Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ελληνικά παράδοξα της τελευταίας δεκαετίας αφορά τη σχέση των κυβερνήσεων με τις συμβουλευτικές εταιρείες. Θα περίμενε κανείς ότι μια κυβέρνηση που βρέθηκε αντιμέτωπη με μεγάλες προκλήσεις και πρωτόγνωρες συνθήκες θα κατέφευγε συχνότερα σε εξωτερικούς συμβούλους. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν το ακριβώς αντίθετο.
Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ, η οποία συχνά κατηγορήθηκε για έλλειψη εμπειρίας στη διαχείριση της κρατικής μηχανής, υπέγραψε συγκριτικά πολύ λιγότερες συμβάσεις με συμβουλευτικές εταιρείες. Αντίθετα, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, η οποία εμφανίζεται ως περισσότερο οργανωμένη και τεχνοκρατικά επαρκής, προχώρησε σε μια εντυπωσιακή αύξηση τέτοιων συνεργασιών.
Σύμφωνα με στοιχεία έρευνας του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Vouliwatch, που παρουσιάστηκαν σε δημοσιογραφικό ρεπορτάζ της Καθημερινής, η δαπάνη του ελληνικού Δημοσίου για συμβουλευτικές υπηρεσίες αυξήθηκε δραματικά τα τελευταία χρόνια. Το 2019 ανερχόταν σε περίπου 7,2 εκατομμύρια ευρώ, ενώ το 2025 έφτασε τα 585 εκατομμύρια. Πρόκειται για αύξηση που αγγίζει τις 81 φορές μέσα σε επτά χρόνια. Ακόμη και το 2024, η σχετική δαπάνη άγγιξε τα 597 εκατομμύρια ευρώ, ποσό που δείχνει τη μεγάλη κλίμακα αυτής της πρακτικής.
Συνολικά, από το 2017 έως το 2025, το ελληνικό Δημόσιο υπέγραψε 3.079 συμβάσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών, συνολικής αξίας άνω του 1,5 δισεκατομμυρίου ευρώ. Από αυτά, την περίοδο 2017–2019, δηλαδή στα τελευταία χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ, οι σχετικές δαπάνες έφτασαν μόλις τα 22,8 εκατομμύρια ευρώ. Αντίθετα, στα επόμενα επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, το ποσό ξεπέρασε το 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ.
Η εκρηκτική αυτή αύξηση μπορεί να ερμηνευθεί με διάφορους τρόπους. Μία εξήγηση είναι ότι στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα έχει εδραιωθεί η αίσθηση πως «λεφτά υπάρχουν» και άρα μπορούν να διοχετεύονται σε εξωτερικούς συνεργάτες και συμβούλους. Από μια άλλη οπτική, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια μορφή οικονομικής πολιτικής που στηρίζει έναν ολόκληρο κλάδο υπηρεσιών, μετατρέποντας σταδιακά τη χώρα σε «οικονομία συμβούλων», αντί για «οικονομία του καφέ», όπως συχνά λέγεται σκωπτικά.
Ωστόσο, υπάρχει ένα στοιχείο που προκαλεί ιδιαίτερο προβληματισμό. Περίπου έξι στις δέκα από αυτές τις συμβάσεις έγιναν με απευθείας ανάθεση. Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό ποσοστό συνεργασιών δεν προέκυψε μέσα από ανταγωνιστικές διαδικασίες, αλλά μέσω απευθείας επιλογής από τη διοίκηση.
Στο σχετικό ρεπορτάζ δίνονται διάφορες εξηγήσεις για αυτή τη διόγκωση των δαπανών: η πανδημία, που δημιούργησε έκτακτες ανάγκες, η αποδυνάμωση της δημόσιας διοίκησης και η ανάγκη για εξειδικευμένες υπηρεσίες. Ωστόσο, υπάρχει και μια πιο απλή ερμηνεία: η κυβέρνηση επιδιώκει να παράγει περισσότερο έργο και θεωρεί ότι οι εξωτερικοί σύμβουλοι μπορούν να συμβάλουν σε αυτό.
Παρά ταύτα, ο μεγάλος αριθμός συμβάσεων δεν απέτρεψε ορισμένες αστοχίες που προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το σχέδιο για το μαζικό κλείσιμο καταστημάτων των ΕΛΤΑ, το οποίο αποτέλεσε προϊόν συμβουλευτικής μελέτης και προκάλεσε έντονες κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις.
Το ζήτημα που ανακύπτει, επομένως, δεν είναι μόνο το ύψος της δαπάνης αλλά και η αποτελεσματικότητά της. Πόσο χρήσιμες αποδείχθηκαν στην πράξη αυτές οι συμβουλές; Ποιοι υπέγραψαν τις συμβάσεις και με ποια κριτήρια; Ποιες ήταν οι προσδοκίες και ποια τα πραγματικά αποτελέσματα;
Ίσως η συζήτηση για την αξιολόγηση του Δημοσίου θα έπρεπε να ξεκινήσει από αυτό ακριβώς το σημείο: από το κατά πόσο οι δημόσιες δαπάνες για συμβουλευτικές υπηρεσίες αποδίδουν πραγματική αξία στην κοινωνία. Άλλωστε, ο μεγάλος αριθμός συμβάσεων παρέχει πλέον αρκετά δεδομένα ώστε να εξαχθούν αξιόπιστα συμπεράσματα για το αν αυτή η επένδυση ωφέλησε τελικά το κράτος και τους φορολογούμενους.





