ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ ΒΙΒΛΙΟ

Τρεις διακεκριμένοι μοναχοί από τον Άγιο Ιωάννη Χλιαρό Αμαρίου Ρεθύμνου

Τρεις διακεκριμένοι μοναχοί της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Αμαρίου καταγόμενοι από τον Άγιο Ιωάννη Χλιαρό Αμαρίου Ρεθύμνου.

ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ Ι. ΚΟΥΝΟΥΠΑ

Ο δυναμικός, δραστήριος και ακάματος πολιτιστικός παράγοντας του τόπου μας Σταύρος Φωτάκης υπηρέτησεν ευόρκως μέχρι χθες για να φτάσει την ανώτατη βαθμίδα στην Ελληνική Αστυνομία. Αποστρατευθείς αισίως, διακονεί σήμερα, ταγμένος ως θεματοφύλακας, της προάσπισης και της διαχρονικότητας των πνευματικών μας αξιών και παραδόσεων την πολιτιστική μας κληρονομιά. Ιδιαίτερης σημασίας ότι έχει καταπιαστεί με όλες και σε όλες τις εκφάνσεις και έχει αναδείξει όλες τις παραδοσιακές παραμέτρους του λαϊκού μας βίου, όπως και την ξεχωριστή μοναδικότητα του νησιού μας. Ποιος θα μπορούσε να λησμονήσει εκείνο το ρεσιτάλ από ένα πλήθος μουσικο-χορευτικών συγκροτημάτων με την παρουσία όλων των κρητικών Συλλόγων Αττικής, τα οποία παρήλασαν σε εκδήλωση μέσα σε ένα και μόνο βράδυ στο υπαίθριο θέατρο της Ηλιούπολης, όντος του Στ. Φωτάκη οργανωτή και προέδρου των εκεί Κρητών;

Μεταξύ των εκδηλώσεων των πατρογονικών μας παραδόσεων είναι και το ριζίτικο τραγούδι με την διαύγεια και τη ζωντάνια ενός κρυστάλλινου, παρατεταμένου ήχου, που ακούγεται σαν μια βοή από μια απόκρημνη χαράδρα του Ψηλορείτη. Ο Σταύρος Φωτάκης με το δέοντα πάντοτε σεβασμό στην παράδοση, ίδρυσε, δίδαξε συνοδεύοντας μια χορωδία, συμμετέχοντας και ο ίδιος, ώστε να αναδείξει, να στηρίξει και να μεταβιβάσει στην επόμενη γενιά ένα ακόμα ακαταμάχητο πολιτιστικό στοιχείο της Κρήτης, όπως είναι το ριζίτικο τραγούδι. Από όλο το συνολικό, πολυσχιδές λαογραφικό επίτευγμα του Σταύρου Φωτάκη ενδεικτικό της ευαισθησίας του ως σημείο αναφοράς, είναι το πνευματικό του έργο, το οποίο συνίσταται από έξι αξιόλογα πονήματα με σκοπό τη διάσωση του λαογραφικού μας πολιτισμού.

Το πρώτο με τίτλο «Επιλογή Ριζίτικων τραγουδιών» με το απολαυστικό, ζωντανό χρώμα της κρητικής διαλέκτου (θα καταξιωθεί ως έμμετρο και θα τιμηθεί με έπαινο από την Ακαδημία Αθηνών (1993). Το δεύτερο με τίτλο «Το χωριό μου Άγιος Ιωάννης – Χλιαρός Αμαρίου» αποκαλύπτει τα διάχυτα αισθήματα του συγγραφέα στην πατρώα γη (2006) και το τρίτο «Ριζίτικα και μαντινάδες με τοπικό λεξιλόγιο» (2007), ωσαύτως σε έμμετρο λόγο και σε ποιοτικό και αρμονικό στίχο και επιπλέον με μαντινάδες και κρητικό γλωσσάρι, εντυπωσιάζει με την αισθητική του τον αναγνώστη. Ο τίτλος του τέταρτου «Στη Βορεινάδα μιας κορφής, γράφω, τα που θυμάμαι» (2015) (βραβευμένο και αυτό με έπαινο από την Ακαδημία Αθηνών) είναι ποιητικός, εμπνευσμένος σε ώρες γαλήνιες και σε έμμετρο δεκαπεντασύλλαβο, ώστε να προϊδεάζει τον αναγνώστη για το αξιόλογο περιεχόμενο. Θα ακολουθήσει το πέμπτο επαξίως τιμηθέν με έπαινο της Ακαδημίας με τίτλο «Αϊγιαννιώτικες Αναδρομές» (2016).

