Ο κοινωνικός ρόλος της παραδοσιακής μουσικής στην Κρήτη

του Θεόδωρου Ι. Ρηγινιώτη

Παρέα κρητικών γλεντιστάδωνΗ κρητική παραδοσιακή μουσική λειτούργησε αρμονικά στις κοινωνίες της Κρήτης, ικανοποιώντας όλες τις ανάγκες του Κρητικού για τραγούδι ή χορό, εδώ και αιώνες.

Μόνο σήμερα, που η ζωή μας όλη έχει περάσει σε «νέα εποχή» (καταναλωτισμός, τεχνολογία, άγχος, εξοντωτικοί ρυθμοί εργασίας, αμερικάνικος τρόπος ζωής), κλονίστηκε η λειτουργία της στη ζωή των ανθρώπων και από ελεύθερη και αυθόρμητη δημιουργική έκφραση τείνει να γίνει –και σε πολλές περιπτώσεις έγινε– είδος εμπορίου.

Πριν από τριάντα χρόνια και κυρίως πριν από σαράντα και περισσότερα χρόνια, ο ασχολούμενος με τη μουσική, το τραγούδι και το χορό στην Κρήτη ήταν μερακλής και όχι επαγγελματίας και μάθαινε με το «σωστό τρόπο» από τους παλιούς, για το μεράκι του κι όχι για να βρει δουλειά και να βγάζει χρήματα. Χρήματα εξάλλου δεν έβγαζε ο μουσικός, αφού δεν είχε και ο κόσμος…

Οι περισσότεροι ερασιτέχνες μουσικοί ήταν μέτριοι παίχτες, γνωστοί μόνο στο χωριό τους και στα γύρω χωριά (παράλληλα βέβαια υπήρχαν κι εκείνοι που ξεχώρισαν κι έμειναν στην ιστορία), αλλά βοηθούσαν με τον καλύτερο τρόπο τους χωριανούς τους να διασκεδάσουν και να κρατηθούν μονιασμένοι μέσα από την παρέα και το γλέντι, που έμοιαζε κι αυτό με μια μεγάλη παρέα (δεν είχε χιλιάδες άγνωστους «πελάτες», που μαζεύουν τώρα οι Σύλλογοι με σκοπό να βγάλουν χρήματα).

Βέβαια η μορφή της ψυχαγωγίας και της μουσικής συναναστροφής των ανθρώπων διέφερε από περιοχή σε περιοχή στην παραδοσιακή Κρήτη, όπως και ο ρόλος των ανδρών, των γυναικών, των παιδιών, των ηλικιωμένων κτλ. δεν ήταν παντού ο ίδιος ακριβώς. Σε γενικές γραμμές όμως (συχωρέσετέ μου) έχω να πω τούτα, που επιδέχονται συμπληρώσεις και διαφοροποιήσεις στις λεπτομέρειες:

Το πανηγύρι του χωριού γινόταν σ’ ένα καφενείο ή στην πλατεία του χωριού, χωρίς μεγάφωνα, με το χαμπιολάτορα, το λυράρη ή το βιολάτορα στη μέση και γύρω γύρω τους χορευτές, που είχαν προσωπική επαφή (μέσω του βλέμματος και των ίδιων των κινήσεων του σώματός τους) με το μουσικό. Το νεότερο κρητικό λαούτο, κατά τους ερευνητές, μάλλον ξεκίνησε από τα Χανιά και μετά τα μέσα του 19ου αιώνα και εξαπλώθηκε, ως όργανο συνοδείας, στην υπόλοιπη Κρήτη κατά τις αρχές του 20ού, ως τότε είχαμε σκέτη λύρα με γερακοκούδουνα στο δοξάρι, βιολί (κατά περιοχές), αρκετό μαντολίνο κτλ., ενώ και τα πανάρχαια κρητικά πνευστά (χαμπιόλι, μπαντούρα και ασκομπαντούρα) και το περίφημο λασηθιώτικο νταουλάκι έπαιζαν καθοριστικό ρόλο.

