«Οφειλόμενο χρέος στην Αγία Θεοδώρα Δαφνέδων Μυλοποτάμου» – του Μιχάλη Τρούλη

Η προσωνυμία «Όσιος», «Οσία», με κεφαλαίο το αρχικό Ο, αποδίδεται σε ασκητή, ερημίτη, άνδρα ή γυναίκα, που αφοσιώθηκε στον Θεό, έζησε κατά Χριστόν και για τον λόγο αυτό καθαγιάστηκε από την Εκκλησία.

Αγία Θεοδώρα

Το επίθετο «Άγιος», «Αγία», με κεφαλαίο Α, αποδίδεται σε πρόσωπο, άνδρα ή γυναίκα, που τιμά η Εκκλησία λόγω του ενάρετου βίου και των θαυματουργών συχνά ιδιοτήτων του και λατρεύεται από τους πιστούς.

Η Οσία Θεοδώρα η Αλεξανδρινή, από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, έζησε στα χρόνια του βασιλιά Ζήνωνα (474-490), τον 5ο αιώνα, και ήταν παντρεμένη μ’ έναν ευσεβή άνδρα, τον Παφνούτιο, στον οποίο ήταν αφοσιωμένη. Όμως, σε κάποια στιγμή αδυναμίας, η ενάρετη και αφοσιωμένη σύζυγος αθέτησε τον όρκο συζυγικής πίστης και οδηγήθηκε κρυφά στη μοιχεία! Κανείς δεν την είδε. Κανείς δεν το έμαθε. Μπορούσε, επομένως, να συνεχίσει «αρμονικά» τη ζωή της με τον σύζυγό της. Αλλά, όταν άκουσε τα λόγια του Ευαγγελίου: «Ουκ εστί κρυπτόν, ο ου φανερόν γενήσεται» (Λουκ., η’, 17), δεν υπάρχει, δηλαδή, κρυφό, το οποίο δεν θα γίνει φανερό στο μέλλον, σκέφτηκε το βάθος της αμαρτίας της και έκλαψε πικρά. Ντύθηκε έπειτα με ανδρικά ρούχα, πήγε σε μοναστήρι και εκάρη μοναχός, με το όνομα Θεόδωρος. Εκεί, μέρα-νύκτα μετανοούσε, προσευχόταν και έκλαιγε για την αμαρτία της. Μετά από δύο χρόνια συκοφαντήθηκε ότι συνευρέθηκε με γυναίκα, όταν έφεραν ένα νεογέννητο μωράκι έξω από την πόρτα του μοναστηριού! Τότε η Θεοδώρα πήρε το βρέφος και για επτά ολόκληρα χρόνια, έξω από το μοναστήρι, με διάφορες κακουχίες, το ανέθρεψε σαν δικό της. Όταν επανήλθε στο μοναστήρι, το ταλαιπωρημένο σώμα της μετά από λίγο ξεψύχησε. Τότε οι μοναχοί, που διαπίστωσαν το φύλο της, τη θαύμασαν και όλοι μαζί δόξασαν τον Θεόν. Για την αφοσίωση της στον Θεό και την κατά Χριστό ζωή της, η Εκκλησία την καθαγίασε, την ανακύρηξε Οσία και Αγία, ως «Δώρον ένθεον, ηγιασμένον… μέσον ανδρών φιλοσόφως διαλάμψασα…»

Η Αγία Θεοδώρα η «Πελοποννήσια» έζησε κατά τον 9ο ή 10ο αιώνα. Οι γονείς της ήταν πτωχοί και άσημοι αλλά θρησκευόμενοι άνθρωποι. Η Θεοδώρα, σε σχέση με τα αδέλφια της, είχε περισσότερο εμφανή την κλίση της προς τον Θεό. Κι όταν μεγάλωσε αποφάσισε να μονάσει. Το παράδοξο, κι εδώ, είναι ότι δεν προτίμησε ένα γυναικείο μοναστήρι αλλά ένα ανδρικό! Παρουσιάστηκε στη μονή «Παναΐτσας», στα όρια των νομών Αρκαδίας-Μεσσηνίας, που διεκδικούν και την καταγωγή της, ως άντρας με το όνομα «Θεόδωρος». Πιθανόν για να χάσουν τα ίχνη της οι δικοί της, και να αφοσιωθεί στην πνευματική ζωή.

Εκεί διακρίθηκε για την υπομονή, την υπακοή και την ταπείνωση της. Γι’ αυτές τις αρετές ο ηγούμενος και οι πατέρες της Μονής την εμπιστευτήκαν και της ανέθεσαν τις εξωτερικές εργασίες της Μονής… Την ίδια χρονική περίοδο φοβερός λιμός έπληξε την ευρύτερη περιοχή της Πελοποννήσου. Μεγάλη πείνα, που οφειλόταν σε παρατεταμένη έλλειψη τροφής, έφερε σε κίνδυνο τον κόσμο! Κι όλοι οι Πατέρες έστρεψαν τα βλέμματα τους στον «Θεόδωρο» ως τον μοναδικό που θα μπορούσε να βοηθήσει σ ’αυτήν την τόσο δύσκολη κατάσταση. Πραγματικά, ο «Θεόδωρος» επισκέφτηκε πολλά σπίτια Χριστιανών προκειμένου να τους στηρίξει και αν ήταν δυνατόν να εξοικονομήσει κάτι για την μοναστική αδελφότητα.
Συνέβη, όμως, και πάλι κάτι φοβερό! Μια γυναίκα ξεστόμισε εναντίον του μοναχού «Θεόδωρου» μια βαριά κατηγορία. «Ο καλόγερος, είπε, με άφησε έγκυο!» Η είδηση διαδόθηκε γρήγορα! Μια φοβερή συκοφαντία είχε ήδη στηθεί. Οι γονείς της εγκυμονούσας γυναίκας προσβεβλημένοι και θυμωμένοι ανέβηκαν στο μοναστήρι και βίαια πρόσταξαν τον «Θεόδωρο» να τους ακολουθήσει. Στη συνέχεια τον δίκασαν με συνοπτικές διαδικασίες και τον έκριναν ένοχο. Έλαβε την εσχάτη των ποινών, «θάνατον δι’ αποκεφαλισμού». Αν και μπορούσε με την αποκάλυψη του σώματός του να αποδείξει την αθωότητά του, προτίμησε να «σηκώσει» το βάρος της συκοφαντίας! Ως τόπος του μαρτυρίου ορίστηκε το χωριό Βάστα στην περιοχή της Αρκαδίας. Λέγεται, ότι πριν τον αποκεφαλισμό της, η Θεοδώρα ζήτησε από το Θεό το σώμα της να γίνει ναός, οι τρίχες της κεφαλής της να γίνουν δένδρα και το αίμα της ποτάμι! Πραγματικά, στη στέγη του ναού που ιδρύθηκε εκεί, στη Βάστα Αρκαδίας, μεγάλωσαν 17 δένδρα, τα οποία παραδόξως υπάρχουν και σήμερα!

Πρόκειται για ένα θαυμαστό και υπερφυσικό φαινόμενο! Ένα θαύμα της φύσης. Μια τοποθεσία ασύγκριτου κάλλους, που προσελκύει και υποβάλλει τον επισκέπτη-προσκυνητή στη λατρεία της Αγίας που τίμησε η Εκκλησία για τον ενάρετο βίο και τις θαυματουργικές συχνά ιδιότητές της.

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί οφειλόμενο χρέος στην Αγία Θεοδώρα Δαφνέδων Μυλοποτάμου…

Μιχάλης Τρούλης, Άρχων Ιερομνήμων της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας