όπως ακριβώς ήταν μετά την ανατίναξη, ενώ μπροστά στην είσοδο της μονής βρίσκεται το οστεοφυλάκιο των νεκρών του ολοκαυτώματος. Απολαύστε και τα υπέροχα τοπία του βουνού με το μυρωμένο αεράκι και τα μεγάλα δέντρα, κάποια εκ των οποίων έχουν ακόμη θραύσματα από τον βομβαρδισμό του 1866 στους κορμούς τους! Ακόμη και η φύση βλέπετε διαφυλάσσει τη μνήμη του δράματος!

My location
Get Directions

Ιστορία

Πότε ακριβώς ιδρύθηκε το μοναστήρι δεν είναι εξακριβωμένο. Λέγεται πως σύμφωνα με την παράδοση θεμελιώθηκε από τον Ηράκλειτο και ανοικοδομήθηκε από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αρκάδιο τον 5ο αιώνα από τον οποίο και πήρε και το όνομά του. Κατά την άποψη του καθηγητή Μ.Ι. Μανούσακα (Κρητική Εστία, 278 εξ.) ιδρύθηκε από κάποιο μοναχό Αρκάδιο γι’ αυτό και ονομάστηκε μονή Αρκαδίου όπως έγινε και με άλλες μονές της Κρήτης όπως π.χ. οι μονές Αρετίου, Αρσανίου Βροντισίου, κ.α. Ερείπια πάντως της πρώτης μονής διατηρούνται σήμερα στο βορειοδυτικό τμήμα του περιβόλου της. Ο καθηγητής Κ. Δ. Καλοκύρης βρήκε το 1951 στα Κλάουστρα επιγραφή του 14ου αιώνα, η οποία πιστοποιεί ότι ο αρχικός ναός που ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Κωνσταντίνο, κτίστηκε την ίδια εποχή. Η επιγραφή αυτή αποτελεί το αρχαιότερο γραπτό τεκμήριο της μονής πριν το 1587 και είναι χαραγμένη πανω σε μία εντοιχισμένη πλάκα που βρίσκεται σήμερα στο μουσείο της μονής και η οποία φέρει επίσης ανάγλυφο σταυρό.

Αυτό που λέγεται απο κάποιους περιηγητές ότι η ονομασία της μονής προέρχεται από την αρχαία πόλη Αρκαδία στην Κρήτη θεωρείται λάθος ( «Το Αρκάδι δια των αιώνων» Τ. Βενέρης.) γιατί η πόλη αυτή βρισκόταν πολύ μακριά από την περιοχή που βρίσκεται η μονή Αρκαδίου. Στο τέλος του 16ου αιώνα (1587) πραγματοποιήθηκε ανακαίνιση της μονής και κτίστηκε στην ίδια θέση που βρίσκεται σήμερα ο μεγαλόπρεπος δίκλιτος ναός επί ηγουμένου Κλήμη Χορτάτζη όπως βεβαιώνει επιγραφή στη βάση του καμπαναριού.Ο νέος αυτός ναός αφιερώθηκε και στη Μεταμόρφωση του Χριστού γι’ αυτό μετά αναφέρεται σαν μονή του Σωτήρα Χριστού. Κτήτορες της μονής φέρονται οι δυο αδελφοί Κλήμης και Βησαρίωνας. Απο σωζόμενες επιγραφές φαίνεται πως η πρόσοψη της μονής έγινε το 1586, οι στάβλοι το 1610 και η τράπεζα το1670. Γνωστοί ηγούμενοι της μονής είναι οι: Κλήμης, Νικηφόρος, Μητροφάνης Συμεών, ο Χαλκιόπουλος και Γεράσιμος από τους οποίους οι δύο τελευταίοι κατόρθωσαν να διασώσουν τη μονή και να λάβου από τον Τούρκο στρατάρχη Χουσεϊν διάφορα προνόμια Μεταξύ των προνομίων ήταν και η καμπάνα. Οι μοναχοί της μονής είχαν το δικαίωμα να τη κτυπούν αντί του σήμαντρου. Γι’ αυτό η μονή ονομαζόταν «Τσανλή Μοναστιρ». Άλλοι ηγούμενοι όπως ο Νεόφυτος Δροσάς κ.α. βοήθησαν αποτελεσματικά στην πρόοδο της μονής. Πολλά τούρκικα και ελληνικά έγγραφα αναφέρονται στη ζωή και στις περιπέτειες του μοναστηριού που ήταν σε θέση να διατρέφει ή να αποκρύπτει καταζητούμενους, να παρέχει στοιχειώδη παιδεία, να ενισχύει ηθικά την περιοχή και να ηγείται των εθνικών υποθέσεων.

