Η Ευαγγελία Κ. Φραγκάκι, εξαίρετη λαογράφος από την ανατολική Κρήτη, συνέβαλε τα μέγιστα με το πλούσιο έργο της στη μελέτη του λαϊκού πολιτισμού της Κρήτης. Έγραψε, μεταξύ άλλων, Συμβολή στα Λαογραφικά της Κρήτης, Αθήναι 1949, Η Δημώδης Ιατρική της Κρήτης, Αθήναι 1978, κ.λ.π.

Το άρθρο αυτό το αναδημοσιεύουμε για τις πολύτιμες πληροφορίες, μαρτυρίες και καταγραφές που περιέχει σχετικά με την κρητική μουσική παράδοση και διατηρούμε, σε γενικές γραμμές, την ιστορική ορθογραφία της εποχής, εκτός, δυστυχώς, από το πολυτονικό σύστημα.

Παρακαλούμε να το διαβάσετε, παρά την έκτασή του. Τα επεξηγηματικά σχόλια που παρεμβάλλονται μέσα σε αγκύλες, με την ένδειξη «σ.σ.» (σημείωση συντάκτη) είναι της σελίδας μας.

Το Δημοτικό Τραγούδι της Κρήτης

Το να καταπιαστώ με το δημοτικό τραγούδι της Κρήτης είναι σα να βάνω το χέρι μου σ’ αναμμένα κάρβουνα. Άλλοι πολλοί, σοφοί και ειδικοί, έχουν ασχοληθεί πρωτήτερα, μα…

αν και δεν είμαι ειδική, πολλά θα προσπαθήσω
την «Κρητική Πρωτοχρονιά» να την ευχαριστήσω.

Οι σκέψεις που θα γράψω δεν πρέπει να νομίσει κανείς πως έχουν την αξίωση να εξαντλούν το θέμα, ούτε πως έχουν σκοπό να θέσουν ζητήματα. Είναι μόνο ένα δείγμα αγάπης για την πατρίδα μου την αγαπημένη και μόνο σαν τέτοιο θα το δει ο συμπατριώτης μου, που θα το διαβάση.

Α΄

Αφορμή για τη δημιουργία του δημοτικού τραγουδιού της Κρήτης, όπως και κάθε δημοτικού τραγουδιού, δώσανε εξωτερικά αίτια που γεννούν τα ψυχικά συναισθήματα στο λαό: η ομορφιά της φύσης, η αγάπη (ερωτική ή αδερφική), ο θάνατος, ο ξενητεμός, ο γυρισμός, ένα ιστορική γεγονός κι’ άλλα. Βέβαια ένας είναι ο δημιουργός του κάθε τραγουδιού –συντροφικά δε μπορεί να συντεθούν τραγούδια– ο χαϊδεμένος της τύχης που «απ’ το Θεό ’χει χάρη» να εκφράζει τα συναισθήματά του όταν ξεχειλίση το ποτήρι της καρδιάς του, κατά τρόπο που να δονή τις ψυχές που κι’ εκείνες πάλλουν μα δε μπορούν να εκφραστούν.

(Μια μοναδική περίπτωση ομαδικής στιχουργίας μου έκαμε γνωστή η κόρη μου Δήμητρα, όταν εργαζότανε ως φιλόλογος σε κάποιο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο στο Ηράκλειο, τότε που το Κυπριακό και η εξορία του Μακαρίου [σ.σ.: αρχιεπισκόπου, προέδρου και ηγέτη της Κύπρου] ήταν το «φλέγον» ζήτημα, που δόνησε τις ψυχές μικρών και μεγάλων σ’ όλο το Πανελλήνιο, μα ξέχωρα στην Κρήτη. Ένα παιδί σηκώθηκε κι’ έγραψε ένα στίχο στον πίνακα, άλλο παιδί πρόσθεσε, μάλλον υπαγόρεψε, άλλο δίστιχο και συνέχεια πολλά παιδιά λέγανε το καθένα τι να προστεθή, ανταλλάσσανε γνώμες, γράφανε, ώσπου καταλήξανε α κάμουν ένα τραγούδι, που το έχει καταθέσει η κόρη μου στο Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών. Ως τόσο ο ένας είχε την πρωτοβουλία και η συμβολή των πολλών είναι ίσαμε ένα ωρισμένο σημείο, χωρίς να μπορείς να καθορίσης το ποσοστό της συμμετοχής.)

