Ολόκληρος ο Νομός Ρεθύμνης είναι μια «ζωντανή» χωροταξική τοιχογραφία από Βυζαντινά μοναστήρια και εκκλησίες όπου μπορεί να θαυμάσει κανείς τις αρχιτεκτονικές προτιμήσεις παλαιότερων εποχών, σπάνιες τοιχογραφίες και ανεκτίμητες εικόνες. Η προσπάθεια αυτή καταγράφει ένα δείγμα του παραδοσιακού θρησκευτικού πλούτου που διαθέτουμε. Προτείνει γνωστούς και άγνωστους δρόμους, τους «Δρόμους της Πίστης» με σκοπό ο επισκέπτης να γνωρίσει και να ταξιδέψει στην ενδοχώρα του νομού μας σε διαδρομές στους πολλούς άγνωστες, έρημες πολλές φορές, μαγικές τις περισσότερες και πεντάμορφες όλες τις εποχές.

Προτείνουμε στον επισκέπτη μας ν΄ ανοίξει τα μάτια της ψυχής του και με τους «Δρόμους της Πίστης» να επισκεφθεί τα γραφικά χωριουδάκια μας, να δοκιμάσει την κρητική κουζίνα, να γευθεί τα κρασιά και την τσικουδιά μας, να πάρει μέρος στα γλέντια και τα πανηγύρια, να χορέψει πεντοζάλη, αλλά το κυριότερο να γνωρίσει την καρδιά μας, τη φιλοξενία μας, την ενδοχώρα μας, το άλλο Ρέθυμνο.

Αρχιτεκτονική

Κατά την παλαιοχριστιανική εποχή, την εποχή δηλαδή της αρχικής αλλά εκτεταμένης επικράτησης του χριστιανισμού στην Κρήτη ανεγείρονται μεγαλοπρεπείς ναοί βασισμένοι σε μεγάλο βαθμό στην αρχιτεκτονικής της ύστερης αρχαιότητος. Οι ναοί αυτοί, όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και σ΄ ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο, κατά τον 5ο μέχρι και τις αρχές του 9ου αιώνα, ακολουθούν τον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με νάρθηκα που επικρατεί σχεδόν ως αποκλειστικός αρχιτεκτονικός τύπος με ελάχιστες παραλλαγές στη μορφή του. Είναι συνήθως τρίκλιτες με υπερυψωμένη στέγη στο μεσαίο κλίτος ώστε να εξασφαλίζεται πλούσιος φωτισμός στο εσωτερικό. Στο Ρέθυμνο έχουν αποκαλυφθεί ίχνη από αρκετούς παλαιοχριστιανικούς ναούς (περί τους 17), που είναι διάσπαρτοι σε όλη την έκταση του νομού. Από αυτούς έχουν ανασκαφεί συστηματικά οι παλαιοχριστιανικές βασιλικές Ελεύθερνας, Πανόρμου, Γουλεδιανών, Βιράν Επισκοπής και Βυζαρίου.

Κατά τον 9ο αιώνα διαμορφώνεται καιεπικρατεί ο νέος αρχιτεκτονικός τύπος του εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλο ναού. Ο ναός αυτού του τύπου έχει ορθογωνική κάτοψη, στέγη σε σχήμα σταυρού και τρούλο στηριζόμενο σε κίονες, που συμβολίζει τον ουράνιο θόλο. η διαμόρφωσή του βασίζεται σε κωνσταντινουπολίτικες επιρροές που την εποχή αυτή αυξάνουν, μια και η Κρήτη μόλις που έχει απελευθερωθεί από τους Άραβες. Στην ύπαιθρο του νομού Ρεθύμνης μπορεί να συναντήσει κανείς αρκετές εκκλησίες αυτού του τύπου όπως ο Άγιος Δημήτριος στο ομώνυμο χωριό (11ος αι.), ο Άγιος Γεώργιος στον Καλαμά Μυλοποτάμου (11ος αι.), η Παναγία στη Λαμπηνή (12ος αι) κ.α.

Ο ελεύθερος σταυρός με τρούλο είναι ένας άλλος αρχιτεκτονικός τύπος που διαφοροποιείται από τον προηγούμενο κυρίως ως προς την απουσία των γωνιακών διαμερισμάτων. Το καθολικό της Μονής Μυριοκεφάλων (11ος αι.) είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού τουτύπου. Ακόμα πιο σπάνια εφαρμόζεται ο τύπος του μονόχωρου με τρούλο ναού που τον αναγνωρίζουμε στις εκκλησίες του Αγίου Ευτυχίου στο Χρωμοναστήρι (11ος αι.) και του Σωτήρα στην Αρχαία Ελεύθερνα Μυλοποτάμου (12ος αι.).

