Το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, το σχολείο και οι αντιστάσεις των σύγχρονων μαθητών

Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης, Αρκάδι, 1866 – 2016
Ομιλία στο 2ο ΓΕΛ Ρεθύμνου, 7 Νοεμβρίου 2016

Ο λαός μας, στις εθνικές εορτές και επετείους του, έχει δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που δεν ξέρω αν υπάρχουν σε άλλους λαούς της γης.

Το πρώτο από αυτά είναι ότι δε γιορτάζουμε το τέλος των πολέμων, στους οποίους έχουμε εμπλακεί για την ελευθερία και την ακεραιότητα της πατρίδας μας, αλλά την αρχή τους: και η 28η Οκτωβρίου (Έπος του ’40) και η 25η Μαρτίου (Επανάσταση του ’21) και η 21η Μαΐου (Μάχη της Κρήτης) είναι ημερομηνίες ανάμνησης της αρχής των πολέμων και όχι της λήξης τους.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι δεν τιμούμε μόνο νίκες, αλλά και ήττες: στον πόλεμο του 1940 απωθήσαμε τους Ιταλούς, αλλά τελικά ηττηθήκαμε και κατακτηθήκαμε από τους Γερμανούς· στη Μάχη της Κρήτης ηττηθήκαμε από τους Γερμανούς· πολλοί ήρωές μας, όπως ο Λεωνίδας, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο Παπαφλέσσας ή ο Αθανάσιος Διάκος (αλλά και οι μάρτυρες που γιορτάζουμε στην εκκλησία), είναι ηττημένοι ήρωες· και φυσικά ηττηθήκαμε στο Αρκάδι.

Ο λόγος όλων των παραπάνω είναι ότι ο λαός μας δίνει μεγαλύτερη σημασία στο φρόνημα (δηλαδή στο τι συμβαίνει μέσα στο νου και στην καρδιά του ανθρώπου) παρά στο αποτέλεσμα. Δίνει μεγαλύτερη σημασία στον αγώνα για την ελευθερία, στην αντίσταση, στον ηρωισμό και την αυτοθυσία, παρά στην έκβαση της μάχης. Ελεύθερο θεωρεί εκείνον που έχει ανυπόταχτη ψυχή και εκείνον που είναι πρόθυμος να θυσιαστεί για ό,τι και για όποιους αγαπά, ακόμη κι αν πολιτικά και κοινωνικά είναι υπόδουλος. «Ελεύθερον» είναι το «εύψυχον», όπως έλεγε, χιλιάδες χρόνια νωρίτερα στην Αθήνα, ο Περικλής, κατά το Θουκυδίδη.

Άλλη μια παραξενιά μας: «Είς οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης» (ένα είναι το καλύτερο μαντικό σημάδι: να αμύνεσαι για την πατρίδα σου). Αυτά τα λόγια, που είναι ένα από τα ρητά («συνθήματα») του στρατού μας και τα οποία καταγράφει ο Όμηρος, δεν τα είπε Έλληνας, αλλά εχθρός, που πολεμούσε κατά των Ελλήνων: ο Έκτορας, ο πρίγκιπας της Τροίας, που η χώρα του, κατά το έπος, πολιορκήθηκε για δέκα χρόνια από τους Έλληνες και τελικά καταστράφηκε!… Και μάλιστα, στη μάχη, για την οποία είπε αυτά τα λόγια, και ο Έκτορας ηττήθηκε! Κι όμως εμείς κάναμε πολεμικό μας σύνθημα τα δικά του λόγια, τα λόγια του ηττημένου εχθρού, και οι αρχαίοι Έλληνες πολλές φορές στις τραγωδίες και τα ποιήματά τους θρήνησαν για την τύχη των Τρώων, που οι ίδιοι οι πρόγονοί τους είχαν υποδουλώσει και καταστρέψει!

Αυτοί είμαστε· ίδιοι από την εποχή του Ομήρου. Γεμάτοι ελαττώματα, αλλά και με μερικά αναπάντεχα προτερήματα. Πώς να μας καταλάβει ο σύγχρονος ορθολογισμός των πολυεθνικών και των τραπεζών; Όταν αρχίζουν να μας καταλαβαίνουν, τότε και μας κατακτούν, γιατί δεν έχουμε πια άμυνες και αντιστάσεις. Και πώς θα μπορούσε το Αρκάδι να πάει πίσω;

Για όποιον δε θυμάται το γεγονός που τιμούμε σήμερα, ας το αναφέρουμε σε δύο παραγράφους:

Η Κρήτη είχε κατακτηθεί από τους Ενετούς το 1211. Την πήραν από τα χέρια τους οι Τούρκοι, κάνοντας εισβολή, γύρω στο 1645. Οι Κρητικοί επαναστάτησαν πολλές φορές ενάντια στους δύο σκληρούς κατακτητές. Είχαν συμμετάσχει και στην επανάσταση του 1821 (στο Μεγάλο Σηκωμό, όπως τη χαρακτήριζαν), όμως ηττήθηκαν και δεν απελευθερώθηκαν. Και επαναστάτησαν ξανά και ξανά, κάνοντας μια μεγάλη επανάσταση τα έτη 1866-1869.

