Ένας από τους πρωτομάστορες της κρητικής μουσικής τιμήθηκε πριν λίγες μέρες στο χωριό του, στα Ακτούντα του δήμου Βασιλείου. Ένα όμορφο χωριό με ωραία θέα προς του Κισσού το Κάμπο και το βουνό Κέντρος.

Ο Αλέκος Καραβίτης ήταν ένας από τους Πρωτομάστορες της Κρητικής Μουσικής. Ταξίδεψε στην Αμερική, Ευρώπη και Αίγυπτο που διαβιούσαν τότε πολλοί Κρήτες απόδημοι και μαζί με τους τότε πρωτοχορευτές της Κρήτης, έδειξαν το μεγαλείο της Κρητικής παράδοσης.

Ο Αλέκος Καραβίτης τιμήθηκε σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο χωριό του, από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Ακτούντων «Ευγορείτης» με συντονίστρια τη δημοσιογράφο Εύα Λαδιά. Για τον μεγάλο καλλιτέχνη μίλησε ο γνωστός συνθέτης Μπάμπης Πραματευτάκης, ενώ χαιρέτισαν ο Δήμαρχος Αγίου Βασιλείου Γιάννης Ταταράκης, η Φέφη Βαλαρή, ο Σωκράτης Τσουρδαλάκης, ο Μανόλης Παπυράκης, ο Νίκος Παπαδάκης ο Μανόλης Δημητρακάκης  και στο τέλος τα εγγόνια Χριστίνα Πολίτηκαι Αλέξανδρος Καραβίτης.

Το μουσικό μέρος της εκδήλωσης πλαισίωσαν οι Αλέξανδρος Παπαδάκης και Μιχάλης Αλεφαντινός με τα συγκροτήματα τους, ενώ χόρεψε ο Χορευτικός Όμιλος «Πυρρίχια Δρώμενα».

Ήταν μια τέλεια και σωστά οργανωμένη εκδήλωση, στην οποία παρέστησαν τα εγγόνια του, η εγγονή του, η δημοσιογράφος Χριστίνα Πολίτη, κόρη του μοντέλου Υακίνθης Καραβίτη, που το 1959 είχε ανακηρυχθεί Μις Ελλάς, καθώς και ο εγγονός του Αλέξανδρος Καραβίτης, του γιου του μεγάλου καλλιτέχνη Γιώργου.

Πλην του Πολιτιστικού Συλλόγου «Ευγορείτης», ενεργότατο ρόλο στην διοργάνωση της εκδήλωσης είχε και η ανιψιά του αείμνηστου καλλιτέχνη, Μαρία Πορίχη Καραβίτη, που ικανοποιημένη την είδε να στέφεται με απόλυτη επιτυχία. Η εκδήλωση έγινε υπό την αιγίδα της Περιφερειακής Ενότητας Ρεθύμνου και του Δήμου Αγίου Βασιλείου.

Ποιος ήταν ο Αλέκος Καραβίτης

Γεννήθηκε στ’ Ακτούντα το 1904. Μικρό, ορεινό το χωριό αλλά μια μικρογραφία παραδείσου στην παλάμη της επαρχίας Αγίου Βασιλείου.Ο Αλέκος ήταν το τρίτο παιδί πολυμελούς οικογένειας. Οκτώ παιδιά είχε να μεγαλώσει ο Στρατής Καραβίτης μα δεν βαρυγκωμούσε. Κι όταν τον έπαιρνε το παράπονο από τη σκληρή βιοπάλη, στη λύρα του απίθωνε τον καημό του. Οι δοξαριές αυτές κι άλλες που έβγαιναν από χαράς ξεφάντωμα, πήραν να φτερώνουν τη φαντασία του μικρού Αλέκου, που έβαλε σκοπό να μάθει το μαγικό αυτό όργανο.

