Η πολιτειακή κρίση στην Ιταλία δεν αποτελεί μια επανάληψη απλά της κρίσης στην Ελλάδα αλλά μια ποιοτική αναβάθμισή της.

Θυμίζει πώς ο υπαρκτός νεοφιλελευθερισμός έχει «καταπιεί» τον πολιτικό φιλελευθερισμό, επιδεικνύοντας οριακά και όχι πάντα, ανοχή ακόμα και στις τυπικές εκδηλώσεις του τελευταίου. Καταδεικνύει μάλιστα, γιατί και πώς η Ευρωζώνη μετατρέπεται σε μεγεθυντικό φακό της παραπάνω συνθήκης, εντείνοντας εξαιτίας όχι των «αντί- συστημικών» αλλά των «συστημικών» της δυνάμεων τη δική της, υπαρξιακή κρίση.

Στην Ιταλία είχαμε δημοκρατικές εκλογές – με βάση τα δυτικά πρότυπα. Και πάλι με βάση τα δυτικά πρότυπα, μετά τις εκλογές είχαμε μια πρόταση κυβερνητικού συνασπισμού της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, το πρόγραμμα του οποίου για την οικονομία απείχε από τις θεωρούμενες ως ριζοσπαστικές υποσχέσεις των δύο κομμάτων αρκετά έως πολύ.

Υποσχέσεις που είχαν να κάνουν με μια μάλλον θολή Κεϋνσιανή πρόταση και οι οποίες μετεκλογικά μετετράπησαν σε ένα μείγμα οικονομικού φιλελευθερισμού, με «ολίγη» από κεϋνσιανή αναδιανομή εισοδημάτων και δειλές προσπάθειες ανάταξης της παραγωγικής δυναμικής της Ιταλίας. Στην πιο «ριζοσπαστική» του ανάγνωση και σε ό,τι αφορά την προτεινόμενη οικονομική πολιτική θα μπορούσαμε ίσως να μιλήσουμε για ένα δεξιό, σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα.

Και όμως: σε μια πρωτοφανή του κίνηση, ο πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων του τη βούληση της πλειοψηφίας, μη δεχόμενος ευρωσκεπτικιστή υπουργό οικονομικών, ακόμα και αν ο τελευταίος έσπευσε να παράσχει –σχεδόν- όρκους πίστης στην Ευρωζώνη.

Προσοχή: όπως κατέδειξε και το παράδειγμα της Αυστρίας, με τον κατά τα άλλα προοδευτικό πρόεδρο Δημοκρατίας, ουδόλως ενοχλεί η συμμετοχή ακροδεξιών κομμάτων στην κυβέρνηση, εφόσον δεν υπάρχει υποψία όχι αμφισβήτησης της ευρωζώνης αλλά ούτε καν πολιτικών τέτοιων που πιθανώς να αναστατώσουν τα δημοσιονομικά «ιερά και όσια» του Ευρώ και στην πραγματικότητα του Βερολίνου. Η διαφωνία του Ματαρέλα δεν είχε τίποτα να κάνει με την ιστορία και το πρόγραμμα της Λέγκας του Βορρά.

Με άλλα λόγια, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, εκμεταλλευόμενος τη θεσμική του θέση έστησε ένα παράκεντρο εξουσίας, απέναντι στην προσφάτως εκφρασθείσα βούληση του λαού του, στο όνομα των αγορών, του ευρώ και βάσει μιας κίβδηλης και πατερναλιστικής ερμηνείας του συμφέροντος των Ιταλών, το οποίο προφανώς εκείνος θεωρεί ότι ξέρει καλύτερα από τους ίδιους.

Στο βάθος αυτής της εκτροπής βεβαίως κρύβονται οι κυρίαρχες ή κάποιες από τις κυρίαρχες μερίδες του ιταλικού κατεστημένου και το Βερολίνο.

Δεν είναι λοιπόν, η ακροδεξιά Λέγκα του Βορρά εκείνη που επιτέθηκε στον πυρήνα του πολιτικού φιλελευθερισμού στην Ιταλία, ούτε το «λαϊκιστικό» κίνημα των 5 αστέρων. Αντιθέτως, είναι οι ίδιοι «συστημικοί» φιλελεύθεροι, αυτοί που καταλύουν τα θεμέλια του πολιτικού φιλελευθερισμού, μέσα από την υπεράσπιση της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού, ως του μοναδικού αποδεκτού οικονομικού και πολιτειακού μοντέλου.

