Καλοκαίρι του 1988 στα Πλατάνια Αμαρίου του νομού Ρεθύμνου… Ο έφηβος τότε Αντώνης Ματθαίου Λίτινας ηχογραφεί στο μικρό του μαγνητόφωνο το γέροντα λυράρη του χωριού του Ανδρέα Βασιλακάκη ή Βελιδαντρέα (γεννημένος το 1904).

Ο Βελιδαντρέας, που μόνο λίγα χρόνια πριν είχε ξαναπιάσει τη λύρα στα χέρια του (είχε να παίξει πολλά χρόνια λόγω του θανάτου του γιου του), παίζει τους λεγόμενους «ξεχασμένους» χορούς της περιοχής του. Η περιέργεια του Αντώνη για τη μελωδία των χορών αυτών, όπως ο Κατσαμπαδιανός, το Μικρό Μικράκι, ο Λαζώτης, κ.ά. ήταν μεγάλη. Μεγαλύτερη όμως ήταν η απορία του για την απουσία τους από τα γλέντια και το ρεπερτόριο των γνωστών λυράρηδων της εποχής.

Λίγο πριν το τέλος της ηχογράφησης, ο Βελιδαντρέας του επιφυλάσσει μια μεγάλη έκπληξη: «Να σου παίξω και τον εμπυρρίκιο[1];»

Ο Αντώνης σαστίζει! Ως «τριτοδεσμίτης» στο λύκειο γνώριζε περί Πυρρίχιου και το μυαλό του ταξίδεψε κατευθείαν εκεί. Η ομοιότητα της ονομασίας εντυπωσιακή!

Ο λυράρης είπε στον Αντώνη ότι ο χορός χορεύονταν αρκετά στο χωριό και μάλιστα του ανέφερε τη Χρυσή Δημητρακάκη (τη «Χρυσή του Χριστοδουλογιάννη») ως μία από τις καλύτερες χορεύτριες του εμπυρρίκιου. Ο χορός, απ’ ό,τι φαίνεται, εθεωρείτο σπάνιος ήδη από τα μέσα του 20ού αιώνα ή ίσως και νωρίτερα. Η μελωδία αποτυπώθηκε στην κασέτα του Αντώνη και έκτοτε παρέμεινε εκεί. Ο ίδιος μας είπε ότι έως το 2005 υπήρξε ενδιαφέρον για το θέμα αυτό από διάφορους ερευνητές, με τους οποίους είχε έρθει σε επαφή, αλλά χωρίς κάποιο αποτέλεσμα. Το πλήρωμα του χρόνου όμως φαίνεται είχε φτάσει.

Κάπου μέσα στο 2003, ο Θοδωρής Ρηγινιώτης, επίσης Αμαριώτης (από το Αποδούλου), πληροφορήθηκε από τον Αντώνη Λίτινα, φίλο του και αγιογράφο στο Ρέθυμνο πλέον, την ύπαρξη κάποιου χορού με ενδιαφέρουσα ονομασία και ενημέρωσε τη συντροφιά του www.cretan-music.gr για το ενδεχόμενο καταγραφής του. Ο ίδιος είχε πάει στα Πλατάνια και είχε ρωτήσει κάποιους Πλατανιανούς, αλλά, παρότι όλοι θυμούνταν την ύπαρξη του Εμπυρρίκιου, δεν κατόρθωσε να συλλέξει καμιά ουσιαστική πληροφορία. Σημειωτέον ότι ο Βελιδαντρέας έφυγε από τον κόσμο το 1988, λίγους μήνες μετά την ηχογράφησή του από τον Αντώνη.

Ρέθυμνο, Σάββατο 7 Αυγούστου 2004

Ο Μανώλης Τζιράκης, τότε μέλος του μουσικοχορευτικού συλλόγου «Αρκάδι», στην εναρκτήρια εκδήλωση του Ομίλου ΟΥΝΕΣΚΟ Ρεθύμνου, δέχεται παρότρυνση για έρευνα από την κυρία Γεωργία Λουκά σχετικά με έναν άγνωστο τοπικό χορό που υπάρχει στα Πλατάνια Αμαρίου. Η κ. Λουκά του έδωσε το τηλέφωνο κάποιου κ. Δημητρακάκη, που ζούσε στα Πλατάνια, για να επικοινωνήσει σχετικά με το θέμα αυτό. Η γνωριμία μας με το Μανώλη Τζιράκη και οι κοινές πλέον αναζητήσεις μας σχετικά με τη μουσική της Κρήτης αναζωπύρωσαν την επιθυμία μας για την περαιτέρω έρευνα του χορού. Στην πορεία προστέθηκε στην παρέα ο Κώστας Καρινιωτάκης, ένας ακόμα λάτρης της κρητικής μουσικής, ερασιτέχνης μουσικός και συνεργάτης στο www.cretan-music.gr.