Όμως η μουσική ήταν ουσιαστικότερη, γιατί γινόταν παρέα, οι άνθρωποι που συμμετείχαν ήταν όλοι γνωστοί μεταξύ τους και σημασία είχε να περάσει καλά το χωριό και όχι να πουλήσομε κρασί ή ουΐσκυ, μπύρες και μπριζόλες. Μάλιστα, στο σιγανό πεντοζάλη δινόταν η ευκαιρία σε όλους να τραγουδήσουν εκφράζοντας τον έρωτά τους και εκτονώνοντας το μεράκι τους με τρόπο όμορφο (οι παλιοί μας θα εκνευρίζονταν βλέποντας μεθυσμένους μαυροποκαμισάδες να ’χουν γυρίσει την πλάτη στον κόσμο και να μουρμουρίζουν ακατανόητα μαντινάδες μπερδεύοντας το λυράρη).

Φυσικά η ερωτική μαντινάδα είχε άλλη αξία τότε, που ο έρωτας ήταν δύσκολη υπόθεση, κι άλλη τώρα, που όλα είναι εύκολα και κραυγαλέα. Το ίδιο, η μαντινάδα για το φεγγάρι π.χ., τότε που δεν υπήρχε ηλεκτρικό φως, είχε νόημα, ενώ τώρα είναι απλώς ένα «σχήμα λόγου» του λυράρη. Και φυσικά μαντινάδες με αρνητικά μηνύματα (που να εξυμνούν τη ζωοκλοπή, την οπλοφορία κτλ), δε θα λέγονταν ποτέ, ούτε από λυράρη ούτε από τραγουδιστή, γιατί θα «πέφτανε (φιλικές) φάπες». Υπήρχανε βέβαια και μαντινάδες αστείες και ενίοτε άσεμνες (γουρσουζομαντινάδες, αρσίζικες ή ενεψίζικες, όπως λέμε), οι τελευταίες (οι «ακατάλληλες») λέγονταν κατά κανόνα σε αντροπαρέες και «επήγαινε άσκημα» να ειπωθούν όταν ήταν μπροστά κοπελιές ή γενικά γυναίκες.

Πρέπει να πούμε ότι οι ηλικιωμένοι, άντρες και γυναίκες, είχαν ενεργό συμμετοχή στην παρέα και συχνά χόρευαν τον καλύτερο χορό στο χωριό. Xόρευαν και πηδηχτούς (γρήγορο πεντοζάλη, μαλεβιζώτη, σούστα κτλ), οι οποίοι βέβαια ήταν χοροί με στραταριστά ζάλα (βήματα όπως τση πέρδικας, που στραταρίζει) και όχι τρέξιμο που ξεθεώνει τους χορευτές και κάνει μόνο για χτυπήματα και χορογραφίες των μπαλέτων. Αυτό έδινε ομορφιά στο χορό, ενώ η ταχύτητα και τα περιττά χτυπήματα πάντα έκαναν (και κάνουν) το χορευτή εγωιστή και κατακρίνονταν από τους γνώστες (και σήμερα το ίδιο, μόνο που κανείς δεν τους ρωτάει). Γενικά ο εγωισμός δεν άρεσε στους ανθρώπους και η επίδειξη κατακρινόταν από τσι γνωστικούς, δηλαδή τους συνετούς ανθρώπους του χωριού.

Το πανηγύρι του αγίου και η καντάδα

Δυο πολύ ενδιαφέρουσες μορφές μουσικής έκφρασης στη παραδοσιακή Κρήτη ήταν η παρέα στα σπίθια του χωριού και η καντάδα. Στην πρώτη περίπτωση, μια παρέα μερακλήδων γύριζε όλα τα σπίτια του χωριού ή εκείνα που γιόρταζαν (αν ήταν γιορτή κάποιου αγίου, π.χ. του αγίου Γεωργίου) και πάντως όχι εκείνα που είχαν πένθος. Σε κάθε σπίτι οι νοικοκυραίοι κερνούσανε την παρέα και οι παρεϊστάδες ετραγουδούσανε τα ριζίτικα ή τα μαντιναδάκια ντωνε (ταιριαστά στην περίσταση κάθε φορά), πιθανόν να κάνανε κι ένα τζαμπάκι (χορό) και πηγαίνανε παρακάτω.