Το τραγούδι από στόμα σε στόμα διαδίδεται και γίνεται κτήμα κοινό, γιατί ο λαός πάντα υιοθετεί και αφομοιώνει ό,τι είναι σύμφωνο με τον ψυχικό του κόσμο και με το χαρακτήρα του (δεν πρόκειται για λογοκλοπή, γιατί κι’ ο δημιουργός τό ’χει σε καμάρι του ν’ ακούη να τραγουδιέται το τραγούδι του –αυτό άλλωστε είναι και η αμοιβή του). πες, πες, ο λαός μεταβάλλει κάπου-κάπου το τραγούδι, κάνει προσθήκες ή αφαιρεί, ώσπου ένα τραγούδι κατασταλάσσει σε κάποια οριστική μορφή. Καμμιά φορά ένα τραγούδι το μπερδεύει με άλλο συγγενικό, κι’ έτσι έχομε τις παραλλαγές και τους συμφυρμούς.

Με τον καιρό ο πατέρας του τραγουδιού σκεπάζεται με τα πέπλα της λήθης, ξεχνιέται, και δημιουργός πια θεωρείται ο λαός. Σε ωρισμένα όμως τραγούδια της Κρήτης (σε ιστορικά τραγούδια) βρίσκομε τα ονόματα των δημιουργών, επειδή είναι καταγραμμένα. Αλλιώτικα κι’ αυτούς δε θα τους ξέραμε, αφού τα τραγούδια αυτά δεν τραγουδιούνται ώς το τέλος, και γιατί είναι μεγάλα κι’ ο Κρητικός είναι ανυπόμονος και γιατί πρέπει να δοθή σειρά και σ’ άλλον τραγουδιστή.

Τέτοια βρήκα:

  • «Το τραγούδι του Δασκαλογιάννη» εν Βαρδίδη «Κρητικαί Ρίμαι» (Ο Αναγνώστης του Παπά του Σήφη του Σκορδίλη).
  • «Το τραγούδι του Κόρακα» εν Αρ. Κριάρη, «Πλήρης Συλλογή Κρητικών Δημωδών Ασμάτων»: «Πόμπηος είν’ ο ποιητής, Βενέτικος γροικάται [σ.σ.: από το χωριό της Μεσσαράς Πόμπια].
  • «Τα τρία Δασκαλάκια», εν Τιμοθέου Βενέρη «Το Αρκάδι διά των αιώνων», σελ. 410-411: «Με σκέψη και με δάκρια Αντώνης ο Σταράκης / εσκέφτηκε κι εταίριασε αυτό το τραγουδάκι».
  • «Το Τραγούδι του Γιάγκου του Μακράκη» εν Μαρίας Συμινελάκη – Ελ. Λιναρδάκη «Κρητικά Λαογραφικά»: «Αν αρωτάτε ο ποιητής, ο φίλος του Μακράκη / που τσι Κορφαίς ακούγεται Γιώργης Καραδαράκης».
  • «Το Τραγούδι του Κωστή του Αρκαλοχωρίτη», εν ΕΕΚΣ Γ΄ σ. 412-416: «είχενε κι’ έναν αδερφό, Μπερτσίκουρας γροικάται / αυτός είν’ ο τραγουδιστής απού σας τα διγάται».
  • «Η Καταστροφή των Ανωγείων» (μου το υπαγόρεψε ένας τυφλός τραγουδιστής το 1949): «κι αν αρωτάς τον ποιητή, ποιος είν’ απού το βγάνει, / γυναίκα αγραμμάτιστη, Όλγα Κεφαλογιάννη».
  • Άλλο: (τυπωμένο σε δυο σελίδες): «…εγώ ’μαι μιαν αγράμματη γυναίκα παιδιωμένη [σ.σ.: μητέρα] / κι αν έχω λάθη, αδέλφια μου, νά ’μαι συμπαθισμένη», Ειρήνη Αναγνωστάκη (τούτη δεν έχει περιλάβει μέσα στο κείμενο τα’ όνομά της, καθώς έχουν κάμει οι ριμαδόροι που μας κάνει γνωστούς ο Καθηγητής Γιάνναρης στα «Άσματα Κρητικά»: «Τ’ ανελώματα του 1821» εποίησεν ο Αναγνώστης Χατζίρης εκ Λάκκων. «Ο Χαιρέτης» εποίησεν Αναγνώστης Ντουνάκης εξ Αποκορώνου, «Ο Χατζή Μιχάλης» (Γιανναράκης), εποιησεν Μιχάλης Κόκκινος εκ Λάκκων).