Ενός μοντέλου που δεν ανέχεται καμία παρέκκλιση από τα βραχυπρόθεσμα συμφέροντα των χρηματιστικών αγορών, την παραμικρή –έστω πιθανή- αμφισβήτηση πτυχών της ευρωζώνης και επομένως καμία αλλαγή της εξαναγκαστικής συναίνεσης του Βερολίνου. Είναι εν τέλει οι ίδιες οι συστημικές δυνάμεις που «νομιμοποιούν» τη σύμφυση και άρα τη σταδιακή έκλειψη του πολιτικού φιλελευθερισμού, από τον εφαρμοσμένο νεοφιλελευθερισμό.

Την ίδια παραθεσμική λειτουργία επέσεισαν και στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 2015, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και η αντιπολίτευση, εμφανίζοντας μια ευρεία γκάμα επιλογών: από παράκεντρο εξουσίας γύρω από την προεδρεία έως το ρόλο του στρατού. Η προδοσία Τσίπρα ωστόσο δεν κατέστησε αναγκαία μια εκτροπή.

Τα μεγέθη στην Ιταλία όμως είναι πολύ διαφορετικά και η διάθεση του Βερολίνου για ρίσκο πολύ μικρότερη.

Τα γεγονότα έτσι, στην Ιταλία θέτουν και απαντούν το ερώτημα ποιος κυβερνά τις χώρες της ευρωζώνης: δεν είναι οι λαοί τους αυτοί που εν τέλει αποφασίζουν αλλά το Βερολίνο, οι χρηματοπιστωτικές αγορές, η ανώτατη γραφειοκρατία της ΕΚΤ και στοιχεία εγκατεστημένα στην ανώτατη πολιτική και πολιτειακή ηγεσία.

Δεν πρόκειται για το συνήθη και γνωστό περιορισμό της λαϊκής κυριαρχίας στο καπιταλιστικό πλαίσιο. Έχει να κάνει με μια ειδική συνθήκη, άμεσης αφαίρεσης εξουσίας από τους λαούς και άρα και από τα κράτη, προς όφελος όχι ενός υπερεθνικού κράτους- διότι αυτό δεν υπάρχει στην πραγματικότητα- αλλά μέσω ενός υβριδίου κρατικότητας, προς όφελος κυρίως ενός άλλου ευρωπαϊκού κράτους: της Γερμανίας. Ενός κράτους βεβαίως το οποίο μπορεί να συντηρεί οικονομικά και πολιτικά υποστηρίγματα στα άλλα ευρωπαϊκά κράτη και που διαθέτει την πιο δυναμική άρχουσα τάξη μεταξύ των ευρωπαϊκών, στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.

Πρόκειται για μια διαδικασία υφαρπαγής κρατικής κυριαρχίας προς όφελος έτερου, (επί-) κυρίαρχου, εθνικού κράτους και επανά- εξαγωγής της κατόπιν, προς τα υπόλοιπα κράτη αλλά με τον τρόπο που το κυρίαρχο κράτος επιλέγει να την ασκούν τα τελευταία.

Αυτή η επιλογή κυριαρχίας στο δι-εθνικό επίπεδο σε συνδυασμό με την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου και του νεοφιλελευθερισμού δε συγχωρούν την παραμικρή ελαστικότητα στην Ευρωζώνη. Οι λαοί ή θα ψηφίζουν μέχρι να ψηφίσουν «σωστά» ή δε θα ψηφίζουν καθόλου ίσως κάποια στιγμή μελλοντικά.

Έτσι όμως η κρίση της ευρωζώνης παροξύνεται. Όχι μόνο γιατί η έξοδος των οικονομιών της βασίστηκε σε ένα βουνό χρέους και στο ξαναφούσκωμα της φούσκας που προκάλεσε την κρίση του 2007-2008. Αλλά επιπλέον γιατί αντί για μια πορεία έστω καπιταλιστικής ενοποίησης, η ευρωζώνη εξελίσσεται σε μια κατεύθυνση έντασης της σχέσης εξάρτησης, εκμετάλλευσης και ταπείνωσης από τον κυρίαρχο. Άρα εν τέλει σε μια κατεύθυνση αποσύνθεσης.

Ένας συνδυασμός αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων και επιλογών πείθει ολοένα περισσότερους ότι η ευρωζώνη δε διαθέτει καμία ελαστικότητα. Και ως γνωστό, ό,τι δε διαθέτει ελαστικότητα, κάποια στιγμή θραύεται.

Θέμης Τζήμας 
Δικηγόρος, Μεταδιδακτορικός ερευνητής