Φυσικά συνήθως η μουσική είχε αρχίσει το πρωί, μετά τη λειτρουργιά τ’ αγίου στην εκκλησία του χωριού, στην οποία συμμετείχαν οι χωριανοί (και οι παρεϊστάδες) κάνοντας και αρτοπλασία (όσοι γιόρταζαν). Αν η εκκλησία ήταν ξωκκλήσι, γινόταν πανηγύρι στην αυλή του αγίου, με χορό και τραγούδια και «ένα μεζέ» ή «ένα κρασί» που κρατούσε μαζί του ο καθένας (στο βουργιάλι του, δηλαδή στο υφαντό «σακίδιό του») και η παρέα ακολουθούσε, με όποιους άντεχαν, στη συνέχεια. Πολύ χαρακτηριστικό για την περίπτωση το προσωνύμιο του Αγίου Αντωνίου του Βαστακέλα (δηλαδή βάστα το βουργιάλι σου με φαγητό κι έλα στη γιορτή του –όπου συνδιοργανόταν πανηγύρι από τους παρευρισκόμενους), ξωκκλήσι βυζαντινής εποχής στο χωριό Αγία Τριάδα Ρεθύμνης, που ανακαινίστηκε τα τελευταία χρόνια από χωριανούς και το έθιμο ξανάρχισε.

Συνηθισμένες ευχές όταν πίνανε (προπόσεις) ή όταν παίρνανε τον άρτο από τον εορτάζοντα: «και του χρόνου να ’μαστε καλά», «η χάρη τ’ αγίου να μασε βοηθά», «να χαίρεστε τα κοπέλια σας (ή: τα παιδόγγονα)», «πάντα σε χαρές να σμίγομε», «ο Θεός στο καλό μας», «ο Θεός να συχωρέσει των αποθαμένω μας» (οι τρεις τελευταίες λέγονταν μόνο ως προπόσεις) κλπ.

Η καντάδα δεν ήταν διασκέδαση, αλλά ξέσπασμα του ερωντικού καημού των παλληκαριών, που μαζεύονταν παρέα (πάλι και πάντα η παρέα είναι το κύτταρο της παράδοσης), γυρίζανε τη νύχτα στα σοκάκια του χωριού μ’ ένα λυράκι, βιολί ή μαντολίνο κι ετραγουδούσανε μαντινάδες σε συγκεκριμένα σημεία του χωριού, μεταδίδοντας με τρόπο το μήνυμα της αγάπης ο καθένας «έκειά που πονούσε». Βέβαια, η γειτονιά, που άκουγε τσι κανταδόρους να τραγουδούνε, ήξερε σε ποιάν απευθύνεται με τη μαντινάδα του ο κάθε τραγουδιστής. Έτσι οι κακοί αθρώποι (οι απανωβαρτάδες, οι σουρευτάδες και οι σουρεύτρες, δηλαδή οι ραδιούργοι, άντρες και γυναίκες) μπορεί να κάνανε μουκαρέμια, σουχλικά κι απανωβάρματα, δηλαδή να προδίδανε ή να κακολογούσανε τον ερωτευμένο και να χαλούσανε τη δουλειά. Οι κακοί αθρώποι αυτοί δεν είχανε την εκτίμηση των γνωστικών ανθρώπων του χωριού και γενικά όσων είχαν όχι μόνο ηθική στην ψυχή τους, αλλά και ανοιχτό μυαλό και καρδιά μεγάλη. Σε όλες τις εποχές βέβαια υπήρχαν στην Κρήτη (όπως και σε όλο τον κόσμο) αθρώποι καλοί και κακοί, ανακατεροί (ανάμεικτοι).Το παράπονο του ερωτευμένου τραγουδιστή για μια τέτοια περίπτωση ραδιουργίας (σουχλικό) εκφράζει η παλιά μαντινάδα:

Ήθελα και να κάτεχα, οι γι-απανωβαρτάδες
απού σ’ απανωβάνανε, αν ’παίρνα’ γ-και παράδες!