Τον πρώτο χρόνο αυτής της επανάστασης, το 1866, ο Μουσταφά πασάς (που είχε πολεμήσει κατά των Κρητικών και το ’21, γι’ αυτό χαρακτηριζόταν Γκιριτλής, δηλαδή «Κρητικός»), οδήγησε περισσότερες από δέκα χιλιάδες τουρκικού και αιγυπτιακού στρατού (μαζί με πολλούς Τουρκοκρητικούς, «άτακτους» όπως λέμε, δηλαδή οπλισμένους πολίτες, όχι κανονικούς στρατιώτες) ενάντια στη μονή Αρκαδίου, που ήταν ένα από τα κέντρα της επανάστασης. Στο μοναστήρι βρίσκονταν 259 πολεμιστές (ανάμεσά τους και εθελοντές από την ελεύθερη Ελλάδα, όπως ο ανθυπολοχαγός Ιωάννης Δημακόπουλος, φρούραρχος της μονής, που αιχμαλωτίστηκε, αρνήθηκε να προσκυνήσει και θανατώθηκε μαρτυρικά από τους Τούρκους) και μερικές εκατοντάδες γυναικόπαιδα από τα γύρω χωριά, που είχαν καταφύγει εκεί για να βρουν ψωμί και να γλιτώσουν, όπως έλπιζαν, από τη μανία του πολέμου. Αυτό το «αλωνάκι» με τους «ελεύθερους πολιορκημένους» (για να θυμηθούμε λέξεις από μια άλλη πολιορκία) χτύπησαν τα τουρκικά κανόνια και τηλεβόλα χωρίς αποτέλεσμα την πρώτη μέρα, αλλά τη δεύτερη μέρα έριξαν την πόρτα και ο εχθρός μπήκε μέσα. Έσφαξαν ανελέητα όποιους βρήκαν, γυναίκες, παιδιά, ακόμη και πολεμιστές που είχαν ζητήσει να παραδοθούν. Αιχμαλώτισαν αρκετούς, που υπέστησαν τα πάνδεινα. Κάποιοι από αυτούς τους αιχμαλώτους τελικά έζησαν. Όμως ένας αριθμός αμάχων (γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι), μετά από προηγούμενη συμφωνία, είχαν συγκεντρωθεί στην αποθήκη πυρομαχικών και, όταν εισέβαλαν οι Τούρκοι, ο πολεμιστής Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης από το Άδελε πυροβόλησε το μπαρούτι και η έκρηξη, κατά το θρύλο, ακούστηκε μέχρι τη Μεσσαρά.

Αυτό το ολοκαύτωμα έγινε γνωστό αμέσως στην ελεύθερη Ελλάδα και σε ολόκληρη την Ευρώπη και προκάλεσε κύμα θαυμασμού και συμπάθειας προς τον αγώνα των Κρητικών. Πολλοί πνευματικοί άνθρωποι, όπως ο Βίκτωρ Ουγκώ, έγραψαν υπέρ της Κρήτης. Όμως η Κρήτη δεν απελευθερώθηκε σ’ αυτή την επανάσταση. Χρειάστηκαν άλλα τριάντα χρόνια επαναστάσεων και αίματος, για να αναγνωριστεί μεταβατικά ως αυτόνομη πολιτεία το 1897 και τελικά να ενωθεί με τη μητέρα Ελλάδα (όπως επιθυμούσαν με αγωνία οι Κρητικοί) το 1913.

***

Ήρωες, μάρτυρες και μαρτυρικούς τόπους έχουν όλοι οι λαοί της γης. Επίσης τόπους αυτοθυσίας η πατρίδα μας έχει πολλούς. Υπάρχουν ωστόσο τρία στοιχεία, που ο συνδυασμός τους δίνει στο Αρκάδι μια μοναδικότητα.