Δεν είναι να μας παραξενεύει πώς ο Κρητικός κρατεί στο μυαλό του τα μεγάλα τραγούδια, φτάνει να σκεφτούμε πως τραγουδεί ξεστίχου [σ.σ.: απέξω του] ολόκληρο τον Ερωτόκριτο και τη Βοσκοπούλα (οι αξάδερφοι του πατέρα μου, γύρω στο 1910, είδα που τα διαβάζανε από βιβλία, αλλά όχι για όλο το κείμενο. Η γιαγιά μου όμως, τελείως αγράμματη, ήξερε απ’ έξω όλο τον Ερωτόκριτο). Πώς όμως τά ’μαθε; Η Αρετούσα μας λέει πως από τα τραγούδια που της τραγουδούσε ο Ρώκριτος κάνοντάς της πατινάδα, «όποιο τραγούδι τσ’ ήρεσε ήπιανε κι’ ήγραφέ ντο / εθώρειε ξαναθώρειε ντο, ξεστίχου μάθαινέ ντου» (Ερωτόκρ. Α 445). Αλλά και ο δημιουργός του τραγουδιού, αν αυτό ήτανε μεγάλο, κι’ αν ήξερε γράμματα, μπορεί και να τώγραφε (γραμμένα βρήκε η Αρετούσα στο συρτάρι του Ερωτόκριτου «ό,τι τραγούδια κάθ’ αργά ήκουε του ερωτάρη» –Α 1433-34). Αν πάλι δεν ήξερε γράμματα, θαύρισκε κανένα γραμματιζούμενο να του το γράψη. Δε θα τώγραφε δε και μονομιάς, όπως μας λέει το «Τραγούδι του Δασκαλογιάννη»:

Εγ’ Αναγνώστης του Παπά του Σήφη του Σκορδύλη,
αυτά που σας ’διγήθηκα με γράμμα, με κοντύλι,
αρχίνηξα και τά ’γραφα λιγάκι κάθε μέρα

……………………………………………………….

και με το μπάρμπα Πατζελιό, απού ’τον τυροκόμος.
Κι εγώ εκράθιουν το χαρτί κι εκράθιουν και τη μπέννα
κι εκείνος μου ’δηγάτονε και τά ’γραφα ένα ένα.

…………………………………………………………

Τραγουδηχτά μου τά ’λεγε, γιατ’ ένε ριμαδόρος,
γιατ’ έχει κι’ απού το Θεό το πλεια μεγάλο δώρος.
Όσα δεν είδ’ εκάτεχε κι’ όσά ’δε δεν τα ’ξέχνα
γιατ’ έχει και θυμητικό πλιότερ’ από κιανένα.

(Βαρδίδη, ένθ. ανωτ. σ. 989 κ.ε.)

Συστηματική καταγραφή των τραγουδιών δεν είναι απίθανο να γινόταν παληότερα, αφού η Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών μας κάνει γνωστό πως έχει στην κατοχή της μικροφίλμ κώδικος (του ΙΣΤ΄-ΙΘ΄ αι. –βλ. Στέργιου Γ. Σπανάκη, «Η Διαθήκη του Αντρέα Τζ. Κορνάρου, 1611», Ανάτυπον εκ του Θ΄ τόμου των «Κρητικών Χρονικών») που περιέχει, εκτός από άλλα, και αγροτικά τραγούδια της Κρήτης (Canzone Rustica di Candia). Η δημοσίευσή τους –κι’ ευχής έργο θάταν να γίνη το ταχύτερο– θα ρίξη πολύ φως στη μελέτη της δημοτικής ποίησης της Κρήτης.