Από τον 13ο αι. και σε όλη την διάρκεια της βενετοκρατίας κυριαρχεί ο αρχιτεκτονικός τύπος του μικρού, μονόχωρου, καμαροσκέπαστου ναού. Τα εκκλησάκια αυτά που τα συναντά κανείς με μεγάλη συχνότητα στη ρεθεμνιώτικη αλλά και γενικότερα την κρητική ύπαιθρο, ξεχωρίζουν για τα ξενόφερτα δυτικά χαρακτηριστικά τους όπως οι ανάγλυφες διακοσμήσεις στα παράθυρα και τις θύρες. Ιδιαίτερο παράδειγμα αποτελεί ο Άγιος Ιωάννης στο Γερακάρι όπου η καμαροσκέπαστη εκκλησία επεκτάθηκε με την προσθήκη στη δυτική πλευρά του τετραγωνικού, τρουλαίου κτίσματος, τακτική που ακολουθείται σε ορισμένες περιπτώσεις κατά το 14ο. προκειμένου να διευρυνθεί ο περιορισμένος χώρος της εκκλησίας.

Ζωγραφική

Στα παλαιοχριστιανικά χρόνια η διακόσμηση των εκκλησιών είναι ανεικονική και περιλαμβάνει γεωμετρικές συνθέσεις ή συνθέσεις από το φυτικό ή το ζωικό βασίλειο εκτελεσμένες κυρίως με την τεχνική του ψηφιδωτού. Η επακόλουθη εικονομαχική κρίση και περίοδος της αραβοκρατίας (827-961) εξαφάνισαν σχεδόν κάθε ίχνος εικονογραφικής διακόσμησης των εκκλησιών με αποτέλεσμα σήμερα να γνωρίζουμε ελάχιστα για την περίοδο εκείνη. Πάντως, από τα λιγοστά διατηρημένα δείγματα παλαιοχριστιανικής τέχνης, είναι εμφανές ότι κατά την περίοδο αυτή τα θέματα προέρχονται από τον αρχαίο κόσμο και ιδιαίτερα από την ελληνιστική τέχνη. Στα χρόνια της εικονομαχίας (726-843) η εικονογραφική θεματολογία προέρχεται από την παλαιοχριστιανική με τη διαφορά ότι τώρα αρχίζουν να διαμορφώνονται τα χαρακτηριστικά της βυζαντινής τεχνοτροπίας.

Μετά την αποκατάσταση των εικόνων το 843 αρχίζει η συστηματική πλέον διακόσμηση των ναών με εικονιστικά θέματα. Από τον 11ο αι. είναι εμφανής η διείσδυση της τέχνης της Κωνσταντινούπολης στον τοιχογραφικό διάκοσμο των εκκλησιών της Κρήτης τόσο ως προς τη διάταξη των θεμάτων όσο και ως προς την τεχνοτροπική τους απόδοση. Σχετικά με την τελευταία αξιοσημείωτη είναι η γραμμική πτυχολογία και τα έντονα περιγράμματα στην απόδοση των μορφών που διαπιστώνονται στις εκκλησίες του Αγίου Ευτυχίου και της Παναγίας Κεράς στο Χρωμοναστήρι. Κατά τον 12ο αι., την εποχή δηλαδή των Κομνηνών Αυτοκρατόρων, οι σχέσεις της Κρήτης με την πρωτεύουσα συσφίγγονται ακόμα περισσότερο. Η ζωγραφική τώρα, αριστοκρατική και εκλεπτυσμένη, χαρακτηρίζεται από μία τάση για αναβίωση της κλασικής παράδοσης που εκφράζεται μέσα από την ευγένεια των προσώπων, την επιμήκυνση των μορφών και τις φωτοσκιάσεις που προσδίδουν όγκο στα πρόσωπα και τις πτυχές. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι εμφανή στις εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου στον Καλαμά Μυλοποτάμου, του Σωτήρα Χριστού στην Ελεύθερνα, της Αγίας Άννας στο Νευς Αμάρι και της Παναγίας στα Μυριοκέφαλα.