Από μικρός έδειχνε να έχει μια έφεση στη μουσική. Πρώτος το διαπίστωσε και ο δάσκαλός του ο περίφημος Εμμανουήλ Γενεράλης. Ήταν μια μέρα που «έπιασε» το μαθητή του να παίζει χαμπιόλι και να κτυπά ρυθμικά το θρανίο. Εντυπωσιάστηκε. Κι είπε στο μικρό πως αξίζει να ασχοληθεί περισσότερο με τη μουσική, αφού είχε το ρυθμό μέσα του. Αυτοδίδακτος ο Αλέκος άρχισε να πειραματίζεται με αυτοσχέδιο υποτυπώδες λυράκι που ο ίδιος κατασκεύασε. Κανονική λύρα απόκτησε σε ηλικία 15 χρόνων το 1919.Το πρώτο πράγμα που έβαζε στο βουργιάλι του όταν πήγαινε να φροντίσει τα αιγοπρόβατα στο βουνό, ήταν η λύρα. Μπορεί να ξεχνούσε να πάρει μαζί του φαγητό. Τη λύρα του όμως ποτέ δεν την ξεχνούσε. Πολλά ήταν τα ακούσματα που κυριαρχούσαν στο παίξιμό του. Κυρίως αντέγραφε σκοπούς του. Αναλαμπή και του Πελεκανογιώργη από το Βάτο. Ζούσε το δικό του ονειρεμένο κόσμο.

Η ζωή όμως απαιτούσε να βρει ο μικρός το δρόμο του. Δεν γινόταν να μείνει βοσκός. Έδειχνε σημάδια έντονης προσωπικότητας που δεν θα έμενε για πολύ όμηρος της μιζέριας.Έρχεται στην Αθήνα το 1921 και υπηρετεί τη θητεία του, σαν εθελοντής στην Χωροφυλακή μέχρι το 1925. Από τον επόμενο χρόνο αποφασίζει να μείνει στην πρωτεύουσα. Σκοπός του να δημιουργήσει κάτι πρωτοποριακό που δεν θα τον απομάκρυνε από τη λύρα του. Ιδανική λύση του έδωσε το καφενείο-ταβέρνα που άνοιξε στη θέση «Φόρος» στη γέφυρα Κουκακίου, που υπήρχαν τα διόδια. Σύντομα έγινε εκεί το στέκι κάθε Κρητικού. Ο Καραβίτης του εξασφάλιζε τις αυθεντικές γεύσεις της Κρήτης και θεράπευε τη νοσταλγία του με τις απαράμιλλες κοντυλιές του. Σε κείνα τα πρώτα βήματα φαινόταν ο επηρεασμός που είχε δεχθεί ακούγοντας και τον περίφημο Πολυζώη Τρουλλινό από τις Μέλαμπες.

Με το πέρασμα του χρόνου απόκτησε το δικό του ύφος. Και λέγεται ότι κανένας δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί του ιδιαίτερα στη Ρεθεμνιώτικη σούστα. Πάντα είχε να παρουσιάσει δικές του μαντινάδες κι είναι αρκετές που έμειναν να τον θυμίζουν:

Εγώ ‘μαι τ’ αοριού παιδί και του βουνού μια θρέμμα
και να με πάρει δεν μπορεί του ποταμού το ρεύμα.

Στη μαντινάδα αυτή αυτοπροσδιοριζόταν, αφού ποτέ δεν κατάφερε ούτε το περιβάλλον του, ούτε η κοινωνική του άνοδος να τον απομακρύνει από τις ηθικές του αξίες και τα πιστεύω του. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1940 ο Αλέκος Καραβίτης, ηχογράφησε αρκετούς δίσκους με χορούς και τραγούδια απ’ όλη τη γκάμα της κρητικής μουσικής, αλλά και νησιώτικα με συνεργάτες του στο λαούτο και στο τραγούδι τον Μπαξεβάνη, το Γιώργη Κουτσουρέλη, το Νίκο Τζουγάνο (Μαστρόκαλο) και το Σταύρο Μαυροδημητράκη.

