Σοκαριστικά στοιχεία για το κόστος ζωής στην Ελλάδα αποκαλύπτει πρόσφατη έρευνα για τον ετήσιο πληθωρισμό του Δεκεμβρίου 2025, φέρνοντας τη χώρα στις πρώτες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αυξήσεις τιμών βασικών αγαθών και υπηρεσιών.
Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για παραγωγό χώρα σε αρκετές κατηγορίες τροφίμων, η Ελλάδα καταγράφει πολλαπλάσιες αυξήσεις σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ, χωρίς αντίστοιχη προβολή ή συγκρίσεις από τα κυρίαρχα ΜΜΕ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, η Ελλάδα αναδείχθηκε 1η στην ΕΕ στις αυξήσεις τιμών γιαουρτιού, με ετήσια άνοδο 9%, επτά φορές μεγαλύτερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρά το πλεόνασμα εγχώριας παραγωγής. Αντίστοιχα, ήταν 1η στις αυξήσεις συνολικά στο κρέας, με ετήσια άνοδο 13,2%, σχεδόν τριπλάσια από τον μέσο όρο της ΕΕ (4,9%).
Στο μοσχάρι, η χώρα κατέλαβε τη 2η θέση στην ΕΕ, με ετήσια αύξηση 26,9%, διπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ στο χοιρινό βρέθηκε στην 3η θέση, με αυξήσεις πενταπλάσιες σε σχέση με την ΕΕ. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και το φρέσκο γάλα, όπου η Ελλάδα –αν και παραγωγός χώρα– ήταν 3η στην ΕΕ με αύξηση 9,9%, τριπλάσια από τον μέσο όρο.
Σημαντικές αυξήσεις καταγράφηκαν και στα φρούτα, με την Ελλάδα να είναι 3η στην ΕΕ, με υπερτετραπλάσιες αυξήσεις σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, την ώρα που οι αγρότες βρίσκονταν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για το κόστος παραγωγής και τις χαμηλές τιμές διάθεσης.
Ιδιαίτερα επιβαρυντική είναι η εικόνα και στην ενέργεια. Το ηλεκτρικό ρεύμα στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 4,1% το 2025, δηλαδή πενταπλάσια αύξηση σε σχέση με την ΕΕ (+0,8%), ενώ την ίδια περίοδο εννέα ευρωπαϊκές χώρες κατέγραψαν μειώσεις, με τη Γαλλία να φτάνει έως και -14%.
Στο στεγαστικό, η Ελλάδα κατέλαβε την 5η θέση στην ΕΕ στις αυξήσεις ενοικίων, με ετήσια άνοδο 8,4%, σχεδόν τριπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα νοικοκυριά. Παράλληλα, καταγράφονται υπερδιπλάσιες αυξήσεις στους λογαριασμούς τηλεφωνίας και Internet, καθώς και υψηλές αυξήσεις σε ρούχα, εστιατόρια και υπηρεσίες.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις διεθνείς πτήσεις, όπου η Ελλάδα –σε ένα καθεστώς περιορισμένου ανταγωνισμού– ήταν 3η στην ΕΕ, με ετήσια αύξηση 17,6%, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ περιορίστηκε μόλις στο 0,3%.

Τα στοιχεία σκιαγραφούν μια εικόνα έντονης ακρίβειας που πλήττει οριζόντια τα ελληνικά νοικοκυριά, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για τη λειτουργία της αγοράς, τον έλεγχο της αισχροκέρδειας και την αποτελεσματικότητα των πολιτικών αντιμετώπισης του πληθωρισμού.
Παράλληλα, η απουσία συστηματικών συγκρίσεων με την υπόλοιπη Ευρώπη αφήνει τους πολίτες χωρίς πλήρη εικόνα για το πόσο ακριβότερη έχει γίνει η καθημερινότητα στην Ελλάδα σε σχέση με την ΕΕ.
πηγή έρευνας propergranalyst