Ειρήσθω εν παρόδω ότι όλοι αυτοί οι ευσυνείδητοι, δραστήριοι, φιλόπονοι και ανιδιοτελείς δημιουργοί όπως ο Σταύρος Φωτάκης, που εργάζονται ευσυνείδητα για τη διάσωση των παραδόσεων του λαϊκού μας πολιτισμού, που θέλουν να τον συντηρούν από τη λήθη, που ευαγγελίζονται τα διαχρονικά διδάγματά του και που αγωνίζονται να μεταδοθούν στη νέα γενιά, ώστε να τη νουθετήσει και να την παραδειγματίσει, αξίζουν κάθε τιμή, Με το ίδιο αυτό αξιοκρατικό και ωφελιμιστικό κίνητρο και η διακαής βούληση του συγγραφέα, να αναδείξει και να προβάλει τρεις υποδειγματικές, εμβληματικές προσωπικότητες αποτίοντας φόρο τιμής στην ιερή μνήμη τους.

Ο συγγραφέας ανέσυρε και έφερε στο φως από έγκυρα ιστορικά στοιχεία και από άγνωστες μεν αλλά αξιόπιστες πηγές, γεγονότα ώστε να προσεγγίσει, όσον ενέστι, να σκιαγραφήσει και να αναδείξει τρεις εξέχουσες μορφές, εκκλησιαστικών λειτουργών και συγχωριανών του με το δέοντα σεβασμό. Συγκινεί βαθιά το ιστορικό του Ηγουμένου Ιερεμία Λύμα (1730-1799), ο οποίος σώθηκε από θαύμα, όταν κάποτε ο περιβόητος Γενίτσαρος Σπαθομάσελος επέδραμε στη Μονή Ασωμάτων.

Ένας ηρωικός αρματολός επίσης καταγόμενος από τον Αϊ – Γιάννη Αμαρίου υπήρξε ο Μοναχός Καπετάν Μητροφάνης (1798-1829), ο οποίος συγκρότησε και ετέθη επικεφαλής ενός αντάρτικου σώματος πολεμιστών. Αυτό το παλικάρι, που αγνοήθηκε από τους ιστορικούς με τη δράση του, είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων, γι’ αυτό οι Γενίτσαροι επεδίωκαν με κάθε τρόπο να τον εξοντώσουν όπως και έγινε σε ενέδρα. Έχει ιστορική σημασία ένα αποκαλυπτικό στοιχείο, ότι το θρυλικό αυτό παλικάρι πολέμησε και στην Πελοπόννησο και έλαβε μέρος και σε πολλές άλλες μάχες κατά του Ιμπραήμ.

Με δικαιολογημένη συγκίνηση ο συγγραφέας αφιερώνει στη μνήμη του Καπετάν Μητροφάνη και πλέκει ένα διθυραμβικό, εγκωμιαστικό ποίημα γραμμένο σε ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο στίχο. Ιδιαίτερης σημασίας ότι ο στίχος του Στ. Φωτάκη δεν είναι ένα ακόμα από εν κυκλοφορία κακότεχνα στιχουργήματα και τις εν κυκλοφορία παρωδίες. Η στιχουργία του είναι άψογη. Αποφεύγει την πρόκληση χασμωδίας και δυσάρεστων ηχητικών εντυπώσεων, εξαιτίας της εκφοράς διαδοχικών φωνηέντων. Επιτυγχάνει μια ζευγαρωτή, πλεκτή, παροξύτονη, ομοιοκαταληξία, χωρίς να αφίσταται του καταληπτού νοήματος.

Ένα από τα βασικά «ατού», πλεονεκτήματα στην ποίηση του Στ. Φωτάκη θα ‘λεγα τον άψογο δεξιοτεχνικό χειρισμό του κρητικού ιδιώματος, όπως εκείνο το «χορτάτζειο» ιδιαίτερο ύφος, την πιστή απόδοση του χαρακτηριστικού χρώματος της κρητικής διαλέκτου τη συνδυασμένη και συνδεδεμένη αρμονικά με το εννοιολογικό περιεχόμενο. Ενδεικτικά παραθέτω δύο στίχους.