(απανωβάνω συγκεκριμένα σημαίνει συκοφαντώ κάποιον σε κάποιον άλλο την απανωβάλανε = της συκοφάντησαν τον αγαπημένο της για να την πείσουν ότι δεν αξίζει την αγάπη της)

Στο χωριό μου, το Αποδούλου Αμαρίου (νομού Ρεθύμνης), νεαρός κανταδόρος ετραγούδηξε κοντά στο παραθύρι μιας κοπελιάς που αγαπούσε ένας φίλος του, αρχίζοντας με τη μαντινάδα:

Ένας μου φίλος μ’ έπεψε για να σου τραγουδήσω,|
γιατί μου τραγουδεί κι αυτός όπου γ-κι αν αγαπήσω…

Οι αντικριστές μαντινάδες

Είναι πολύ γνωστό ότι στην Κρήτη συχνά γίνονταν διάλογοι με μαντινάδες, συνήθως πειραχτικές: είναι οι λεγόμενες αντικριστές μαντινάδες, που ευτυχώς δεν έχουν εκλείψει εντελώς ακόμη από το νησί μας. Το είδος φυσικά ευδοκιμεί και σε άλλα νησιά, όπως στην Κάσο και την Κάρπαθο, ενώ γενικά οι μαντινάδες (τα δίστιχα λαϊκά στιχουργήματα της στιγμής) έχουν τα αντίστοιχά τους σε όλα τα ελληνικά νησιά, από τα Επτάνησα και τα Δωδεκάνησα μέχρι την Κύπρο (όπου τα περίφημα τσατιστά).

Οι αντικριστές μαντινάδες λέγονταν είτε πάνω στο χορό ή στην παρέα, σε κοντυλιές του σιγανού πεντοζάλη (υπήρχαν βέβαια πλούσιες κοντυλιές, συχνά διαφορετικές από επαρχία σε επαρχία, από χωριό σε χωριό ή κι από μουσικό σε μουσικό, π.χ. οι αμαριώτικες κοντυλιές, οι στειακές κοντυλιές ή οι κοντυλιές του Κοκκινομανώλη κλπ), είτε στην καθημερινή κουβέντα (κουβεδιαστά, όχι τραγουδιστά) από μερακλήδες τση μαντινάδας, που τις έβγαναν οι ίδιοι ή τις ήξεραν από παλιά. Συχνά άντρας και γυναίκα εμπλέκονταν σε έναν «αστείο πόλεμο» με σαφώς ερωτικό χαρακτήρα και με «όπλο» τις αντικριστές μαντινάδες. Δύο παραδείγματα από την επαρχία Αμαρίου:

Ένας νεαρός «επείραξε» μια ξενοχωριανή κοπελιά, που δούλευε μαζώχτρα στο Αποδούλου (οι μαζώχτρες ήταν φτωχές κοπελιές που έμεναν όλο το χειμώνα στα χωριά κι εμαζώνανε τσ’ ελιές, αμειβόμενες σε χρήμα ή σε λάδι, βλ. το τραγούδι «Μυλωνάδες και μαζώχτρες» του Κ. Μουντάκη), λέγοντάς της τη μαντινάδα:

Μα σεις θαρρείτ’ οι κοπελιές, πως είν’ οι γι-άντρες βούγια
και βάνετε στα μούτρα σας φουχτές φουχτές τη μπούντρα.

Εκείνη, μερακλίνα και ετοιμόλογη, του απάντησε:

Ανήψηστους χοχλιούς να φας, να καταπιείς αχλάδια,
να πέσουνε τα δόδια σου, για δε μιλείς καθάρια!

Επίσης, σε πανηγύρι στο γειτονικό Άγιο Ιωάννη Αμαρίου, αρχές του 20ού αιώνα, έπαιζε τη λύρα ένας από τους λυράρηδες της περιοχής, ο Κοκκάρης από τα Πλατάνια, της ίδιας επαρχίας. Γύρω του χορεύανε, σιγανό πεντοζάλη, μια παρέα κοπελιές και ο Κοκκάρης τις πείραξε με τη μαντινάδα:

Κοπελιδάκια, κοπελιές, άδεια σάσε παίρνω,
αν το ’χετε συνήθειο να τραγουδεί το ξένο (=ο ξένος).

Μία από τις χορεύτρες του απάντησε τραγουδιστά:

Δεν το ’χομε συνήθειο, δεν το ’χομεν αντέτι (=έθιμο)
να ’ρχουντ’ οι ξενοχωριανοί να στένουν ανταλέτι!

Ο Κοκκάρης όμως, πιο ετοιμόλογος, την αποστόμωσε με τη μαντινάδα:

Ως είναι ασυνήθιστο η κοπελιά με άντρα
κι ύστερα συνηθίζεται, έτσά ’ν’ ούλα ντα πάντα!