Μα είναι απαραίτητα τα «χαρθιά» για την εκμάθηση των δημοτικών τραγουδιών, όταν η μάνα νανουρίζη το μωρό της, όταν η γιαγιά τού λέει τα κανάκια και τα παιδιάτικα τραγουδάκια, το τραγούδι τ’ Αή Γιωργιού και το Μοιρολόϊ της Παναγάις, όταν ο παπούς, κρατώντας το στα γόνατα, τού σιγοτραγουδεί τις παληές δόξες και τις αγάπες του, όταν οι γάμοι κι’ οι ξεφάντωσες και τα πανηγύρια είναι όλο τραγούδια, όταν ο λαϊκός τροβαδούρος με το λυράκι του ή και μόνο με το ραβδί του γυρίζει πολιτείες και χωριά και «ψάλλει προγόνων κλέα» [=δόξες] κι’ ερωτικά δράματα;

(Τροβαδούρος στα παιδικά μου χρόνια ήταν στο Ηράκλειο ο Στελιανός με τον μαραμένο πόδα. Με τη λυπητερή φωνή του εράϊζε την καρδιά τ’ αθρώπου. Κυριολεκτικά επί ξύλου κρεμάμενος, ακουμπώντας στο ραβδί του, γύριζε τα μεϊντάνια [σ.σ.: πλατείες] και τα σοκάκια και τραγουδούσε για να ζήση. Ετραγουδούσε το Ρετώκριτο και τση Σούσας το τραγούδι (πάνω στην ίδια μελωδία). Κάποτε η μητέρα μου –Μεγάλες Αποκρές– ετηγάνιζε μυζηθρόπηττες και είχε ανοιχτό το παράθυρο για να φεύγουν οι τσικνιές. Ο Στελιανός περνούσε κουτσαυλίζοντας, ήκουσε τη μυρωδιά κι’ άρχιξε: «Καυγά θα βάλω στο τσαρσί, μα τσι ξυλιές φοβούμαι / καϋμένες μυζηθρόπηττες, είντα καλές απού ’ναι». Ο Στελιανός εξασφάλισε ένα πλούσιο γιόμα κι’ εμείς που είμαστε κακόφαγα παιδιά, καταλάβαμε την αξία της μυζηθρόπηττας κι’ επέσαμε με τα μούτρα.)

Μεγαλώνοντας το παιδί παίρνει το δημοτικό τραγούδι και το κάνει κτήμα του (αλήθεια πόσο ταιριάζει η λέξη! –φράσεις «παίρνει τα τά γράμματα;», «το πήρες το τραγουδι;»), σ’ όποια μορφή το συναντήση: σαν λατρευτικό, σαν ηρωϊκό, σαν ιστορικό, σαν ερωτικό, σα γαμοτράγουδο, σαν τραγούδι τση στράτας, σαν τραγούδι τση τάβλας, σαν τραγούδι του χάρου και τση ζωής, σαν τραγούδι της ξενηθειάς και του γυρισμού, σαν σατυρικό, σα συμβουλευτικό, σα μαντινάδα.

Κάθε γενιά συμπληρώνει το σωρό των τραγουδιών σαν παρουσιαστούνε περιστατικά δημιουργούνε το «κλίμα» για δημιουργία, κι’ έτσι, για σήμερα φτάνομε στην Καταστοφή της Κανδάνου, των Ανωγείων και της Βιάννου, στην αρπαγή της Τασούλας [σ.σ.: θυγατέρας του καπετάνιου του κρητικού αντάρτικου της Κατοχής Πετρακογιώργη, που κλέφτηκε με το πρωτοπαλλήκαρό του και κατοπινό βουλευτή Ηρακλείου Μανώλη Κεφαλογιάννη], στον Κυπριακό Αγώνα. Θα νόμιζε κανείς πως, μ’ όσα λέω εδώ, η φύση και τα νειάτα αφήσανε αδιάφορο τον Κρητικό ριμαδόρο· αυτό δε συμβαίνει· ωστόσο, ξεχωριστή σημασία πρέπει να δοθή στα ηρωϊκά τραγούδια, που μπορούν να χαρακτηρισθούν σαν «έμμετρη ιστορία», μια και κλείνουν μέσα τους σοβαρά πολεμικά και πολιτικά περιστατικά, ιστορικά αποδεδειγμένα, κάποτε δε και βοηθούν την Ιστορία (δεν έχομε μόνο όσα περιέχονται σε συλλογές ή δημοσιεύονται στον τύπο).

