Βλαδίμηρος Πλουμιστάκης (Βλαδίμηρος)

Από τους πιο αξιόλογους μουσικούς των μέσων του 20ού αιώνα στο Ρέθυμνο και τα περίχωρά του ήταν ο Βλαδίμηρος Πλουμιστακης ή Βλαδίμηρος (περίπου 1901-1964).

Δεξιοτέχνης στο μπουζούκι και το μπουλγαρί, εξαίρετος διασκεδαστής, ευαίσθητος και εκλεκτικός μερακλής, πράος, φιλάνθρωπος και αξιαγάπητος, ο Βλαδίμηρος ψυχαγώγησε αμέτρητες παρέες και συνόδευσε με το όργανο και τη βροντερή φωνή του μουσικούς όπως ο Αντώνης Καρεκλάς,ο Ροδινός, ο Βασίλης Καλαϊτζάκης ή Πήλινος, ο Μπαξεβάνης, ο ομότεχνός του Στέλιος Φουσταλιέρης και πολλούς άλλους σε γλέντια στο Ρέθυμνο και τα γύρω χωριά.

Ο πατέρας του Βλαδίμηρου ήταν από την Αμνάτο Ρεθύμνης και η μητέρα του από τη γειτονική Κυριάννα, χωριά και τα δύο γύρω απ’ το Αρκάδι. Το όνομα Βλαδίμηρος το πήρε από το νονό του, που ήταν Ρώσος. Ορφανός από μάνα, σε ηλικία οκτώ ετών έχασε τον πατέρα του, που έφυγε μετανάστης στο Μπουένος Άιρες και δεν ξαναγύρισε. Οι προσπάθειες του Βλαδίμηρου, μετά την Κατοχή, να τον αναζητήσει μέσω του Ερυθρού Σταυρού απέβησαν μάταιες. Μικρό και φτωχό ορφανό, μεγάλωσε με τη συμπαράσταση του παπά του χωριού, των συγγενών και των φίλων.

Σε νεαρή ηλικία έδειξε κλίση για τη μουσική κι έμαθε μπουλγαρί και μπουζούκι ακούγοντας παλιότερους μουσικούς, τα ονόματα των οποίων όμως δεν έχουν διασωθεί. Πρόωρα χήρος από πρώτο γάμο, παντρεύτηκε την Ευαγγελία Αντωνάκη (1903-2003) από το Ρουμελί Μυλοποτάμου Ρεθύμνης και έμειναν για χρόνια στο Πάνορμο, λιμάνι και ψαροχώρι του Μυλοπόταμου, όπου ο Βλαδίμηρος δούλεψε ως ψαράς και απόχτησε μεγάλη φήμη ως μουσικός του γλεντιού και της παρέας.

«Τα τραγούδια τότε ξεκούφαιναν το χωριό» γράφει ο συντάκτης της στήλης «Το παράθυρο του χωριάτη» στην εφημερίδα Ρεθεμνιώτικα Νέα. «Και ο Βλαδίμηρος πρώτος στο τραγούδι, με τη βροντερή του φωνή. Αλλά και σε κάθε κάλεσμα, του κάθε χωριανού και φίλου, εδώ κι αλλού ο Βλαδίμηρος παρών. Κι ήταν τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα: το βροντερό και αρμονικό τραγούδι του, το επίσης βροντερό παίξιμο του μπουζουκιού, αλλά και το ακόμα βροντερότερο χτύπημα του αριστερού του ποδιού στο πάτωμα για να κρατάει το ρυθμό. Αν του έπιανες ή του έδενες το αριστερό του πόδι όταν έπαιζε και τραγουδούσε, θα πάθαινε ασφυξία…».

Στο Πάνορμο άνοιξε και καφενείο για μικρό διάστημα κατά την περίοδο της Κατοχής (1941-1944). Απόχτησε επίσης ένα αγόρι, που το έχασε σε μικρή ηλικία, και τελικά υιοθέτησε ένα κοριτσάκι, τη Μαρία, που το μεγάλωσε μαζί με τη γυναίκα του με αγάπη, στέρεες ηθικές αρχές και πνεύμα δημοκρατίας και φιλανθρωπίας.

Αργότερα με την οικογένειά του μετακόμισε στο Ρέθυμνο, όπου και έζησε ώς το ξαφνικό τέλος της ζωής του. Δούλεψε ως ψαράς και λιμενεργάτης στο ρεθεμνιώτικο λιμάνι, ενώ το μπουλγαρί του και αργότερα το μπουζούκι του γνώρισε μέρες και νύχτες δόξας στα ρεθεμνιώτικα γλέντια! Ήταν από τους βασικούς μουσικούς της ρεθεμνιώτικης κοινωνίας, κοσμαγάπητος και καλός οικογενειάρχης, ενώ ενίοτε στις παρέες συμμετείχε με τη γλυκιά φωνή της και η γυναίκα του, η συνετή και στοργική Βαγγελιώ, το «καναρίνι του», που στάθηκε άξια δίπλα στον ευαίσθητο και μερακλή σύζυγό της ως πολύτιμη σύμβουλος και συμπαραστάτισσα.

«Αξέχαστος, ανεπανάληπτος, ασυναγώνιστος κι ακούραστος μέχρι τελικής πτώσεως», συνεχίζει ο συνεργάτης των Ρεθεμνιώτικων Νέων, ο Βλαδίμηρος «έβγαλε γλέντια μοναχός του αλλά και σαν πασαδόρος σε διάφορους λυράρηδες της εποχής. Μελαχρινός, μελαμψός θα έλεγα, μάλλον ψηλός, ανοικονόμητος, γεροδεμένος, πρόσχαρος, πληθωρικός και γελαστός, ξεχείλιζε από καλή καρδιά και καλοσύνη και απλότητα».

Η φιλανθρωπία του ήταν τόση ώστε η γυναίκα του τον μάλωνε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ότι καμιά φορά θα έδινε και …το παντελόνι του στους φτωχούς, αν και φτωχός βιοπαλαιστής και ο ίδιος.

Δυστυχώς το 1964 ο Βλαδίμηρος πέθανε ξαφνικά, σε ηλικία μόλις 63 ετών, αφού πάλεψε τρεις μήνες με τον εχινόκοκκο!… Το μπουζούκι του χάθηκε, όταν η σύζυγός του το εμπιστεύτηκε καλόπιστα σε οικογενειακό φίλο, που επέμενε να το δανειστεί για να το χρησιμοποιήσει σε παρέα γλεντζέδων. Το μπουλγαρί του είχε εξαφανιστεί (ίσως καταστραφεί) πολύ νωρίτερα, ενώ ακόμη ο ίδιος ζούσε.

Η σεβάσμια Βαγγελιώ, η «Βλαδημίραινα», πέθανε σε ηλικία 100 ετών το 2003, αφού για χρόνια το σπίτι της ήταν μια όαση ανθρωπιάς και καλοσύνης για τους χωριανούς της, που κάθονταν να ξαποστάσουν ή άφηναν προσωρινά τις αποσκευές τους καθώς κατευθύνονταν προς το γειτονικό ΚΤΕΛ (της πλατείας Αγνώστου Στρατιώτη στο Ρέθυμνο) για να πάρουν το λεωφορείο για το χωριό τους.

Πηγές: η κόρη του Βλαδίμηρου, κα Μαρία Κουρνιανού – εφημερίδα «Ρεθεμνιώτικα Νέα» – η ρεθεμνιώτικη κοινωνία.