Το 1939 πραγματοποίησε μια μεγάλη περιοδεία στην Αίγυπτο μαζί με τον Μανόλη Λαγό, τον Μπαξεβάνη και το χορευτικό συγκρότημα του Σταμάτη Παπαδάκη.

Είχε όμως και το χάρισμα της χρηστής διαχείρισης. Με σκληρή δουλειά είχε καταφέρει να ζει άνετα πριν ακόμα πατήσει τα σαράντα του χρόνια. Επέμενε όμως να περνά νοικοκυρεμένα, χωρίς σπατάλες υπερβολικές, πρόθυμος πάντα να βοηθήσει κάθε Κρητικόπουλο που ερχόταν στην πόρτα του να ζητήσει την υποστήριξή του μέχρι να προσαρμοστεί στο περιβάλλον της πρωτεύουσας. Ήταν μεγάλη καρδιά ο Καραβίτης και όλοι του το αναγνώριζαν.

Πολλές οι παρέες που τον θαύμαζαν και δεν έχαναν ευκαιρία να τον απολαύσουν. Από τους πιο θερμούς θαυμαστές του και ο κοντοχωριανός του Κωστής Παπαδάκης από το Βάτο Αγίου Βασιλείου. Ο γενναίος δημοσιογράφος που θα έπεφτε στο πεδίο της τιμής 4 Νοεμβρίου 1940 στο Νεστόριο Καστοριάς. Ήταν ο πρώτος νεκρός ανταποκριτής στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940. Με την παρέα αυτή ο Καραβίτης κατάφερε να καθιερώσει τη λύρα και να προσηλυτίσει πολλούς που έγιναν σύντομα ένθερμοι θαυμαστές της εκεί στην πρωτεύουσα.

Κάποια στιγμή βρίσκεται στο δρόμο του ο Φιξ, που θα του αλλάξει τη ζωή. Εκτιμώντας τον ακέραιο χαρακτήρα του τον ορίζει αποκλειστικό αντιπρόσωπο της παγοποιίας του, πόστο που ανεβάζει την οικονομική του επιφάνεια. Τα χρήματα δεν αλλοιώνουν τον λαμπρό χαρακτήρα του. Γίνεται ο διακριτικός αρωγός κάθε Κρητικού που αντιμετωπίζει πρόβλημα. Αμέτρητες οι φιλανθρωπίες του. Σε πολλά έργα του χωριού υπάρχει και η δική του συμβολή. Αργότερα θα συμβάλει και στην οικονομική ενίσχυση του Πανεπιστημίου Κρήτης όταν είχε ανάγκη και το μονόλεπτο για την εξασφάλιση των υποδομών που θα επέτρεπαν τη λειτουργία του. Είναι ο άρχοντας που ποτέ όμως δεν επεδίωξε την προβολή.

Η Δώρα Στράτου γοητεύεται από την προσωπικότητά του και σύντομα τον κάνει καλλιτεχνικό διευθυντή του συγκροτήματός της. Ο Αλέκος Καραβίτης ταξιδεύει σ’ όλο τον κόσμο και τιμά την Κρήτη.Όσο μακριά κι αν ταξιδεύει όμως, όπως διαβάζουμε στην νεκρολογία που δημοσίευσε ο λόγιος εκπαιδευτικός και συγγραφέας κ. Μανόλης Δημητρακάκης, δεν ξέχνα την γενέτειρα.

Και τραγουδά:

Άχι Κουτρουλαινό νερό κι Ακτουδιανέ μου αέρα
Να μπόρουνα να σ’ έπινα το μήνα μιαν ημέρα
Να μπόρουνε να πέταγα στ’ Ακτούντα στο Κέφάλι
ν’ άψω κερί στην Παναγιά και να ‘ρθω πίσω πάλι
Ακτουδιανό μου αγίασμα στω Σκαφιδιών τη βρύση
κι όποιος ποθαίνει και σε πιει πάλι θα ξαναζήσει

Η μεγάλη του νοσταλγία για τη γενέτειρα θεραπευόταν με το ετήσιο προσκύνημα που έκανε συν γυναιξί και τέκνοις. Είχε κτίσει ένα ωραιότατο σύγχρονο σπίτι στο χωριό και κάθε καλοκαίρι κατέβαινε με την οικογένεια αλλά και με προσωπικότητες της τέχνης και του πολιτισμού που προσκαλούσε για να δώσει στ’ Ακτούντα ένα κοσμοπολίτικο περιβάλλον.