Γενικά τα κρητικά τραγούδια είναι αξιόλογα και γιατί δίδουν πολλές πληροφορίες για τα έθιμα, τις φορεσιές ,το ν οπλισμό, τις ασχολίες, τις χαρές και τις λύπες, τις προσδοκίες και τις απογοήτεψες ενός λαού που του δόθηκε απ’ τη μοίρα όλο να παλεύη… Η γλώσσα τους τα κάνει «Μνημεία Λόγου». Μελετώντας τα βλέπομε την εξέλιξη της τοπολαλιάς μας που πάει να γίνη ένα με την κοινή ελληνική εξ αιτίας της επαφής των Κρητικόπουλων με τα άλλα παιδιά της Ελλάδας που κάνουν «το στρατιωτικό τους», της επιμιξίας με το προσφυγικό στοιχείο και προ πάντων του ραδιοφώνου που το βρίσκει κανείς και στο τελευταίο μετοχάκι μας. [σ.σ.: δεν ήταν ακόμη τότε διαδεδομένη η τηλεόραση.]

Δεν είναι να μας παραξενεύει ούτε το πλήθος των δημοτικών τραγουδιών («Υπάρχουν ακόμη και πολλά σκόρπια που τα ξέρουν οι γέροι ατόφια ή σε συμφυρμούς και παραλλαγές. Ποιος άξιος να τα μαζέψη!», Βαρδίδη, «Το Τραγούδι του Αληδάκι», ένθ. ανωτ.). Ο Κρητικός από φυσικού του έχει το χάρισμα της στιχουργίας, όπως φαίνεται δα και από το «μπρόστεμα» με τις μαντινάδες. «Στ’ αψύ κι’ ογλήγορο» οι διαγωνιζόμενοι [σ.σ.: εννοεί στις παρέες και στα γλέντια όπου λέγονται οι αντικριστές μαντινάδες] σχεδιάζουν την κατάλληλη μαντινάδα, αβίαστα και αυθόρμητα σα να την ήξεραν χρόνια… Κι’ αυτό το μπρόστεμα με τις αυτοσχέδιες μαντινάδες μπορεί να βαστάξη ώρες ολόκληρες.

Σα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης θα λογαριάσωμε και τα «επείσακτα», που ανήκουν άλλα στον «Ακριτικό κύκλο» κι’ άλλα στις «Παραλογές»: «Ο Προσφύρης», «Η Γυναίκα του Πρωτομάστορα», «Ο Καταχανάς ή το Καλό Πουλί» (του Νεκρού Αδελφού), «Ο Γυρισμός του Ξενητεμένου», «Το Παράπονο του μνήματος», «Η Αρφανούλα νύφη» (η αλλού «Κακή πεθερά»), «Η αδικοσκοτωμένη» [σ.σ.: «Μια κόρη ρόδα εμάζωνε»] κλπ., που παρουσιάζουν, είναι η αλήθεια, μερικές διαφορές όταν τα συγκρίνωμε με των άλλων Ελλήνων, διατηρούν όμως αμάλαγο το κεντρικό θέμα, τον πυρήνα. (Αξιοπρόσεχτη είναι η συγγένεια δημοτικών τραγουδιών μας με δημοτικά της Καρπάθου: «Αδικοσκοτωμένη ή αδικοθανατισμένη», «Πρικοχάροντας και καλογρηοπούλες», «Μηλιά και δάφνη», «Η οβριοπούλα», «Στην άκρα τση σελήνης», «Η Κανελλόρριζα» –τα τρία τελευταία τραγούδησα και ηχογραφήθηκαν από το Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών– κλπ.)