Πρώτον, ότι οι υπερασπιστές και οι άμαχοι του Αρκαδίου πολέμησαν απελπισμένα, ουσιαστικά ξέροντας ότι δεν έχουν ελπίδα. Δεν πολέμησαν για να ζήσουν, αλλά επειδή η ψυχή τους έλεγε ότι δεν έπρεπε να παραδοθούν, όταν οι Τούρκοι τους το ζήτησαν. Συνάντησαν έτσι τους υπερασπιστές των Θερμοπυλών, της Κωνσταντινούπολης, τους μαχητές του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι και άλλους ηττημένους, αλλά ελεύθερους, προγόνους μας, που αντιστάθηκαν λίγοι απέναντι σε χιλιάδες και πέθαναν προκαλώντας φόβο και θαυμασμό στον εχθρό και στον κόσμο ολόκληρο.

Δεύτερον, ότι αυτοί οι υπερασπιστές και οι άμαχοι τελικά αφαίρεσαν μόνοι τους τη ζωή τους, και μάλιστα «σαν ηφαίστειο», όπως έγραψε ο Βίκτωρ Ουγκώ, για να μην πέσουν ζωντανοί στα χέρια του εχθρού. Συνάντησαν έτσι τις Σουλιώτισσες του Ζαλόγγου, τις γυναίκες της Έδεσσας, που έπεσαν από τους καταρράκτες, τους ολοκαυτωθέντες με παρόμοιο τρόπο στον Πύργο του Δημουλά, στη Μονή του Σέκου, στο Μεσολόγγι και σε άλλα μαρτυρικά σημεία της πατρίδας μας· γιατί το Αρκάδι δεν είναι το μόνο ελληνικό ολοκαύτωμα.

Το τρίτο στοιχείο ίσως ήταν εκείνο που συγκλόνισε περισσότερο: ότι αυτό το οχυρό της ελευθερίας, της αντίστασης και της αυτοθυσίας, δεν ήταν απλά ένα φρούριο, αλλά ένα μοναστήρι, δηλαδή τόπος, όπου διδασκόταν η αγάπη και η ειρήνη, τις οποίες ήρθε να φέρει στον κόσμο ο Χριστός, και όπου ετελείτο η αναίμακτη θυσία της θείας λειτουργίας, μέσα στην οποία λέγονται πολλές προσευχές για την αγάπη και την ειρήνη. Κι όμως οι ιερείς και οι μοναχοί αυτού του μοναστηριού, αλλά και οι υπόλοιποι υπερασπιστές του, όλοι χριστιανοί ορθόδοξοι, σήκωσαν τα όπλα ενάντια στους κατακτητές που καταπίεζαν φρικτά το λαό τους διακόσια χρόνια, και που είχαν διαδεχτεί άλλους κατακτητές, που είχαν καταπιέσει τον ίδιο λαό τετρακόσια πενήντα χρόνια – συνολικά η Κρήτη είχε να δει ελεύθερη μέρα περισσότερα από εξακόσια πενήντα χρόνια, όταν έγινε η επανάσταση του ’66 και το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου!

Αυτοί οι ιερείς και οι λαϊκοί δεν σκότωναν εχθρούς με τα λιανοτούφεκά τους επειδή ήταν φονιάδες ή αιμοβόροι, αλλά επειδή δεν άντεχαν άλλο τη βαρβαρότητα των κατακτητών. Και, το ξαναλέω, δεν πολεμούσαν για τον εαυτό τους (γιατί οι ίδιοι ήταν εκτεθειμένοι στα εχθρικά πυρά), αλλά για τους άλλους, που έμεναν πίσω. Αν οι ίδιοι ήθελαν τη ζωούλα τους θα είχαν καθίσει στ’ αβγά τους ή έστω θα είχαν παραδοθεί.

***

Αγαπητά μας παιδιά,

Μαθητές και μαθήτριες, έφηβοι και έφηβες, παλικάρια και κοπέλες, που συνυπάρχετε μ’ εμάς σ’ αυτό εδώ το οχυρό της ελευθερίας και της αντίστασης, που ολοκαυτώνεται κάθε μέρα, καίγοντας τους υπερασπιστές του, σαν ξεχασμένο ηλεκτρονικό παιχνίδι που πηγαίνει μόνο του, αυτόματα, στην επόμενη πίστα.

Ξέρετε ότι βρίσκεστε κι εσείς μέσα σ’ έναν πόλεμο, όπου πανίσχυροι κατακτητές με παγκόσμια δύναμη προσπαθούν να υποδουλώσουν και να ελέγξουν τις συνειδήσεις σας, τις καρδιές σας και τη ζωή σας – τις συνειδήσεις, τις καρδιές και τη ζωή όλων μας.

Κάνετε κι εσείς την αντίστασή σας με τα σχισμένα τζιν, τα τατουάζ, τα σκουλαρίκια στη μύτη, την ομιλία σας διανθισμένη με βρισιές (που δεν τις εννοείτε), την άρνησή σας πολλές φορές να συνεργαστείτε με το σχολείο και να πειθαρχήσετε στους κανόνες του (μια πρόβα τζενεράλε για να μην πειθαρχήσετε στους κανόνες της κοινωνίας), αφού απαιτείτε μόνο κανόνες που θέτετε οι ίδιοι για τον εαυτό σας.