Κατά τους δύο πρώτους αιώνες της βενετοκρατίας – το 13ο και το 14ο – εκατοντάδες μικρών τοιχογραφημένων εκκλησιών μαρτυρούν την ανάπτυξη του νησιού. Ο συντηρητισμός που τις διακρίνει οφείλεται στην απόσταση του νησιού από τις καλλιτεχνικές διεργασίες που οδήγησαν στην αναγέννηση των Παλαιολόγων. Ωστόσο τα μοναστήρια καλούν ζωγράφους από το κέντρο κι έτσι αρχίζει μια επαφή που σιγά – σιγά επεκτείνεται. Η διείσδυση της Παλαιολόγειας ζωγραφικής που ανανέωσε την κρητική και έθεσε τα θεμέλια για τους νέους προσανατολισμούς της, πραγματοποιήθηκε μέσα στις πρώτες δεκαετίες του 14ου.

Αυτή η «ανανέωση» της ζωγραφικής δεν θα μπορούσε να είναι άσχετη με την ιστορική και οικονομική πραγματικότητα της εποχής, η οποία σημαδεύεται από τη συνθήκη του Αλέξιου Καλλέργη το 1299, σύμφωνα με την οποία η Βενετία παραχωρεί στους αρχηγούς της επανάστασης φέουδα και θρησκευτικές ελευθερίες. Έτσι η αρχαϊκή ζωγραφική με τα ισχυρά περιγράμματα άρχισε να αντικαθίσταται από μία νέα τεχνοτροπία που βασιζόταν στην εφαρμογή της τεχνικής της φωτοσκίασης και της προοπτικής απόδοσης του χώρου. Η «αντικλασική» αυτή ζωγραφική, που είχε διαμορφωθεί και ήδη εφαρμοζόταν στην Κωνσταντινούπολη του τέλους του 13ου αι. στην
αρχή συνδυαζόμενη με την παραδοσιακή τεχνική, κυριάρχησε κατασκευάζοντας ογκώδη σώματα γεμάτα ζωή και τρισδιάστατες συνθέσεις.

Οι μισές περίπου εκκλησίες της Κρήτης (έχουν εντοπιστεί πάνω από 800) διαπνέονται από το παλαιολόγειο στυλ, γεγονός που δικαιολογείται και από τη σχέση της ορθόδοξης εκκλησίας με τη μητρόπολη του Μιστρά, λόγω της κατάργησης από του Βενετούς των ορθόδοξων επισκοπών. Εξάλλου, οι πνευματικές και θεολογικές τάσεις αναμφισβήτητα επηρέαζαν τις καλλιτεχνικές δημιουργίες της περιόδου. Τέχνη και πνευματικότητα ήταν εκφράσεις της ίδιας θρησκευτικής συνείδησης, του ίδιου θρησκευτικού πνεύματος.

Εκτός από το φιλοσοφικό και θεολογικό πλαίσιο που επηρεάζει την τεχνοτροπική απόδοση της εικόνας, υπάρχουν και τα ιταλικά στοιχεία που εμπλουτίζουν την εικονογραφία: στολές στρατιωτικών μορφών, φωτοστέφανοι και στέμματα, τιάρες, επιτραπέζια σκεύη, αρχιτεκτονήματα κλπ. Η πολύ καλή γνώση της ιταλικής ζωγραφικής, που μαρτυρείται από τα έργα τα έργα των κρητών ζωγράφων, όπως αποδεικνύεται από τα αρχεία, οφείλεται όχι μόνο στο ότι πολλοί από αυτούς ζούσαν στη Βενετία, αλλά και στο ότι μπορούσαν να μελετήσουν δυτικά έργα ζωγραφικής επί τόπου, σε καθολικά μοναστήρια, σπίτια ιδιωτών και δημόσια κτήρια. Εξάλλου Έλληνες ζωγράφοι μαρτυρούνται στη Βενετία μόνο από τον 16ο αι., όταν ιδρύθηκε εκεί η Ελληνική Κοινότητα. Ουσιαστικά, οι κρήτες ζωγράφοι, λόγω της ποικίλης πελατείας τους, αναγκάζονται να μάθουν να ζωγραφίζουν όχι μόνο a la greca αλλά και a la latina ή ακόμα συνδυάζοντας τις δύο παραδόσεις.