Από τα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης άλλα είναι κοινά σ’ όλο το νησί κι’ άλλα είναι εντοπισμένα στις Δυτικές επαρχίες, όπου και δημιουργήθηκαν. Αξιοπρόσεχτο είναι πως στα σύνορα Ρεθύμνης και Ηρακλείου σταματούν τα ριζίτικα τραγούρδια, τραχεια΄και μεγαλόπρεπα, όπως είναι κι ο χαρακτήρας του ριζίτη και του αορίτη, του κατοίκου της βουνοπλαγιάς και του βουνού. Οι Κεντρικές και Ανατολικές επαρχίες λίγα δημοτικά τραγούδια [σ.σ.: μάλλον θέλει να πει «ριζίτικα»] τραγουδούν κι’ ίσαμε προχθές του ήταν άγνωστα ή τουλάχιστον δεν ήξεραν οι πολλοί τα ριζίτικα τραγούδια. Εμείς «οι άλλοι», οι καμπίτες, τραγουδούμε προ πάντων μαντινάδες. Μα, αν δεν έχομε ριζίτικα, έχομε το «σαραντομαντίναδο», που αρχή του βρίσκεται στα «Εκατόλογα της αγάπης» και την «Αλφάβητο της αγάπης». Για τούτο δεν είναι παράξενο πως ο Ερωτόκριτος είναι επηρεασμένος από τη ρίμα και τα μέτρα των Ανατολικών επαρχιών (παρά την αντίθετη γνώμη πως η Κρητική Λογοτεχνία επηρέασε τη δημοτική ποίηση της υπαίθρου –Αλεξίου, «Κρητική Ανθολογία», σελ. 17– πιστεύω πως ο Κορνάρος επηρεάστηκε από τη δημοτική ποίηση της περιοχής του, εκτός αν η δημοσίευση των «Αγροτικών Τραγουδιών» της Εταιρίας Κρητικών Ιστορικών Μελετών [σ.σ.: που αναφέρεται παραπάνω] παρουσιάση εκπλήξεις).

Παληότερα, στις διασκεδάσεις ετραγουδούντο τα σαραντομαντίναδα από μια νέα κι’ ένα νέο. Η νέα πρότεινε έναν αριθμό κι’ ο νέος έπρεπε ν’ απαντήση τραγουδιστά με μαντινάδα που άρχιζε από το προτεινόμενο αριθμητικό. Συνήθως από το ένα ίσαμε το σαράντα. Γι’ αυτό και τα τραγούδια αυτά τα είπανε σαραντομανίναδα. Σήμερα ο λυράρης λέει τον αριθμό κι’ ο λυράρης συνεχίζει:

« –Ένα –Από το ένα βάν’ αρχή να πάω στα σαράντα / δεν τήνε πέμπει η κοπελιά την προξενειά στον άντρα».

Άλλος τύπος σαραντομαντίναδου γίνεται δίχως αριθμούς:

«–Φιλντιχιοκοκκαλένια μου και μερτζαναχειλού μου / και πέρδικά μου πλουμιστή, επήρες τον το νου μου
–Ντα πέρδικά ’μαι εγώ;
–Πέρδικα είσαι, μάθια μου, με τα πετούμενά σου / κι’ ελάβωσές μου την καρδιά με τα πεισματικά σου»

(«Σαραντομαντίναδο» και των δύο τύπων βλέπει κανείς στο βιβλίο της Μαρίας Λιουδάκι «Μαντινάδες Α΄» σελ. 318-328).

Το δεύτερο σαραντομαντίναδο ήκουσα το 1926 να παίζει και να τραγουδεί ο διαλεχτός λυράρης των Αρχανών Κοντόχας. Ήταν απόλαυσις να τον ακούη κανείς να ρωτά με τη λύρα: «ντα πέρδικά ’μαι γώ;».

