ΑΠΟΨΕΙΣ ΝΤΙΝΟΣ ΠΕΤΡΑΚΗΣ

«Ο τουρισμός μας» – του Ντίνου Πετράκη

Στιγμιότυπο 1: Οδηγώντας στο δρόμο Σπηλίου-Ρεθύμνου, βλέπω ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο να έχει σταματήσει στο ύψος των Τριών Μοναστηριών, οι επιβάτες (όχι νεαροί) να έχουν κατέβει και να κλέβουν σύκα από δέντρο που βρίσκεται σε περιφραγμένη έκταση, δίπλα στον δρόμο. 

Μπορείτε να φανταστείτε τον εαυτό σας σε μια χώρα του εξωτερικού να κάνει κάτι τέτοιο;

Στιγμιότυπο 2: Σε κατάστημα φίλου μπαίνει τουρίστρια (γύρω στα σαράντα), ρίχνει κάτω ένα μικρό εύθραυστο αντικείμενο το οποίο σπάει. Περιφέρεται δήθεν αδιάφορη και μια στιγμή σκύβει, το πιάνει, το βάζει στη θέση του και κάνει να φύγει. Ο φίλος, που είχε παρακολουθήσει τι συνέβη, την προλαβαίνει και της δείχνει τη ζημιά, καλώντας την να το πληρώσει. Όταν αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι αυτή το έσπασε, το πληρώνει. Φεύγει κι επιστρέφει λίγο αργότερα με τον πατέρα της, ο οποίος απαιτεί από τον φίλο μου να του επιστρέψει τα χρήματα που έδωσε η κόρη του, ανεπιτυχώς. Φεύγουν για να επιστρέψει μόνος του και να βιντεοσκοπεί απ’ έξω το κατάστημα, στην παρατήρηση δε του φίλου να σταματήσει αυτός βρίζει και φεύγει για να μην ξαναέρθει. 

Απίστευτο το θράσος, η υπουλία και η αναίδεια.

Στιγμιότυπο 3: Σε κεντρκό δρόμο της παλιάς πόλης (Αραμπατζόγλου), γύρω στη μία το μεσημέρι, τουρίστρια με βρέφος έχει σταματήσει, το ξεντύνει, ελέγχει την πάνα του και διαπιστώνει ότι είναι λερωμένη. Χωρίς δεύτερη σκέψη, την βγάζει κι αρχίζει να παίρνει ένα-ένα τα μαντηλάκια και να το ξεσκατίζει. Κάθομαι σε απόσταση περίπου δέκα μέτρων, μαζί με ένα φίλο, και παρατηρούμε άναυδοι. Ο κόσμος περνάει δίπλα τους κατά δεκάδες κι αυτή συνεχίζει ακάθεκτη. Τέλος, του βάζει την καινούρια πάνα, το ντύνει κι αρχίζει να βλέπει μια βιτρίνα. 

Ο φίλος ψελλίζει «απίστευτο».

Στιγμιότυπο 4: Στη λαϊκή της Πέμπτης, ζευγάρι τουριστών (γύρω στα πενήντα) έχει σταματήσει μπροστά στον άνθρωπο που πουλάει τους τρίφτες για το λάχανο και το καρότο. Συζητάνε για λίγο και απομακρύνονται τρία μέτρα. Σταματάνε, γυρίζει η γυναίκα και του προτείνει να πάρει, έναντι του ευτελούς τιμήματος που κοστίζει ο τρίφτης, όχι έναν αλλά δύο! Ο πωλητής με σπαστά αγγλικά της λέει ότι δεν γίνεται, με τρόπο που εννοεί «πως είναι δυνατόν να μου ζητάς κάτι τέτοιο;»

«Πως είναι δυνατόν αλήθεια;», αναρωτιέμαι κι εγώ που βλέπω το σκηνικό μπροστά μου.

Θα μπορούσα να γράψω ένα βιβλίο με αυτά που έχω δει μόνο φέτος. Όπως θα μπορούσαν να γράψουν βέβαια ανάλογα βιβλία τόσοι και τόσοι εργαζόμενοι στον τουριστικό τομέα, για την χαμηλή ποιότητα των επισκεπτών της πόλης μας. Άνθρωποι στην πλειοψηφία τους χωρίς τρόπους και αναιδείς. Πολλοί δεν ανοίγουν το στόμα τους να πουν μια «καλημέρα» και πολλοί όταν το ανοίγουν δεν μιλούν λέξη αγγλικά. Πάρα πολλές οικογένειες που αφήνουν τα παιδιά τους να αλωνίζουν στα μαγαζιά, σαν αυτά να είναι παιδικές χαρές. Αρκετοί δεν ξέρουν καν που βρίσκονται! Για να μην μιλήσω για το οικονομικό σκέλος…