Οι καλεσμένοι του απολάμβαναν αβραμιαία φιλοξενία αλλά η κορυφαία στιγμή κάθε μέρα ήταν το γλέντι που ξεκινούσε με τη λύρα του Καραβίτη. Λέγεται ότι όλοι οι καλεσμένοι έφευγαν μαγεμένοι από το χωριό και τους ανθρώπους μαθαίνοντας και όλους τους κρητικούς χορούς. Είχαν άλλωστε τόσο μεγάλη ευκαιρία να εξασκηθούν με τα γλέντια που έστηνε ο Καραβίτης. Γλέντια που άφησαν εποχή.

Πέθανε νωρίς, το 1975, εντελώς ξαφνικά, βυθίζοντας στο πένθος την Κρήτη και τους αναρίθμητους φίλους και θαυμαστές του.

Γλυκές αναμνήσεις της οικογένειας του

Ένας άνθρωπος δοτικός, που αγαπούσε τους ανθρώπους και την κρητική μουσική, που αν και ζούσε στην Αθήνα, φρόντισε να δημιουργήσει εκεί …συνθήκες Κρήτης. Ως τέτοιον περιγράφουν οι άνθρωποι του τον Αλέκο Καραβίτη, τον πατέρα, παππού και θείο στην Κρητική Επιθεώρηση.

Μιλήσαμε με την κόρη του, που το 1959 αναδείχθηκε Μις Ελλάς, σε μία εποχή που η παρουσία μίας νέας κοπέλας στα καλλιστεία δεν ήταν και εύκολη υπόθεση.

Η κα Υακίνθη Καραβίτη, όμως, με συγκίνηση θυμάται ότι ο πατέρας της ήταν εκείνος που τη συνόδευσε στα καλλιστεία και την θαύμασε για την επιτυχία της. «Ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε την παράδοση, ήταν όμως και ιδιαίτερα προοδευτικός. Ήταν υποστηρικτικός στην απόφαση μου. Ήταν ο πατέρας που μας αγαπούσε και τα τρία του παιδιά, και τον Γιώργο και την Μαρία και εμένα, πάρα πολύ και ήταν πάντα δίπλα μας και τον θυμάμαι πάντα με πολλή αγάπη», είπε στην Κ.Ε. η κα Καραβίτη.

«Είμαι περήφανη για τον πατέρα μου, ήταν σπουδαίος άνθρωπος, θα τον θυμάμαι πάντα. Θυμάμαι που κάθε χρόνο όταν τελειώναμε το σχολείο μας έπαιρνε και πηγαίναμε στην Κρήτη και στα Ακτούντα. Θυμάμαι τα γλέντια στο χωριό, θυμάμαι τα παιδιά με τα οποία έπαιζα.

Ήταν πάντα πρώτος στα γλέντια, αλλά και πρώτος να βοηθήσει τους συνανθρώπους τους και τους συγχωριανούς του», συμπληρώνει η αγαπημένη του κόρη.

Η δημοσιογράφος και εγγονή του Χριστίνα Πολίτη θυμάται με αγάπη και νοσταλγία τον παππού της. «Του είχα μεγάλη αδυναμία, γιατί έμενε από κάτω μας, και όταν έλειπαν οι γονείς μου, με φρόντιζε και με πήγαινε στο Ζάππειο, μου έλεγε παραμύθια, είχε πολλή φαντασία.

Με κρατούσε στα πόδια του και μου έπαιζε λύρα και μου έγραφε μαντινάδες. Νόμιζα τότε ότι είναι φυσιολογικό όλα τα παιδιά να έχουν έναν παππού που τους λέει μαντινάδες! Ήταν ένας άνθρωπος που φρόντιζε και βοηθούσε όλο τον κόσμο, τους συγγενείς του, τα παιδιά του.