Παραμονές δεκαπενταύγουστου 2005

Ο Κωστής Βασιλάκης, ο Κωστής Καρινιωτάκης κι ο Θοδωρής Ρηγινιώτης και μετά από συνεννόηση με τον καλό φίλο Βασίλη Χριστοδουλάκη, εκ Πλατανίων ορμώμενο και δικηγόρο στο επάγγελμα, βρεθήκαμε στα Πλατάνια, όπου γνωρίζαμε εκ των προτέρων ότι βρισκόταν ο Αντώνης Λίτινας. Μετά από λίγη προσπάθεια και συζητήσεις με τους κατοίκους σχετικά με το χορό, ο Αντώνης μας έφερε σε επαφή με τις ηλικιωμένες Πλατανιανές Μαρία Λίτινα του Αντωνίου και Μαρία Λίτινα του Ανδρέα, γεννημένες το 1933 και 1938 αντίστοιχα, οι οποίες γνώριζαν το χορό αλλά φυσικά, μετά το πέρασμα τόσων χρόνων, είχαν δυσκολία στην προσπάθεια τους να μας τον παρουσιάσουν.

Παρόλ’ αυτά, στο σπίτι του Μαθιού και της Ελευθερίας Λίτινα, των γονιών του Αντώνη, καταγράψαμε μια καλή εικόνα του χορού (και με τη βοήθεια της τεχνολογίας – βλέπε κάμερα κινητού τηλεφώνου) και ανανεώσαμε το ραντεβού μας για μια άλλη φορά, προκειμένου νά ’χουμε μαζί μας και την ιστορική πλέον κασέτα με τη μελωδία του χορού. Αυτή η μικρή «έρευνα» συνεχίστηκε στο γειτονικό Φουρφουρά, όπου ο ηλικιωμένος τοπικός λυράρης Εμμανουήλ Διαμαντάκης, μας πληροφόρησε ότι τον είχε ακουστά, αλλά χωρίς να μπορεί να μας δώσει περισσότερες πληροφορίες,  ενώ, κατά μαρτυρία του Νίκου Γερογιάννη από την επίσης γειτονική Βισταγή Αμαρίου, η ανάμνηση του υπάρχει και εκεί: «Θυμούμαι μικρός τσι γερόντους να τονέ χορεύουνε» (τα χωριά Βισταγή, Πλατάνια και Φουρφουράς γειτονεύουν, μ’ αυτή τη σειρά). Επιστρέφοντας στο Ρέθυμνο επεξεργαστήκαμε το υλικό μας και έγινε η πρώτη παρουσίαση του Εμπυρρίκιου, στο διαδίκτυο (cretan-music.gr, 2005).

Η επόμενη αναπάντεχη και πολύ ενδιαφέρουσα μαρτυρία ήρθε από τη μητέρα του Κωστή Καρινιωτάκη, την κυρία Βαγγέλα (γενν. 1925), ότι σε ηλικία 5-6 ετών θυμάται να χορεύεται αντικριστά ανά δύο και «με σταυρωτά ζάλα» ο χορός «μπιρίκιος» (βλ. «μπυρρίκιος») στο χωριό της, τα Μικρά Ανώγεια Ρεθύμνης, και συγκεκριμένα σε παρέες που γίνονταν «στου Σαμαρείτη τον οντά», με τη λύρα του χωριανού της λυράρη Χόμπη αλλά και του Μηνά Σταματάκη από το διπλανό χωριό Αγία Ειρήνη (Αγία Ειρήνη, Ανώγεια, Ρουσοσπίτι και Καπεδιανά συγκροτούσαν ένα περίπου ομοιογενή πολιτισμικό μικρόκοσμο).