Στο τέλος του 14ου αι., μετά την καταστολή της επανάστασης του 1367 και με την εδραίωση της ειρήνευσης στο νησί, η ρεαλιστικής αντίληψης ζωγραφική που εφαρμοζόταν ως τώρα αρχίζει να αποκτά έναν ακαδημαϊκό και ιδεαλιστικό χαρακτήρα, προερχόμενο από την Πρωτεύουσα. Βασικά χαρακτηριστικά της νέας αντίληψης είναι η κομψότητα, η χάρη, η ηρεμία και η ισορροπία,που εκφράζονται κυρίως μέσω των ραδινών μορφών, της λεπτομερειακής απόδοσης των χαρακτηριστικών των πλασμένων με σκούρο προπλασμό προσώπων, των κτιρίων που αποτελούν αναμνήσεις των ελληνιστικών, των γραμμικών φώτων και του διάχυτου φωτισμού στα σαρκώματα των μορφών. Η κατοχή φέουδων από την οικογένεια Καλλέργη στην επαρχία Μυλοποτάμου δικαιολογεί τη διείσδυση της παλαιολόγειας ζωγραφικής στην Κρήτη από το 1299, όσο και η ανανέωσή της από το τέλος του 14ου αι ερμηνεύονται από τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες της εποχής διαμορφωμένες σε μεγάλο βαθμό από τη δράση της οικογένειας Καλλέργη.

Μέσα το 15ο αι. η ανανέωση της ζωγραφικής θα προχωρήσει ακόμα περισσότερο, γεγονός που ερμηνεύεται τόσο από την έξοδο προς την Κρήτη καλλιτεχνών από την Πρωτεύουσα, που τώρα βρίσκεται κάτω από την απειλή των Οθωμανών (Νικόλαος Φιλανθρωπινός, Αλέξιος Απόκαυκος, Εμμανουήλ Ουρανός), όσο και από τη μετάβαση Κρητών ζωγράφων στην Πρωτεύουσα (Άγγελο και Ιωάννης Ακοτάντος). Σε μια σειρά μνημείων που χρονολογούνται στο τέλος του 14ου και στις αρχές του 15ου αι., εικονογραφείται η ανανέωση της τοπικής ζωγραφικής που χαρακτηρίζεται από τη φυσική ευγένεια των προσώπων, τη λεπτόλογη επεξεργασία των χαρακτηριστικών (σκιές κάτω από τα μάτια, φωτισμός, σκούρος προπλασμός που εξασφαλίζει την απόδοσητου όγκου) και τη συγκρατημένη κίνηση. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά θα τα συναντήσουμε στις φορητές εικόνες που από τα μέσα του 15ου αι κ.ε. θα επικρατήσουν παραμερίζοντας την τοιχογραφική διακόσμηση των εκκλησιών.

Αντιπροσωπευτικός ζωγράφος της περιόδου αυτής είναι ο Άγγελος που πάντα υπογράφει μόνο με το μικρό του όνομα. Περισσότερα από 30 ενυπόγραφα έργα του έχουν εντοπισθεί στην Κρήτη, το Σινά, την Πάτμο, τη Νάξο, τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα. Στην Κρήτη σώζονται μόνο 8 ενυπόγραφα έργα του στις Μονές Οδηγήτριας. Βαλσαμόνερου, Βροντησίου, Αγία Μονή Βιάννου και στις Μάλλες Ιεράπετρας. Μία μαρτυρία για κάποια εικόνα του στον Άγιο Γεώργιο του Καϊρου με χρονολογία 1604 δεν έχει επαληθευτεί κι έτσι ο Άγγελος, κυρίως εξαιτίας της τεχνοτροπίας του που βασίζεται στην Κωνσταντινουπολίτικη παράδοση, τοποθετείται στην ομάδα των ζωγράφων του β΄ μισού του 15ου αι. Έχει ταυτιστεί με το γνωστό από τις αρχειακές πηγές ζωγράφο Άγγελο Ακοτάντο. Η τέχνη του χαρακτηρίζεται από την αγάπη του για την απόδοση της λεπτομέρειας, από τις άσπρες γραμμές των φώτων και τα σφιχτά  περιγράμματα.

