ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΧατζηδοβαγγέληςΟ Βαγγέλης Χατζηδάκης (Χατζηδοβαγγέλης) γεννήθηκε το 1909 στις Μέλαμπες. Ήταν ψηλός κι αδύνατος με ωραίο παράστημα. Φορούσε υποδήματα, κυλότα και ανοικτό γιλέκο. Ευτυχής συγκυρία της ζωής να βρεθεί ανάμεσα στη μερακλίδικη μελαμπιανή ατμόσφαιρα της εποχής εκείνης.

Όλοι οι χωριανοί επιζητούσαν την παρέα του και τον απολάμβαναν σ’ όλες τις ευχάριστες οικογενειακές συγκεντρώσεις: αρραβώνες , γάμους, βαφτίσια και σε άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Τη στενή του παρέα αποτελούσαν κυρίως ο Ανδροκλής Δουκάκης, ο Γιάννης Χατζηδοβαγγέλης, ο Κουτσαυτάκης , ο Κωνσταντίνος Μπαγιαρτάκης , ο Ηλίας Τρουλλινός, ο Γιώργης Κουτσαυτάκης, ο Βαγγέλης Δουκάκης, ο Νίκος Μαμαλάκης, κ.α.

Απαιτούσε η παρέα να είναι σοβαρή, συγκροτημένη και πειθαρχημένη. Ήθελε αυτός που έλεγε τη μαντινάδα να μην αποπαίρνει και οι υπόλοιποι να επαναλαμβάνουν μόνο δύο φορές. Όταν η παρέα βρισκόταν στο δρόμο να τραγουδούν μόνον αυτοί που είχαν σωστό χρόνο, οι δε άλλοι στα σπίτια. Ο ίδιος τραγουδούσε παντού και ειδικά στις περίφημες μελαμπιανές καντάδες, που, όταν και οι καιρικές συνθήκες το επέτρεπαν, εξελίσσονταν σε πραγματική μελωδική μυσταγωγία. Να γιατί παραμένουν αξέχαστες σ’ όλους ντόπιους και ξένους. Όταν τραγουδούσε δεν έκοβε τη λύρα, πράγμα που παρατηρείται σε πολλούς λυράρηδες.

Την περίοδο της ακμής του, δεκαετία του τριάντα, εθεωρείτο από πλευράς τεχνικής ο πρώτος μετά το Ροδινό λυράρης της Κρήτης. Στα πρώτα καλλιτεχνικά βήματα του επηρεάστηκε από τους χωριανούς οργανοπαίκτες και κυρίως από τον Πολυζώη Τρουλλινό και αργότερα από τους σημαντικούς λυράρηδες της εποχής: Χαρίλαο Πιπεράκη, Αλέκο Καραβίτη, Αντώνη Καρεκλά, Μανώλη Λαγουδάκη και περισσότερο από τον Ανδρέα Ροδινό,τον οποίο εμιμείτο με τόση ακρίβεια και απέδιδε με τόση πιστότητα,όση δεν μπόρεσε ουδείς άλλος μέχρι σήμερα.

Οι μουσικές συνθέσεις του Χατζηδάκη είτε είναι δικές του εμπνεύσεις, είτε είναι διασκευές στις οποίες ωστόσο έχει υπεισέλθει η προσωπική συνεισφορά του δημιουργού. Πάνω στις κοντυλιές που πάτησαν σύγχρονοι του και μεταγενέστεροι ομότεχνοι του.

Και σήμερα δεν μπορεί να γίνει Μελαμπιανό γλέντι είτε στο χωριό είτε αλλού χωρίς τις μελωδίες του.

[youtube]http://www.youtube.com/watch?v=khrVHY8-0A4[/youtube]

Ο Βαγγέλης Χατζηδάκης δεν υπήρξε μόνο εξαίρετος λυράρης ,αλλά και δεξιοτέχνης τραγουδιστής. Στις μαντινάδες που συνήθιζε να λέει συνυπάρχει αρμονικά η ρομαντική νότα με το δραματικό στοιχείο. Άλλοτε στιχουργεί ο ίδιος, άλλοτε διαφοροποιεί γνωστούς στίχους και άλλοτε αντλεί από το ανεξάντλητο στιχουργικό απόθεμα του λαού μας, προκειμένου να τους τραγουδήσει στην κατάλληλη μουσική σύνθεση. Πετυχαίνει έτσι να συσχετίζει τα κατάλληλα λόγια με το ανάλογο μουσικό κομμάτι για να δημιουργηθεί ένα αρμονικό σύνολο.

Αλλά το κυριότερο χαρακτηριστικό της καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι η αμετακίνητη προσήλωση του στην κρητική μουσική παράδοση. Δεν απομακρύνεται ποτέ από τις καταβολές και τις βιωματικές επιδράσεις, που δέχτηκε. Άλλο χαρακτηριστικό είναι η λυρική διάθεση και το ασίγαστο πάθος . Οι αντιξοότητες της ζωής δεν στάθηκαν ικανές να τον ωθήσουν να παραιτήσει τη λύρα, μαρτυρώντας κατά τον πιο εύγλωττο τρόπο την αμετακίνητη αγάπη του γι’αυτήν.

Είναι γνωστό πως η μουσική παράδοση θέλει στη δούλεψη της πιστούς και αφοσιωμένους εργάτες. Κι ο Χατζηδάκης την υπηρέτησε με συνέπεια ,με σεβασμό και ευλάβεια. Αυτή ακριβώς η στάση του τον τοποθέτησε στην κορυφή των δημιουργών του μουσικού καλλιτεχνικού στερεώματος των Μελάμπων και της ευρύτερης περιοχής.

Ο βίος του Βαγγέλη Χατζηδάκη υπήρξε βραχύς. Πέθανε το 1965 σε ηλικία 56 ετών και τάφηκε στις Μέλαμπες, στον τόπο που ύμνησε με το δικό του το μοναδικό τρόπο, αλλά και που έγινε από όλους αποδεκτός και αγαπήθηκε όσο ελάχιστοι. Απόδειξη και η παρούσα προσπάθεια. Η λύρα του βρίσκει απήχηση και σήμερα σε όλους, ακόμη και στους νέους. Μοιάζει με το καλό κρασί, που όσο παλιώνει γίνεται πιο αρωματικό, πιο γευστικό.

Το κάθισμα του ,το κράτημα της λύρας, η παλινδρόμηση του δοξαριού, οι εισαγωγές, τα ταξίμια, το πάθος του δεν είναι εύκολο να να τα βρεις όλα αυτά σ’ένα καλλιτέχνη. Υπήρξε ένας παίκτης σπάνιος, ένα μεγάλο μουσικό ταλέντο, που χάθηκε χωρίς να έχει καταγραφεί το έργο του. Ακολούθησε δικό του δρόμο που χαρακτηρίζεται από αρμονική ευλυγισία και ευρηματική μελωδικότητα…

Του Γιάννη Ιωσήφ Χαχαριδάκη