Συμπτωματικά την ίδια περίοδο κυκλοφόρησε το βιβλίο του Οψιγιανού (Οψιγιάς Αμαρίου) και φίλου των Πλατανίων δημοσιογράφου και σπηλαιολόγου Άρη Κουτάκη «Πλατάνια Αμαρίου – Ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο», στις σελ. 62-63 του οποίου γίνεται αναφορά στον Εμπυρρίκιο και σύνδεσή του με τον αρχαίο Πυρρίχιο, αλλά και με τον Πεντοζάλη.

Δείτε την ομοιότητα της παραπάνω φωτογραφίας (αριστερή φώτο) εν έτει 2005 μ.Χ.
με την τοιχογραφία  του 1ου αιων. μ.Χ. (δεξιά φώτο)

Η δεύτερη καταγραφή

Πλατάνια Αμαρίου, στις 15 Σεπτεβρίου 2005, την επομένη της εορτής του Τιμίου Σταυρού. Μια ομάδα, αποτελούμενη από τους Κώστα Βασιλάκη,  Μανώλη Τζιράκη, Κώστα Καρινιωτάκη, Γιάννη Παναγιωτάκη και Μανώλη Λαχνιδάκη, ξεκίνησε για τα Πλατάνια μετά από συνεννόηση με τον Αντώνη Λίτινα, που δυστυχώς δε μπορούσε να παρευρεθεί. Επισκεφτήκαμε το πατρικό του σπίτι, όπου οι Μαθιός και Ελευθερία Λίτινα μας φιλοξένησαν για να μπορέσουμε να κάνουμε εκτενέστερη καταγραφή του χορού. Στο καφενείο της κ. Μαρίας Σιγανού, όπου ξαποστάσαμε για να κοπάσει η βροχή, γνωρίσαμε τον κ. Σταύρο Κων. Χριστοδουλάκη, που μας έδωσε αρκετές πληροφορίες σχετικά με την έρευνά μας και μας έφερε σε επαφή με τον κ. Μιχάλη Εμμ. Σιράγα (γεν. 1925), που αποδείχτηκε πολύτιμη πηγή γνώσεων.

Με την κάμερα του Μανώλη Τζιράκη και το Γιάννη Παναγιωτάκη στις ερωτήσεις στήθηκε ένα επιτόπιο «πάνελ» με τους δύο προαναφερθέντες Πλατανιανούς, τη Μαρία Ανδ. Λίτινα και τη Μαρία Αντ. Λίτινα, που μας είχαν βοηθήσει κατά την προηγούμενη επίσκεψή μας, και τον κ. Εμμανουήλ Ιωάννου Λίτινα (γεν. 1933), παλαιό μέλος διαφόρων χορευτικών συλλόγων σε όλη την Ελλάδα.  Η συζήτηση επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη μουσικοχορευτική παράδοση των Πλατανίων, αλλά επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στον Εμπυρρίκιο. Η διαδικασία όπως προαναφέραμε βιντεοσκοπήθηκε, και τις επόμενες μέρες μετατράπηκε σε ψηφιακή μορφή (DVD) από το φίλο και συνεργάτη μας στο διαδίκτυο Γιώργο Γαβαλά.

Τι καταγράψαμε

Η μουσική του Εμπυρρίκιου παραπέμπει στη μελωδία του Πεντοζάλη. Και πιο συγκεκριμένα, στα λεγόμενα «αμαριώτικα πεντοζάλια», που έχουν ιδιότυπο μουσικό ύφος, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους τη ζωηρή ρυθμική αγωγή. Τα βήματα του Εμπυρρίκιου όμως δε μοιάζουν με το σιγανό Πεντοζάλη όπως χορεύεται στην επαρχία Αμαρίου. Άλλωστε και από τους ντόπιους αναγνωρίζεται ως ξεχωριστός χορός. Τα βήματά του θυμίζουν το σημερινό Σιγανό της Ανατολικής Κρήτης, αλλά ο ρυθμός και το ύφος είναι εντελώς διαφορετικά. Είναι αρκετά ζωηρός χορός, «αναντρανιστός»!