Ο μερακλής

Έχουμε ήδη αναφερθεί αρκετές φορές στους μερακλήδες, τις μερακλίνες και το μεράκι (ή το μερακλίκι), που κινούσε τα νήματα στη μουσική, στο χορό και το τραγούδι για κάθε απλό άνθρωπο στην παραδοσιακή Κρήτη. Τί είναι όμως ο μερακλής; Μερακλής χαρακτηρίζεται ο ευαίσθητος άνθρωπος, που έχει έντονο ποιοτικό κριτήριο και αποζητά την απόλαυση σε συγκεκριμένες καθημερινές ασχολίες, για τις οποίες έχει μεράκι και καταπιάνεται με πάθος.

Μπορεί κάποιος να είναι μερακλής στη δουλειά του (ένας τεχνίτης π.χ.) ή μερακλής στο φαΐ (συνήθως ασχολούμενος και με την ετοιμασία του) ή στον καφέ ή μερακλής ψάλτης κτλ. (οι παραδοσιακοί ψαλτάδες των χωριών μας, που δυστυχώς εκλείπουν και δεν τους αντικαθιστούν νέοι, ήταν μια χαρακτηριστική και ενδιαφέρουσα ομάδα ανθρώπων με καλλιτεχνική τάση). Ο πιο γνωστός τύπος μερακλή βέβαια είναι ο μερακλής που αγαπά τη μουσική και το γλέντι. Αυτό ο άνθρωπος όμως, λόγω της ευαισθησίας του, εθεωρείτο δυστυχισμένος. Η παρέα και το γλέντι γι’ αυτόν δεν ήταν τόσο διασκέδαση όσο διέξοδος για το μεράκι που ξεχείλιζε την καρδιά του.

Γι’ αυτό και οι παρακάτω μαντινάδες από μνημειακές ηχογραφήσεις, που την πρώτη τραγουδεί ο Μπαξεβάνης (με το μπουλγαρί του Φουσταλιέρη) και τη δεύτερη ο Σκορδαλός:

Το μερακλίδικο πουλί ποτέ φωλιά δε γ-κάνει,
μον’ έτσι βασανίζεται ίσαμε να ποθάνει.

Το μερακλίκι ο Θεός κατέχει πού το δίνει,
πάντα το δίδει σε καρδιές που ’χου γ-καημούς κι οδύνη.

Και πολλές άλλες…

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μερακλή είναι ο Κορδίτης, από το ομώνυμο διήγημα του Νίκου Αγγελή (στο βιβλίο του Στον Ίσκιο της Μαδάρας). Είναι ο ιδεώδης τύπος γλεντιστή, που εκδήλωνε την ευαισθησία του με «όμορφο τρόπο»: δε μεθούσε ούτε «έκανε ανοσθιές» (απρέπειες ή γελοιότητες) ούτε «έβανε φασαρία». Το φέρσιμό του είχε μεγαλείο, που είναι (μαζί με την αθρωπιά, την αρχοδιά κλπ) μια από τις σημαντικότερες λέξεις στη διάλεκτο του Κρητικού: ήτανε μπεγεντισμένο φέρσιμο, δηλαδή όμορφο και αρεστό.

Ας διαβάσουμε μερικά αποσπάσματα:

[Όταν έφευγαν οι στρατιώτες για την Αλβανία, το 1940] ένα παλληκάρι ψηλό, περήφανο και χλωμό, ήταν στη μέση μιας συντροφιάς φαντάρων και τραγουδούσε. Ω, τι φωνή ήταν αυτή και βογγούσαν οι ρεματιές και ξεφτεράκιζαν τα πουλιά… Γύρω οι άλλοι βοηθούσαν και φώναζαν, πυροβολούσαν και τον αγκάλιαζαν: ‘Γεια σου Κορδίτη, αθάνατε.… Λίγα χρόνια αργότερα στο πανηγύρι της Παναγίας της Μυριοκεφαλίτισσας έφτανε κάτω απ’ τα Ρεθεμνιώτικα, όταν έπεφτε ο ήλιος. Μπήκε στο Μοναστήρι σεμνός, επροσκύνησε, βγήκε.

