Η πρόσφατη κακοκαιρία με το όνομα «Ζηνοβία» – η ονομασία των καιρικών φαινομένων, άλλη μια αμερικανιά στη ζωή μας -μου θύμισε ένα τραγούδι. Είναι το «η αυτοκρατορία των αισθήσεων» του συγκροτήματος «Μουσικές ταξιαρχίες», τραγουδιστής του οποίου ήταν ο Τζίμης Πανούσης. Ήταν στην πρώτη κασέτα που έβγαλαν το 1980 με τον τίτλο «Discotsoutsouni». 

Το τραγούδι λοιπόν άρχιζε με τους εξής στίχους: «τα ταξί έχουν απεργία κι είν’ απαρηγόρητη η Μαρία, που να βρει ταξί για την κυρία που’ ναι καλεσμένη στης κυρίας Ζηνοβίας. Και τώρα τι κάνουμε Μαριώ, τι ήθελα η καημένη κι έφυγα απ’ το χωριό, ποιος ακούει την κυρία άμα χάσει το κουμ-καν, κάλλιο να’ πεφτα στα χέρια της κου-κλουξ-κλαν». Ο τίτλος του είναι αυτός της πασίγνωστης γιαπωνέζικης ταινίας, όπως κι οι τίτλοι των υπόλοιπων τραγουδιών της κασέτας, που είναι παρμένοι από διάσημες ταινίες (για μια χούφτα δολάρια, στενές επαφές τρίτου τύπου, κ.α). 

Άλλοτε με προκλητικό, άλλοτε με σατυρικό, άλλοτε με σουρεαλιστικό στίχο τα τραγούδια αυτά, παιγμένα από τους σπουδαίους μουσικούς του γκρουπ, ήταν κάτι πρωτόγνωρο στην ελληνική μουσική. Δεν ήταν στρατευμένα, δεν ήταν λαϊκά, δεν ανήκαν στο νέο κύμα. Ήταν κυρίως ροκ, όμως σε κάποια έπαιζαν εμβόλιμα τμήματα, ακόμα και παραδοσιακών (όπως το «έχε γεια καημένε κόσμε»). Τα χρόνια που ακολούθησαν, τα τραγούδια του συγκροτήματος και του Πανούση (όταν το γκρουπ διαλύθηκε) έπιασαν σχεδόν όλο το φάσμα της μουσικής, από bossa nova μέχρι ραπ!​

Προκλητικά για τα συντηρητικά ήθη ήταν και τα εξώφυλλα. Στο «Disco tsoutsouni» υπάρχει εικονογραφημένη ερμαφρόδιτη φιγούρα με αντρικά μπράτσα κια γυναικείο στήθος. Στον επόμενο δίσκο υπάρχει η φωτογραφία μιας ολόγυμνης παχιάς γυναίκας ξαπλωμένη σε κρεβάτι, στο κομοδίνο υπάρχει χαρτί υγείας, ενώ σε κάδρο με φωτογραφία είναι τα μέλη του γκρουπ. Σε εξώφυλλο άλλου δίσκου, ο Πανούσης είναι ημίγυμνος φορώντας σουτιέν.

Ο Τζίμης Πανούσης, ένας πανέξυπνος και χαρισματικός καλλιτέχνης, δεν έπαψε ποτέ να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται. Με μακριά μαλλιά και μακριά μούσια έμοιαζε σαν παπάς, φορώντας πάντα έντονα χρωματιστά κολλάν. Στις παραστάσεις και στις ραδιοφωνικές εκπομπές του έπαιρνε τηλέφωνα και έκανε καταπληκτικές φάρσες. Άλλοτε κατέβαινε στα τραπέζια κι άνοιγε τις τσάντες των γυναικών, σχολιάζοντας το περιεχόμενό τους. Κι έφτιαχνε ασύλληπτα ποτ πουρί με πασίγνωστους ρυθμούς σαν χαλί, ενώ μπροστά κεντούσε με συρραφή αποσπασμάτων εμπορικών και ακαλαίσθητων επιτυχιών, διανθισμένων με δικές του στιχουργικές παρεμβάσεις. Την πρώτη φορά που τον είχα δει σε παράσταση, πριν τριάντα χρόνια, ο φίλος που μαζί είχαμε πάει στο μαγαζί, στη μέση ενός τέτοιου ποτ πουρί είχε κυριολεκτικά πέσει κάτω και χτυπιόταν από τα γέλια!

Ο Πανούσης φυσικά δεν ήταν ένας γελωτοποιός, όπως πολύς κόσμος – ιδίως όψιμα – πίστευε όταν πήγαινε στις παραστάσεις του. Ήταν ένας άνθρωπος που συνδύαζε δύο βασικότατα στοιχεία που χρειαζόμαστε για να λεγόμαστε άνθρωποι: το χιούμορ και την ευαισθησία. Κι αν το χιούμορ του είναι εμφανές (όχι πάντως εύκολα κατανοητό ή αποδεκτό), η ευαισθησία του αποκαλύπτεται από τον έντονο υπαρξιακό και κοινωνικό προβληματισμό που συχνά διαρρέει από τους στίχους του.

Δεν κρύβω ότι μια περίοδο είχα απογοητευτεί με το γεγονός ότι, τα κατοπινά χρόνια, για να τον παρακολουθήσεις σε μια παράσταση έπρεπε να πληρώσεις όσο στις πίστες με τα τσιφτετελοσκυλάδικα. Όμως δεν είχε ποτέ σηκώσει τη σημαία της επανάστασης και του ιδεαλισμού για να τον κατηγορήσουμε ότι την υπέστειλε. 

Ήταν ένας καθρέφτης που απεικόνιζε, στις δόσεις που αυτός ήθελε, τη γελοιότητα, τη μικροπρέπεια και την ιδιοτέλειά μας. Το έργο του δεν έχει ακόμα όχι μόνο εκτιμηθεί, αλλ’ ούτε καν κατανοηθεί.

Σε λίγες ημέρες κλείνουν δύο χρόνια από τον θάνατό του. Όταν πέθαναν ο Νίκος Παπάζογλου, ο Μανόλης Ρασούλης, ο Θανάσης Βέγγος, ο Ευγένιος Σπαθάρης, ο David Bowie, ο LouReed, κάθε φορά σκεφτόμουν: τέλος εποχής. Στο άκουσμα της είδησης για τον Τζίμη Πανούση σκέφτηκα: τέλος εποχής οριστικά, τελεία και παύλα. Την κρατώ σαν θησαυρό και εφόδιο, και προχωράω στη νέα.

03/01/2020

Ντίνος Πετράκης