Εξίσου αντιπροσωπευτικός ζωγράφος της εποχής είναι και ο Ανδρέας Ρίτζος που σύμφωνα με τις μαρτυρίες ζει και εργάζεται στο β΄ μισό του 15ου αι. Γεννήθηκε το 1422 και θα πρέπει να ήταν γόνος βενετοκρητικής οικογένειας. Στα περισσότερα έργα του, που βρίσκονται στην Ιταλία και την Πάτμο, είναι εμφανής ο ακαδημαϊσμός του που εκφράζεται μέσα από τις μνημειακές μορφές και τις πυκνές γραμμές των φώτων. Επίσης ζωγραφίζει όχι μόνο σύμφωνα με το βυζαντινό τρόπο αλλά και σύμφωνα με τον δυτικό όπως φαίνεται από τους μαρμάρινους θρόνους, τους λεπτοδουλεμένους φωτοστέφανους και τα διακοσμητικά μοτίβα. Ο γιός του Νικόλαος Ρίτζος, επίσης ζωγράφος, μνημονεύεται σε έγγραφα από το 1466 ως το 1503. Το μοναδικό ωστόσο βέβαιο έργο του είναι μια εικόνα της Δέησης στο Σεράγιεβο που φέρει την υπογραφή «Χειρ Νικολάου Ρίτζου, υιός του μαϊστρου Ανδρέου».

Δύο επίσης πολύ σημαντικοί ζωγράφοι του β΄μισού του 15ου αιώνα είναι ο Ανδρέας Παβίας και ο Νικόλαος Τζαφούρης. Ζωγραφίζουν «ιταλοκρητικά» και καθιερώνουν εικονογραφικούς τύπους, όπως αυτός της «Άκρας ταπείνωσης» που θα αποτελέσουν πρότυπα για τους μεταγενέστερους ζωγράφους. Βασικός εκπρόσωπος της κρητικής τέχνης του 16ου αι. είναι ο μοναχός Θεοφάνης Στρελίτζας ή Μπαθάς, πιο γνωστός ως Θεοφάνης ο Κρης.
Η καταγωγή του ήταν από το Χάνδακα και θα πρέπει να γεννήθηκε στα 15 τελευταία χρόνια του 15ου αι. Το πρώτο γνωστό του έργο είναι η διακόσμηση της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου του Αναπαυσά στα Μετέωρα (1527). Ακολουθεί το καθολικό της Μονής Μεγίστης Λαύρας το 1536 και η Μονή Σταυρονικήτα το 1545-46. Πέθανε στις 24-2-1559 στο Χάνδακα.

Γενικά μπορούμε να πούμε ότι: 1. Ο Θεοφάνης επαναλαμβάνει καθιερωμένα θέματα, 2. Δανείζεται μοτίβα από τη δυτική τέχνη και 3. καθιερώνειεικονογραφικά θέματα που γίνονται ένα είδος προτύπου για μελλοντικές γενιές. Επίσης μεγάλος ζωγράφος του 16ου αι. είναι ο Μιχαήλ Δαμασκηνός που γεννήθηκε το 1530-35 στο Χάνδακα και εργάστηκε στο β΄ μισό του 16ου αι. στη Βενετία, την Κέρκυρα. τη Ζάκυνθο, το Μπάρι και το Χάνδακα. Ζωγραφίζει είτε παραδοσιακά βασιζόμενος σε παλαιολόγεια πρότυπα είτε υιοθετώντας ιταλικά στοιχεία.

Ο Κλόντζας είναι ένας ακόμα σημαντικός ζωγράφος του 16ου αι. Σώζονται 12 ενυπόγραφα έργα του και δύο χειρόγραφά του. Βασικά χαρακτηριστικά της τέχνης του είναι ο μικρογραφικός της χαρακτήρας, οι ψηλόλιγνες μορφές, τα αναγεννησιακά κτήρια και οι πολυπρόσωπες συνθέσεις, στοιχεία που τον απομακρύνουν από τη βυζαντινή παράδοση.

Ο κατάλογος των ζωγράφων του 16ου αι. κλείνει με το Δομήνικο Θεοτοκόπουλο τον επονομαζόμενο El Greco που ξεκινώντας την καριέρα του από την Κρήτη έμαθε να ζωγραφίζει σύμφωνα με το μεταβυζαντινό στυλ. Από το 1567 που βρέθηκε στη Βενετία άρχισε να επιδίδεται σε ένα νέο είδος ζωγραφικής που θα το καλλιεργήσει και στη Ρώμη και αργότερα, από το 1577, στο Τολέδο. Από τα έργα της κρητικής του περιόδου έχουν σωθεί ελάχιστα, ανάμεσα στα
οποία η εικόνα της Κοίμησης της Θεοτόκου στην Ερμούπολη της Σύρου όπου ακολουθείται τα παραδοσιακό εικονογραφικό σχήμα αποδομένο με τον παλαιολόγειο τρόπο αλλά και συνδυασμένο με δευτερεύοντα ιταλικά στοιχεία.