Λίγο πριν από την πρεμιέρα της Τελευταίας Θάλασσας στο The Garage Theatre στις 27 Φεβρουαρίου, συναντάμε τη σκηνοθέτη Ελένη Δάγκα για μια συζήτηση γύρω από τη σκηνική μεταφορά ενός απαιτητικού και ατμοσφαιρικού κειμένου.
Με οδηγό ένα έργο που ακροβατεί ανάμεσα στις ιστορικές αναφορές και τη μυθοπλασία του ψυχολογικού θρίλερ, η ίδια μιλά για τη δική της ματιά, τη δουλειά με τους ηθοποιούς και τη δυναμική του χώρου που φιλοξενεί την παράσταση.

Τι ήταν αυτό που σας κέντρισε περισσότερο στο κείμενο του Μάνου Λιουδάκη και σας οδήγησε να αναλάβετε τη σκηνοθεσία της Τελευταίας Θάλασσας;
Η αλήθεια είναι πως την ιστορία την άκουσα για πρώτη φορά, όταν την έφερε ο, ηθοποιός και συνεργάτης μου, Γιώργος Ξενικάκης στην πρόβα, ως μέρος της μελέτης για την προηγούμενη παράστασή μας Τρισεύγενης Box. Με προβλημάτισε και μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Για αυτό, τη συζήτησα με τον Μάνο Λιουδάκη που ενθουσιάστηκε με τη σειρά του και μου ανακοίνωσε την πρόθεσή του να ασχοληθεί μαζί της. Από εκεί και πέρα παρακολούθησα με αγωνία τη γέννηση αυτού του έργου. Αυτό που με συγκλόνισε στο τελικό κείμενο είναι πως δεν πρόκειται απλώς για μια ιστορία με σκοτεινό φόντο· είναι μια κατάδυση στο σημείο όπου ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τα όριά του. Το κείμενο έχει μια ποιητικότητα, αλλά ταυτόχρονα μια ωμή ειλικρίνεια. Αυτή η σύγκρουση με γοήτευσε και με προκάλεσε να βρω τον σκηνικό της παλμό. Και ευχαριστώ βαθιά τον Μάνο για την ευκαιρία να καταδυθώ και πάλι στο σύμπαν του.
Θα πρέπει, βέβαια, να διευκρινίσω πως, αν και το έργο έχει συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές από το βιβλίο του Γάλλου Joseph Pitton de Tournefort, εντούτοις αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας.
Το έργο ισορροπεί ανάμεσα στο ιστορικό γεγονός και στο ψυχολογικό θρίλερ. Πώς επιλέξατε να αποδώσετε σκηνικά και ατμοσφαιρικά αυτή τη διττή ταυτότητα;
Δεν θέλησα να κάνω μια ρεαλιστική αναπαράσταση των 2 εποχών. Αντίθετα, δούλεψα πάνω σε μια ατμόσφαιρα σχεδόν διαχρονική. Τα εκπληκτικά σκηνικά στοιχεία της Βίκης Γούσιου δίνουν έμφαση στο φως και στους συμβολισμούς, ενώ το επιβλητικό ηχητικό περιβάλλον και η μουσική του Πρόδρομου Καραδελόγλου δημιουργούν μια διαρκή αίσθηση απειλής και εσωτερικής ταραχής. Το ιστορικό πλαίσιο λειτουργεί σαν σκιά- δεν επιβάλλεται, αλλά υπάρχει. Το στοιχείο του ψυχολογικού θρίλερ, αντίθετα, είναι μπροστά, ζωντανό, σχεδόν ασφυκτικό.
Ο χώρος του The Garage Theatre έχει τη δική του ιδιαίτερη δυναμική και εγγύτητα με το κοινό. Πώς αξιοποιήσατε αυτή τη συνθήκη στη σκηνοθετική σας προσέγγιση;
Η εγγύτητα του χώρου είναι ευλογία αλλά και ευθύνη. Δεν υπάρχει απόσταση ασφαλείας. Ο θεατής βρίσκεται σχεδόν μέσα στη δράση- κυρίως σε αυτήν την παράσταση που το περιβάλλον τον «αγκαλιάζει» διακριτικά. Αυτό μας οδηγεί πάντα σε μια πιο εσωτερική υποκριτική προσέγγιση. Οι σιωπές ακούγονται, οι αναπνοές γίνονται μέρος της αφήγησης. Θέλω το κοινό να νιώθει ότι παρακολουθεί κάτι που συμβαίνει μπροστά του, όχι κάτι που «παίζεται» για εκείνο.


Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη μεταφορά ενός τόσο εσωτερικού και σκοτεινού κειμένου στη σκηνή; Υπήρξαν σημεία που χρειάστηκαν ειδική δραματουργική επεξεργασία;
Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να αποφύγουμε το ειδικό βάρος του «σκοτεινού». Όταν ένα έργο κινείται σε τόσο έντονα υπαρξιακό πεδίο, υπάρχει ο κίνδυνος όλα να βυθιστούν στο «μαύρο» και το «τρομακτικό». Ο στόχος μας, όμως, δεν ήταν ποτέ να τρομάξουμε το κοινό. Δουλέψαμε, λοιπόν, δραματουργικά μαζί με τον συγγραφέα, ώστε να υπάρχουν διακυμάνσεις -στιγμές χαλαρότητας και χιούμορ, σχεδόν γαλήνης πριν από την καταιγίδα. Κάποια σημεία συμπυκνώθηκαν, όχι για να αλλάξει το νόημα, αλλά για να ενισχυθεί ο ρυθμός και η ένταση.
Σκηνοθετικά απομάκρυνα την ερμηνεία μου από το ρεαλισμό και ανέδειξα περισσότερο τα συμβολικά στοιχεία του εγκλωβισμού, των ιστοριών που μπλέκονται σφιχτά σαν κόμποι και αδυνατείς να βρεις την αρχή του νήματος.
Πώς δουλέψατε με τους ηθοποιούς πάνω στην ένταση, τη σιωπή και τα όρια της λογικής που διατρέχουν το έργο;
Ξεκινάμε πάντα από τον αυτοσχεδιασμό και τη μελέτη. Οι ιστορίες δεν είναι μόνο λόγος· είναι στάση, βλέμμα, παύση, είναι το πριν και το μετά στο χρόνο. Κάναμε πολλή δουλειά πάνω στη σιωπή και στο τι συμβαίνει όταν δεν μιλάς, αλλά και το αντίθετο- πώς ο περίσσιος και επίμονος λόγος επηρεάζει τη διαύγεια. Τα όρια της λογικής που μας ενδιαφέρουν εδώ, τα αφήσαμε να διαπεράσουν τους διαλόγους, ευχόμενοι να μετακινήσουν τη σκέψη των θεατών μας.
Έχω, βέβαια, την τεράστια τύχη να συνεργάζομαι με εξαιρετικούς ηθοποιούς που με ακολούθησαν με εμπιστοσύνη, γιατί, για άλλη μια φορά, ρισκάρουμε- η ερμηνεία μας θα είναι στοίχημα που ευχόμαστε να κερδηθεί.

Τι θα θέλατε να βιώσει ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση; Να αισθανθεί φόβο, κάθαρση, αμφιβολία — ή κάτι πιο υπαρξιακό;
Ό,τι επιθυμώ σε κάθε παράσταση: να ωθήσει τους θεατές σε σκέψεις. Να μην αποχωρήσουν με φόβο ή ανακούφιση, αλλά με ένα ερώτημα που θα τους ακολουθεί. Υπάρχει και ένα μυστικό σε αυτήν την παράσταση: ίσως όλοι οι θεατές να μη δουν την ίδια ακριβώς ιστορία- να μη βγάλουν τα ίδια συμπεράσματα! Ίσως οι συζητήσεις για την παράσταση μετά, να μοιάζουν με τις συζητήσεις των ηρώων κατά τη διάρκεια της παράστασης. Αναμένουμε…
Η Τελευταία Θάλασσα δεν δίνει απαντήσεις· ανοίγει ρωγμές. Και μέσα από αυτές τις ρωγμές, ίσως ο καθένας μας αντικρίσει τη δική του «τελευταία θάλασσα».