Τον χαιρετούσαν οι λυράρηδες πάνω απ’ τα πατάρια των, σταματούσαν οι χορευτάδες. Βρήκε μια γωνιά, χαιρέτησε, κάθισε. Ήρθαν όλοι και στάθηκαν από πάνω του πότε να φάη, πότε να πιή, πότε να βγή στο κέφι, να πηδήξη απάνω να χορέψει και ν’ αρχίσει το τραγούδι. Όταν πατούσε στο πατάρι σχόλαζαν όλα τα γύρω γλέντια κι ο κόσμος όρθιος άκουγε [σσ. τραγουδούσε κιόλας, δε χόρευε μόνο]…

Μέσα στο θαυμασμό του λαού, μέσα στις φωνές και τις ευχές, φαινόταν ο Κορδίτης, μόνος, απίστευτα μόνος, πάνω στο πατάρι, να παλεύη με τον καημό του… Ήταν ήρεμος, σιωπηλός, σχεδόν ακατάδεχτος, μα συμπαθητικός και πικραμένος.Πέρασαν μήνες κι ο Κορδίτης φάνηκε στη Ρίζα μ’ ένα άσπρο μεταξωτό μαντήλι στο λαιμό. Έκρυβε τις άκριες του μέσα στα στήθια να μη βλέπουν το μονόγραμμα. Από κείνη, είπαν…

Ύστερα ήρθε ένα πρωινό αμίλητος, κίτρινος από ξενύχτι. Και χωρίς το μαντήλι. Τον ακολουθούσαν διαδόσεις. Έλεγαν πως τον άφησε και παντρεύτηκε στη Ευρώπη… Μονάχα ξέρω πως μια μέρα απάντηξε στον κάμπο ένα γέρο «Αμερικάνο» [σσ. μετανάστη] ο Κορδίτης.

– Μπάρμπα Νικολή, του λέει, έχεις ακουστά τη Γαλλία;
– Αν την έχω, είπε ο γέρος. Εκειδά μου φάγανε το κομπόδεμά μου στα δώδεκα. [σσ. 1912]
– Εσένα το κομπόδεμα κι εμένα την καρδιά μου, κάμε τσιγάρο…

Περνούσε μεσάνυχτα από ένα χωριό. Ήτανε κοιμισμένος ο λαός, κλειστές οι πόρτες και τα παραθύρια. Έλεγε στην παρέα του: Σα θέλω κάνω τούτο το χωριό να σηκωθή, ν’ ανοίξη τα παραθύρια και να κλάψει. Κάμε το, τούλεγαν. Έδινε ορισμό στη λύρα ν’ αρχίση κι ακολουθούσε κείνος με τα πιο γλυκά και τρυφερά κομμάτια του Ερωτόκριτου:«Καλλιά ’χω εσέ με θάνατο παρ’ άλλη με ζωή μου,γιατί για σέ γεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου…»

Αναφτεράκιζαν οι νιες και τα παλληκάρια ξυπνούσαν απ’ το μούδιασμα της νύχτας. Άνοιγαν τα παραθύρια. Έμπαινε αέρας χλιαρός, μυρωδιά ροδαμού και τραγούδι γλυκό. Μαγεύονταν. Κι οι γεροι κουρασμένοι, τυραννισμένοι απ’ τη δουλειά, ένοιωθαν την καρδιά τους να ξυπνά και να πετά σιγά-σιγά σε παλιούς όμορφους καιρούς. Μερμήδιζαν μέσα τους κάποιες ξεχασμένες ιστορίες. Μια ματιά, ένας λόγος αγάπης, όνειρα. Τόσα όνειρα… Όταν άνοιγαν πια και τα ύστερα παραθύρια…έριχνε τις τελευταίες του σαΐτες στις καρδιές των χωριανών: δυο μαντινάδες στο ρυθμό του Ροδινού. Όταν έφευγε πια κι έσβηνε η φωνή του στα πλάγια, όλο το χωριό κρατούσε την αναπνοή του απ’ τη συγκίνησι […].