Η εκδήλωση στα Ακτούντα μου έδειξε πόσο σημαντικός άνθρωπος ήταν και πως ακόμα και αν περνάνε τα χρόνια, αναγνωρίζεται η αξία ενός ανθρώπου που ήταν εθελοντής στο να μεταδώσει την κρητική παράδοση».

Η κα Πολίτη θυμάται πως αν και ο παππούς της έμενε στην Αθήνα, «έκανε παρέα κυρίως με κρητικούς, είχε και ένα καφενείο και ήταν σαν να βρισκόταν στην Κρήτη. Μάλιστα, νομίζω ότι σχεδίαζε πια να γυρίσει και να ζήσει στα Ακτούντα, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε γιατί έφυγε νέος».

Τον περιγράφει ακόμα ως έναν άνθρωπο που «μάζευε εμπειρίες, αφού για παράδειγμα το 1936 είχε πάει στους Ολυμπιακούς Αγώνες, θέλοντας να τους δει από κοντά», ενώ τον χαρακτηρίζει ως έναν «παραδοσιακό άνθρωπο με ανατρεπτική πλευρά».

«Ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε πολύ την κρητική μουσική και από πολύ μικρός έπαιζε λύρα πάνω στα βουνά. Αγαπούσε τον τόπο του και γι’ αυτό αγαπήθηκε πολύ», σημείωσε η κα Πορίχη Καραβίτη, στη διάρκεια της εκδήλωσης.

Πρόσφατα τα εγγόνια του η Χριστίνα Πολίτη κόρη της Υακίνθης και ο Αλέξανδρος Καραβίτης, ικανοποιώντας το αίτημα της Μαρίας Πορίχη, αγαπημένης ανιψιάς του Αλέκου, κόρης του αδελφού του, θα δωρίσουν στο πολιτιστικό κέντρο του χωριού τη φορεσιά και τη λύρα του μεγάλου καλλιτέχνη.

Ο Μπάμπης Πραματευτάκης για τον Αλέκο Καραβίτη

Για τον μεγάλο καλλιτέχνη μίλησε ο μουσικός Μπάμπης Πραματευτάκης, ο οποίος τόνισε μεταξύ άλλων: «Τιμούμε μαζί και τον άνθρωπο, γιατί ο Αλέκος, τρίτο παιδί της πολυπληθούς οικογένειάς του Στρατή Καραβίτη, αυτό που υπηρέτησε και προώθησε, το έκανε με πλήρη σεβασμό στην τέχνη που διακόνευε, χαράζοντας το σε δίσκους της εποχής εκείνης, που οι δυσκολίες ήταν μεγάλες.

 Η αύρα του γεμίζει τον χώρο αυτό, που τον γέννησε και που οι μούσες, του χάρισαν στις πρώτες δεκαετίες της ζωής του, όλα εκείνα τα εφόδια και ικανότητες που χρειάζεται ένας άνθρωπος, που γεννήθηκε να ξεχωρίσει από τους άλλους, μ’ αυτό που του έταξε η ζωή να υπηρετήσει.

Τι το πιο υπέροχο απ’ αυτό που ζούσε ο Αλέκος, να έχει την τύχη, κάθε μέρα, να χώνει την λύρα του στο βουργιάλι, που η μητέρα του έβαζε την τροφή του – βλέπετε γι’ αυτόν και η λύρα ήταν εξ ίσου τροφή – να πηγαίνει πάνω ψηλά στα βοσκοτόπια, να συναντά τον Πάνα και μαζί του, με τις υποδείξεις του, να κάνει τους πρώτους αυτοσχεδιασμούς στην αγαπημένη του λύρα».

Πηγές
Αγγελική Καλλέργη (gοodnet.gr)
Εύα Λαδιά (www.rethnea.gr)
Κώστας Βασιλάκης (www.cretan-music.gr)