Από τους πληροφορητές μας συμπεράναμε ότι χορευόταν συνήθως σε κύκλο («δετός» όπως μας είπε η κ. Μαρία Λίτινα) αλλά και ζευγαρωτός, με τους δύο πρώτους χορευτές να αποκόπτονται κατά βούλησιν από τον κύκλο και να κάνουν το δικό τους «χορευτικό». Πρόκειται για «μικτό χορό», δηλαδή χορό που χορευόταν και από τα δύο φύλα, όπως όλοι ανεξαιρέτως οι χοροί της κεντρικής και της ανατολικής Κρήτης (με πιθανή εξαίρεση τις ανωγειανές όρτσες), και οι χορευτές κρατιούνταν από τις παλάμες, ενώ η κίνησή τους ήταν κυκλική. Δεν είχε ιδιαίτερες φιγούρες.

Στο γλέντι ο Εμπυρρίκιος κρατούσε θέση μάλλον στο περιθώριο, μαζί με τους άλλους «παλιούς χορούς» (συμβατική ονομασία, γιατί όλοι οι κρητικοί χοροί φυσικά είναι «παλιοί»), δηλαδή τους τοπικούς χορούς που είχαν σχεδόν εγκαταλειφθεί ήδη από τα μέσα του 20ού αιώνα: Τριζάλη, Κατσαμπαδιανό, Μικρό μικράκι, Λαζώτη και «Σανταλάκι» (σ.σ. μάλλον ο Απανωμερίτης). Οι χοροί αυτοί παίζονταν αφού το γλέντι είχε προχωρήσει αρκετά, όταν το κέφι είχε ανάψει κι οι χορευτές ήθελαν κάτι διαφορετικό από τους κυρίαρχους χορούς Συρτό, Πεντοζάλη (Σιγανό και Πηδηχτό), Μαλεβιζώτη και Σούστα. Ο Εμπυρρίκιος εθεωρείτο εύθυμος χορός και με μάλλον συγκαλυμμένες ερωτικές συνδηλώσεις, οφειλόμενες στη ζευγαρωτή του απόδοση (έγινε φανερό αυτό από το γελαστό ύφος των κυριών όταν τον χόρευαν οι δυο τους).

Ακούγοντας την ηχογράφηση του Βελιδαντρέα, οι δύο Μαρίες μας χόρεψαν το χορό ζευγαρωτά για αρκετή ώρα, πράγμα που είχαν κάνει και την πρώτη φορά.  Με την προσθήκη όμως του κ. Μιχάλη Σιράγα, ο χορός πήρε άλλη διάσταση. Ήταν φανερό ότι είχε καλύτερη ανάμνηση του χορού και με την παρουσία του στον κύκλο, που δημιουργήθηκε πλέον, «παράσυρε» και τις δύο συγχορεύτριές του να χορέψουν ακόμη καλύτερα. Τελικά παρατηρήθηκαν κι άλλα, εξαιρετικού ενδιαφέροντος όπως διπλά βήματα στο «πισοπάτημα» του χορού, που είτε ήταν μέρος του χορού ή μικρή φιγούρα…

Επιστρέφοντας στο Ρέθυμνο επιφυλαχθήκαμε για την όσο το δυνατόν προσεχτικότερη μελέτη του υλικού που είχαμε καταγράψει, ενώ για αρκετό καιρό προβληματιστήκαμε ως προς τον καλύτερο τρόπο παρουσίασης του Εμπυρρίκιου. Αναζητήσαμε έναν τρόπο που θα αναδείκνυε την ιδιαιτερότητα του χορού και του τόπου στον οποίο διασώθηκε, χωρίς να δίνει υπερβολική έμφαση στη δική μας προβολή, για να μην υποπέσουμε σ’ ένα γνωστό και συνηθισμένο ατόπημα: να μη χρησιμοποιήσουμε, δηλαδή, αυτό που αγαπάμε (τον πολιτισμό του τόπου μας) για να ικανοποιήσουμε κάποια ματαιοδοξία μας.

Σημασία έχει ο ίδιος ο χορός και οι μερακλήδες παρεϊστάδες που τον διέσωσαν και εξέφρασαν την ψυχή τους χορεύοντάς τον. Οι «ερευνητές» και «καταγραφείς» του (δηλαδή εμείς) παίζουν δευτερεύοντα ρόλο στην όλη υπόθεση…

[1] Επειδή το όνομά του παραπέμπει ηχητικά στον πυρρίχιο, υιοθετήσαμε την παρούσα ορθογραφία (είναι αυτονόητο ότι ποτέ στα χωριά το όνομα του χορού δε γράφτηκε, αλλά πάντα λεγόταν προφορικά). 
η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Κρητικό Πανόραμα, τεύχος 19