Το Ολοκαύτωμα

Κρήτες επαναστάτες είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται στο Αρκάδι από τις 3 Μαρτίου του 1866 για να φθάσουν το Νοέμβριο να αριθμούν τους 259 πολεμιστές και 705 γυναικόπαιδα. Στις 24 Σεπτεμβρίου είχε αφιχθεί ο συνταγματάρχης του Ε.Σ. Π. Κορωναίος με λίγους εθελοντές και ανακηρύχθηκε αρχηγός. Ο Κορωναίος έκρινε ότι η τοποθεσία δεν ήταν κατάλληλη για άμυνα, όμως ο Ηγούμενος της Μονής Γαβριήλ δεν ήθελε να την εγκαταλείψει. Έτσι προχώρησε σε αμυντικές προπαρασκευές, εγκατέστησε ως φρούραρχο τον ανθυπολοχαγό Ι. Δημακόπουλο και μετέβη στις επαρχίες προς στρατολόγηση πολεμιστών.

Ο τουρκικός στρατός, αποτελούμενος από 6.000 πεζούς, 200 ιππείς, 1.200 Αλβανούς και υποστηριζόμενος από τριάντα κανόνια, υπό τον Μουσταφά Ναϊλή Πασά εξεστράτευσε εναντίον της Μονής. Παράλληλα ζήτησε από τον ηγούμενο Γαβριήλ να παραδοθεί. Η απάντηση ήταν αρνητική.

Η επίθεση ξεκίνησε στις 8 Νοεμβρίου. Στις μάχες διακρίθηκαν οι: Δημακόπουλος, Σπύρος Ολύμπιος, Κούβος, Βενιανάκης, οι Δασκαλάκηδες, Αδάμ Παπαδάκης, κ.ά. Τη δεύτερη όμως ημέρα η εξωτερική γραμμή άμυνας διασπάται, σκοτώνεται ο Ηγούμενος Γαβριήλ και οι Τούρκοι εισέρχονται στον περίβολο της Μονής. Εξαντλημένοι και με βέβαιη την αιχμαλωσία και όλα τα συνακόλουθα, ο Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης από το χωριό Άδελε του Ρεθύμνου κλείνεται μαζί με άλλους πολεμιστές και γυναικόπαιδα στην πυριτιδαποθήκη. Η πυροδότηση των βαρελιών με το μπαρούτι προκάλεσε την καταστροφή της Μονής και το θάνατο πολλών Ελλήνων αλλά και Τούρκων εισβολέων. Ο κρότος λέγεται ότι ακούστηκε μέχρι το Ηράκλειο. Μετά την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης ο Ι. Δημακόπουλος συνέχισε να μάχεται κατά των Τουρκαλβανών στον περίβολο της Μονής. Ο ίδιος την 9η Νοεμβρίου αποφάσισε να παραδοθεί στον τακτικό τουρκικό στρατό όταν έλαβε εγγυήσεις για την ζωή των τελευταίων υπερασπιστών που μάχονταν μέσα από τα ερείπια. Ωστόσο, την επομένη εκτελέστηκε με αποκεφαλισμό τόσο αυτός όσο και οι περισσότεροι αιχμάλωτοι.

Μετά την καταστροφή του, το 1866, ανοικοδομήθηκε πλήρως και αναστηλώθηκε στην πρότερή του μορφή. Μόνο ένα μισοκαμένο τέμπλο στα αριστερά της Αγίας Τράπεζας και μια μπάλα κανονιού σφηνωμένη στο αιωνόβιο κυπαρίσσι στα δεξιά στης εκκλησίας μαρτυρούν το αίμα που χύθηκε πριν 140 χρόνια.

Η Ουνέσκο έχει χαρακτηρίσει το Αρκάδι Ευρωπαϊκό Μνημείο Ελευθερίας.

Το μοναστήρι παραμένει ανοικτό καθόλη τη διάρκεια του έτους για προσκυνητές και τους υπόλοιπους επισκέπτες. Στο μοναστήρι τελούνται καθημερινά οι ιερές ακολουθίες σύμφωνα με το ορθόδοξο εκκλησιαστικό τυπικό.

[Αρκάδι, Εθνος, Επίσημη Σελίδα Μονής]