Γροικάτε για τον ήρωα, που λέγαν Μητροφάνη
γέννημα, θρέμμα τσ’ Αμιταδιάς απού τον Αϊ-Γιάννη,

Ητον κι αυτός απ’ τσι πολλούς, οπού αγωνιστήκαν
για λευτεριά και για πρεπειά κι όμως εξεχαστήκαν

Ένα ακόμα άξιο τέκνο της ευάνδρου κοινότητας υπήρξε ο μετά πολλών χαρισμάτων κοσμούμενος, αλλά με δραματικό τέλος Ιεροδιάκονος στην Ι.Μ. Ασωμάτων π. Γεράσιμος Ζωϊδάκης. Ο Μοναχός αυτός ενδεχομένως να δολοφονήθηκε σε μια μετακίνησή του, προς το Ρέθυμνο. Εκτός από την έφεση στο μοναχισμό εκ παραλλήλου είχε μεγάλη κλίση και στα γράμματα. Εξ’ άλλου είχε τη διακαή επιθυμία να μεταβεί, να γνωρίσει και να ζήσει τη γαλήνια, ιερή και κατανυκτική ατμόσφαιρα του Αγίου Όρους. Το επισκέπτεται παρά τις δυσκολίες ενός ταξιδιού για την εποχή εκείνη. Εντυπωσιάζεται και περιγράφει εμφατικά και διεξοδικά όλες τις Μονές όπως και τη φιλοξενία σ’ αυτές και αναχωρεί, παρά την παρακίνηση των εκεί Πατέρων να παραμείνει.

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1921 φθάνει στο Ρέθυμνο όπου συναντάται με τον Ηγουμενεύοντα της Ι. Μονή Ασωμάτων Ιλαρίωνα Φραντζεσκάκη, με τον οποίο επιστρέφει στη Μονή. Ειρήσθω εν παρόδω ότι ο π. Ιλαρίων και μετέπειτα Ηγούμενος ήταν πρώτος εξάδελφος της γιαγιάς μου Ρούσας Κούνουπα εκ μητρός Φραντζεσκάκη και όταν κατέφθανε στο Ρέθυμνο τον υποδεχόταν και τον φιλοξενούσε πάντοτε ο πατέρας μου στο πατρογονικό σπίτι. Θυμάμαι το δέος και το σεβασμό που μου προξενούσε η παρουσία του και η ιεροπρεπής μορφή του. Θυμάμαι και την τελετή του αγιασμού μετά από το οποίο, μας ράντιζε και μας ευλογούσε. Οι τρεις Αϊγιαννιώτες Μοναχοί επέλεξαν το μοναστικό βίο ως τρόπο διαβίωσης βάσει αρχών και κανόνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας προσφέροντας ανεκτίμητες υπηρεσίες στο Χριστιανισμό και στην πατρίδα.

Ο νοηματικός επίλογος του Στ. Φωτάκη εμπερικλείει όχι μόνο τον ερευνητικό αλλά και τον μνημειώδη όσο και διδακτικό σκοπό της έκδοσης. «Με την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους (1645-1669)» αναφέρει «άρχισε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους του νησιού. Η οικονομική εξαθλίωση έπληξε και τα μοναστήρια, τα οποία στο σύνολό τους, μετατράπηκαν σε ορμητήρια επαναστατών και καταφύγια κυνηγημένων αμάχων και συνέβαλαν υλικά και ηθικά στον απελευθερωτικό αγώνα. Η Μονή Ασωμάτων έδωσε σκληρό αγώνα για να διαφυλάξει την ορθόδοξη πίστη και να προστατέψει τον πληθυσμό. Παρείχε κάθε βοήθεια σε όλους όσους κατέφευγαν εκεί, για να αντισταθούν σε κάθε μορφή καταπίεσης. Πολλοί ήταν οι Μοναχοί που προσέφεραν κατά καιρούς πολύτιμες υπηρεσίες, αλλά παρέμεναν και παραμένουν μέχρι σήμερα στην αφάνεια».

Εν κατακλείδι θα προσθέταμε μιαν ακόμη αξιοσημείωτη επισήμανση. Η δυναμική συγγραφική και εν γένει άοκνη λαογραφική δραστηριότητα του Στ. Φωτάκη του δίνει την ευκαιρία, να «ξεδιπλώσει» και να αποκαλύψει τον εσωτερικό εαυτό του, όπως είναι η αυθεντική ταυτότητα του προικισμένου Κρητικού, δηλαδή η συναίσθηση των ηθικών υποχρεώσεων, ο σεβασμός των κρητικών παραδόσεων, η τήρηση σεμνότητας και ευπρέπειας, η παραδειγματική ανιδιοτέλεια και αφιλοκερδία, η πατροπαράδοτη φιλοτιμία και προ πάντων, η εθελοντική, αυθόρμητη, αλλά και ανεκτίμητη προσφορά για τη διαχρονία και τη διάσωση από τη λήθη του λαϊκού μας πολιτισμού!