Κάνετε πόλεμο, μόνο που ίσως δεν ξέρετε με ποιον να πολεμήσετε και ενάντια σε ποιον ν’ αντισταθείτε, ούτε ποια είναι τα όπλα που θα φέρουν την ελευθερία σας…

Εμείς δεν είμαστε οι κατακτητές σας, αλλά οι αξιωματικοί σας. Εδώ δεν είναι ένας τόπος, όπου σας κάνει πλύση εγκεφάλου το «σύστημα», όπως πολλοί προβάλλουν ως δικαιολογία για να μη διαβάζουν (αλλά τρέχουν αναντίρρητα στην παραπαδεία, παραδινόμενοι στο «σύστημα»)· είναι το φρούριό σας, και τα βιβλία σας είναι τα όπλα σας. Μικρά όπλα, περίστροφα, που καλείστε να μάθετε να τα χειρίζεστε και, όταν εκπαιδευτείτε με αυτά και φύγετε από αυτό το πολεμικό εκπαιδευτήριο, θα μπορείτε να χειριστείτε και πολυβόλα, δηλαδή θα έχετε τις βάσεις να ερευνήσετε και να διασταυρώσετε τις γνώσεις, άρα και τις απόψεις σας (γιατί χωρίς γνώσεις, δεν υπάρχουν απόψεις).

Αν όμως περιφρονήσετε αυτά τα «περίστροφα», αυτούς τους «αξιωματικούς» και αυτό το «οχυρό», ίσως βρεθείτε άοπλοι και ανυπεράσπιστοι στα χέρια των κατακτητών, που καραδοκούν όχι μόνο στους δρόμους και τις πλατείες, όχι μόνο στους ουρανοξύστες, στα υπουργεία και τις αίθουσες συνεδριάσεων των οικονομικών κολοσσών, αλλά και μέσα στα σπίτια σας, μέσα στα κινητά σας τηλέφωνα, στις συνδέσεις σας στο διαδίκτυο και στους λογαριασμούς σας στο facebook.

Αντισταθείτε λοιπόν με τη μόρφωσή σας και με τη συνεργασία σας με το σχολείο.

Ας έχετε υπόψιν ότι δεν είναι δουλειά των εφήβων ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Η δουλειά τους είναι να μορφωθούν (δηλαδή να αποχτήσουν μορφή, ν’ αποχτήσουν σχήμα – να μην είναι «ά-σχημοι») και, όταν ενηλικιωθούν, να έχουν τα πνευματικά εφόδια για να μη συμβιβαστούν, αλλά ν’ αντισταθούν και ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Εσείς, προσπαθώντας τώρα «ν’ αλλάξετε τον κόσμο», τον άσχημο κόσμο που συχνά σας προκαλεί οργή και αηδία, καταλήγετε εύκολα θύματα, που σκέφτονται και ζουν ακριβώς όπως θέλουν εκείνοι που κυβερνούν τον κόσμο. Εκείνοι, που σας εκπαιδεύουν για να γίνετε άβουλοι καταναλωτές και κακοπληρωμένοι εργάτες τους χωρίς δικαιώματα.

Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν σας ευνοεί, όμως το σχολείο δεν είναι μόνο σύστημα, αλλά και άνθρωποι. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους σας μιλώ, που έχουν παρόμοια συναισθήματα μ’ εσάς, αλλά χρειάζονται τη συνεργασία σας για να σας προσφέρουν αυτά που έχουν να σας δωρίσουν.

Τούτα τα λόγια ας είναι ένα κάλεσμα αντίστασης, ένα επαναστατικό σάλπισμα, κι ας μην προλάβω (εγώ που τα γράφω) να δω τίποτ’ άλλο, παρά μόνο λίγο καπνό ν’ ανεβαίνει από το τζάκι του ελεύθερου σπιτιού μου κι ένα γέρικο σκύλο να κουνάει την ουρά του, επειδή με αναγνώρισε, πριν πεθάνω «αγκαλιασμένος» με τους μνηστήρες σε μια θανάσιμη μάχη για την Πηνελόπη και τον Τηλέμαχό μου, για την αγαπημένη μου Ιθάκη και το ανυπόταχτο Αρκάδι που ανατινάζεται κάθε πρωί μέσα μου!

Σας ευχαριστώ.

***

ΥΓ. 8 Νοεμβρίου το 1866 ήταν Τρίτη, όπως και φέτος. Το Αρκάδι πατήθηκε στις 9 Νοεμβρίου.