Όταν πηγαίνω στο εξωτερικό θα έχω κάτι παραπάνω μαζί μου για να ξοδέψω. Δεν θα πάω για να φάω έξω από το ξενοδοχείο μόνο ένα σουβλάκι, ένα παγωτό και να πιώ μια μπύρα. Ούτε θα βάλω σε χαρτοπετσέτες και τάπερ ότι παραπάνω μπορώ από το πρωινό για να το τρώω στη διάρκεια της ημέρας. Γιατί αυτό δεν είναι διακοπές, είναι μιζέρια. Γι’ αυτό κι έχω να πάω δέκα χρόνια στο εξωτερικό. Κι όταν μπορέσω, θα ξαναπάω.

Πολλοί θα πουν ότι «έτσι είναι τα πράγματα πια, αυτός είναι ο τουρισμός μας. Και γιατί να μην πάνε διακοπές όλοι;» Πράγματι, ο τουρισμός έχει γίνει μια τεράστια βιομηχανία, από την οποία κερδίζουν σταθερά και ολοένα και περισσότερο αυτοί που την ορίζουν. Πραγματοποιούν το «όνειρο» του καθενός, κρατώντας για τον εαυτό τους σχεδόν το σύνολο των χρημάτων που (δεν) έχει. Όσο περισσότεροι τόσο το καλύτερο. 

Σ’ αυτή τη συνθήκη όμως πως ένα κατάστημα να διατηρήσει την ποιότητά του, άρα και τις ακριβές τιμές του; Ή θα κλείσει ή θα αναγκαστεί να αλλάξει και να βάλει πιο ευτελή αντικείμενα. Το ίδιο θα κάνει και το δίπλα και το παραδίπλα. Κι έτσι γίνονται όλα ίδια κι απαράλλαχτα, απρόσωπα. Το ίδιο θα συμβεί αύριο και στην εστίαση, όταν με τη ραγδαία εξάπλωση αυτού του είδους «τουρισμού», δεν θα υπάρχει κανείς που να πληρώνει τα καλά υλικά που απαιτεί ένα ωραίο πιάτο. 

Υπάρχει ένας νέος αγγλικός όρος που περιγράφει αυτό που συμβαίνει πλέον με τον τουρισμό παγκοσμίως και λέγεται «touristification». Δεν υπάρχει ακριβής μετάφραση, όμως εννοεί την τοξίκωση που επιφέρει σ’ έναν τόπο η τεράστια μάζα του τουρισμού. Αυτό συμβαίνει εδώ και καιρό σε πόλεις όπως η Βενετία και η Βαρκελώνη ή στη Σαντορίνη, στα καθ’ ημάς. Σε συνδυασμό με την τάση για «αρπαχτή» που εξυπηρετεί η δυνατότητα να νοικιάζει κανείς ακόμα και τον αχυρώνα του σαν δωμάτιο διακοπών, δημιουργεί μιαν ανυπόφορη κατάσταση, μια σοβαρότατη αλλοίωση: οι πόλεις αυτές χάνουν την συνεκτικότητα που δημιουργεί η τριβή των κατοίκων γύρω από την καθημερινότητά τους και μετατρέπονται σε τεράστια «ψυχαγωγικά πάρκα», χάνοντας οριστικά την ταυτότητά τους. Το Ρέθυμνο βρίσκεται στο πρώτο στάδιο αυτής της αλλοτρίωσης και γρήγορα θα περάσει στα επόμενα. 

Η λύση φυσικά δεν είναι γελοιότητες όπως π.χ. η επιβολή προστίμου σε όποιον κάθεται στην Piazza di Spagna, στη Ρώμη. Συνολικότερα, λύση δεν είναι να επιδιώκουμε ή να επικροτούμε τη μεγέθυνση των οικονομικών δραστηριοτήτων, η οποία σκοτώνει τον πλανήτη και τη ζωή πάνω του. Αντίθετα, οι ήπιες οικονομικές δραστηριότητες ανά τόπους, προστατεύουν το περιβάλλον και ισχυροποιούν την αίσθηση του «ανήκειν» σε μια κοινωνία, μέσα από τον αλληλοσεβασμό. Απαραίτητη προϋπόθεση βεβαίως για να γίνει κάτι τέτοιο είναι να πάψουμε να είμαστε άπληστοι. Γίνεται; 

29/08/2019
Ντίνος Πετράκης