Άλλες περιστάσεις μουσικής έκφρασης

Το μοιρολόι, το νανούρισμα (νανάρισμα), το ταχτάρισμα (τραγουδάκι, με το οποίο χορεύει στα γόνατά της η μάνα ή η γιαγιά το μωρό), η σατιρική ρίμα που έβγανε κάποιος για ένα αστείο επεισόδιο στο χωριό (συνήθως για το θάνατο κανενός γαϊδάρου), αλλά και τα κάλαντρα, το μοιρολόι τση Παναγίας (που λεγόταν τη Μεγαλοβδομάδα), αλλά και τα Εγκώμια («Η Ζωή εν τάφω…» κτλ.) κι οι Οίκοι τση Παναγίας (Χαιρετισμοί) και κάθε άλλο τραγούδι ή τροπάριο που τραγουδούσε ή έψαλλε άντρας ή γυναίκα, νέος, γέρος ή κοπέλι, σε οποιαδήποτε στιγμή της μέρας, στη δουλειά, στα όρη, στην εκκλησία, στο καφενείο, στο παιχνίδι, στη βεγγέρα (βραδινή συντροφιά στο σπίτι, που επηρέασε πολύ τη διαμόρφωση της κρητικής ψυχής) κτλ, είναι κομμάτι της κρητικής μουσικής παράδοσης και βοήθησε σημαντικά τους Κρητικούς να γίνουν αυτοί που έγιναν στο πέρασμα της ιστορίας.

Τα περισσότερα απ’ αυτά τα τραγούδια έχουν χαθεί για πάντα. Τα τραγούδια του γάμου π.χ., που λέγονταν στα προυκιά (ξεχωριστές μαντινάδες με ευχές και παινέματα για κάθε ρούχο, σεντόνι, πετσέτα κτλ) ή στο δρόμο (ριζίτικα τση στράτας), τα παινέματα τση νύφης κτλ έχουν πάψει να λέγονται κι έχουν απομείνει μόνο δυο τρία τραγούδια για το «γλέντι» (το μαζικό και απρόσωπο πλέον γλέντι), συχνά μαζί με λαϊκά, όπου τραγουδούνε μόνο οι οργανοπαίχτες και κανείς από τους συγγενείς ή τους λοιπούς γαμηλιώτες (καλεσμένους) δεν ξέρει, αλλά ούτε έχει το δικαίωμα, να πει μια μαντινάδα.Εξαιρετικά και πολύ συγκινητικά τραγούδια και μαντινάδες του γάμου βλέπε στο κλασικό βιβλίο του μεγάλου Ρεθεμνιώτη λαογράφου (από το Βιζάρι Αμαρίου) Παύλου Βλαστού Ο Γάμος εν Κρήτη. Έχει ανατυπωθεί από τις εκδόσεις «Καραββίας», στην Αθήνα, υπάρχει όμως και σε βιβλιοθήκες κρητικών πόλεων και συλλόγων. Το έργο του Π. Βλαστού (93 τόμοι με ιστορικό και λαογραφικό υλικό από την Κρήτη του 19ου αιώνα) φυλάσσεται στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης, στα Χανιά, και περιμένει ακόμη την έκδοσή του.

Φυσικά, για να επανέλθουν κάποια από τα τραγούδια αυτά στην «ενεργό δράση» χρειάζονται ερασιτέχνες και μερακλήδες (που λέγαμε) τραγουδιστές, που θα τραγουδούνε στο σπίτι τους, στη παρέα, στο γάμο του φίλου τους ή του παιδιού τους (ή στο δικό τους γάμο), που θα γιορτάζουν τραγουδώντας κι όχι βάζοντας το CD να παίζει ούτε περιμένοντας να πάνε σε «κρητικό κέντρο» ν’ ακούσουν ένα λυράρη να τραγουδεί (που πιθανόν ο λυράρης αυτός να ’ναι της κακής ώρας – με το συμπάθιο). Και η αποστολή των συλλόγων, αν μου επιτρέπετε να πω την άποψή μου, είναι να συγκεντρώσουν τα τραγούδια αυτά από τους ηλικιωμένους που ζουν ακόμη και να τα διδάξουν στα παιδιά των μελών τους, βοηθώντας τα να γίνουν άνθρωποι ευαίσθητοι (μερακλήδες) με αθρωπιά και μεγαλείο στη συμπεριφορά και στη ζωή τους.

Ο Θεός να συχωρέσει ουλωνώ τω μ-παλαιώ μας και περίττου (=προπαντός) κείνωνά που γράφεται τ’ όνομά ντωνε σ’ ετούτονέ το γραφτό και σ’ ετούτονέ το βιβλίο, απ’ άκρα σ’ άκρα.

πρώτη δημοσίευση cretan-music.gr (1999)