Η κόρη μου Δήμητρα Φραγκάκι ήκουσε, στο Ηράκλειο, ένα δάσκαλο να παίζη στο βιολί του άλλο τύπο σαραντομαντίναδου. Ρωτά ρυθμικά: «Ανεζίνη, ήρθ’ ο άντρας σου;» και αμέσως με το βιολί αποδίδει την ερώτηση. Ύσερα απαντά ο ΄διιος πάλι ρυθμικά και επαναλαμβάνει στο βιολί την απάντηση.

–Ανεζίνη, ήρθ’ ο άντρας σου;
–Ήρθε.
–Κ’ είντα σούφερε;
–Εληές.
–Εληές; ώφου ώφου!!!
–Ανεζίνη, ήρθ’ ο άντρας σου;
–Ήρθε.
–Κ’ είντα σούφερε;
–Καραμέλλες.
–Καραμέλλες; Χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχά!!!

Β΄

Τα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης τα νοιώθει κανείς καλύτερα όταν τ’ ακούση να τραγουδιούνται. Η μελωδία είτε δημιουργείται αμέσως από το ριμαδόρο, αν έχη και το χάρισμα του «μέλους», είτε, πράμα συνηθέστερο, ο ριμαδόρος προσαρμόζει το τραγούδι του σε γνωστή μελωδία, θλιβερή ή χαρούμενη, ανάλογα με το περιεχόμενο. Μερικά τραγούδια όμως έχουν αποκλειστικά δικό τους σκοπό, έτσι που δεν μπορούν να τραγουδηθούν άλλα στο σκοπό τους.

Κάποτε κι’ ο λαός ο ίδιος προσαρμόζει σε γνωστή μελωδία ένα τραγούδι που του αρέσει. Παράδειγμα: Στον ένδοξο πόλεμο του 1912-13 [σ.σ.: τους Βαλκανικούς Πολέμους, όπου απελευθερώθηκαν από την τουρκική κατοχή και ενώθηκαν με την Ελλάδα η Ήπειρος, η Μακεδονία και η Θράκη] ένας απλοϊκός ριμαδόρος στο Ηράκλειο έφτιασε και τύπωσε σε μονόφυλλο χαρτί ένα τραγούδι για τη ναυμαχία της Έλλης. Εβγήκε και το απάγγελλε στο «Μεϊντάνι» (νυν πλατεία Νικηφόρου Φωκά). Ο λαός το πήρε και του κόλλησε κάποιο γνωστό σκοπό. Έτσι άκουγες μέρα-νύχτα να τραγουδούνε:

«Του Βαρβαρόσσα τ’ άρματα Αβέρωφ δε φοβάται / γιατ’ είν’ απού το Θηό γραφτό ο Τούρκος να νικάται

(τσάκισμα: Όρτσα μι κι’ άλλη μια / τα μιλήσαμε / όνειρο ήτανε, τ’ αλησμονήσαμε)».
[σ.σ.: αναφέρεται στο θωρηκτό «Αβέρωφ», ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου και σήμερα πλωτό μουσείο.]

Έτσι έγινε και με το Μπιζάνι [σ.σ.: στον ίδιο πόλεμο]:

«Στην κοσιμιά του Φλεβαργιού, Πέφτη το μεσημέρι / ήρθεν απού τα Γιάννενα ολόχρυσο χαμπέρι».

(Δυστυχώς δε μπορώ να θυμηθώ τις συνέχεις των τραγουδιών αυτών).

[σ.σ.: Μια ολοκληρωμένη εκδοχή της δεύτερης ρίμας, της αναφερόμενη στην απελευθέρωση του Μπιζανίου (1913), μας έδωσε σε ιδιόχειρο σημείωμα ο κ. Γιάννης Παραδεισανός, από το χωριό Άγιος Ιωάννης Χλιαρός της επαρχίας Αμαρίου, τον οποίο ευχαριστούμε θερμότατα. Μας πληροφόρησε ότι την τραγουδούσε σε τοπικό σκοπό τση τάβλας ο επίσης Αηγιαννιώτης Κωνσταντίνος Μπριλάκης. Η εκδοχή αυτή έχει ως εξής:

Τη ν-Τυρινή την Αποκρέ, Πέμτη το μεσημέρι,
ήρθεν από τα Γιάννενα ολόχρυσο χαμπέρι.
Έγραφε ντο παράρτημα: Έπεσε ντο Μπιζάνι
κι εδήλωσε ο Εσάτ Πασάς πόλεμο μπλιο δε γ-κάνει!
Εδήλωσε ο Εσάτ Πασάς με το επιτελείο
πως θέλει να παραδωθεί στο μέγα Κωσταντίνο.
Απού ’σανε συμμαθητές κι οι δυο στη Γερμανία
κι ολημερίς ελέγανε για τη Μακεδονία.
Τού ’λεγε «Α γίνω βασιλιάς, πόλεμο θα κηρύξω,
Μακεδονία κι Ήπειρο να τα επανακτήσω!»

«Να μην το κάνεις, Κωσταντή, για θα σ’ αιχμαλωτίσω,
στου Μπιζανιού τα κάτεργα θα πάω να σε κλείσω.
Και θα σε ντύσω μασκαρά, στη μ-Πόλη να σε πάω,
ας θα μου βγου ντα όνειρα κι απόκειας ας ποθάνω!»

«Όνειρο τό ’δες, Εσάτ Πασά, πως θα μ’ αιχμαλωτίσεις,
μα ’γώ σου λέω τούτηνέ τη χέρα θα φιλήσεις!»]

Έτσι, φαντάζομαι, θάγινε και με τον Ερωτόκριτο. Νάτανε, δηλαδή, γνωστός, να κυκλοφορούσε στην Ανατ. Κρήτη σε χειρόγραφα ή και να διάβαζε ο ίδιος ο ποιητής αποσπάσματα σε κύκλο γνωστών του (όπως φρονεί ο Ξανθουδίδης, παραδέχεται δε και ο Λίνος Πολίτης). Με την ευκολία που έχουν οι αγράμματοι (που είναι φρέσκο το μυαλό τους) να αποστηθίζουν (ο μπάρμπα Μπατζελιός «σαν το Ψαλτήρ’ ο δάσκαλος από ’ξω τα θυμάτο» –Τραγούδι του Δασκαλογιάννη, στ. 1030), ακούγοντάς τον τόν αποστήθισαν σαν ένα μεγάλο τραγούδι (ή έστω ωρισμένα κομμάτια) και σιγά-σιγά του κόλλησαν ένα σκοπό. Ο σκοπός, το μέλος, του Ερωτόκριτου είναι ναναριστός (αργός όπως τα νανουρίσματα), προσιδιάζει στις Ανατολικές επαρχίες και πλησιάζει προς το μέλος ωρισμένων δημοτικών τραγουδιών μας: Μοιρολόϊ της Παναγίας, αδικοσκοτωμένη, Σούσα, όπως τουλάχιστον αυτά τραγουδιούνται σε τούτα τα μέρη.

Σε τούτο (δηλαδή στο πως «κάποτε κι’ ο λαός ο ίδιος προσαρμόζει σε γνωστή μελωδία ένα τραγούδι που του αρέσει») με ενισχύει και η βεβαίωση του μουσικού συμπολίτου μου, του σεβαστού μου κ. Γ. Ι. Χατζηδάκι, που μας κάνει γνωστό (περιοδικό «Κρητική Στοά» Β΄ σελ. 277) πως «η Βοσκοπούλα» του Δρυμητηνού τραγουδιέται με τη μελωδία τραγουδιού που παραθέτει: «αφουκραστήτε, φίλοι και δικοί μου…» (=ο «κυρφός έρωντας» εν Γιανναράκη, «Άσματα Κρητικά», σελ. 129).

Δε μπορώ να φανταστώ πως τα πρώτα χρόνια της τουρκικής κατάκτησης ο Κρητικός είχε κέφι για καινούργια τραγούδια και καινούργιους σκοπούς. Ο Ερωτόκριτος θά ’ταν γνωστός και θά ’χε αγαπηθεί πρωτήτερα από το λαό της Κεντρικής και Ανατολικής Κρήτης. Το γεγονός πως και Τουρκοκρητικοί τραγουδούσαν με πάθος τον Ερωτόκριτο ενισχύει την άποψη αυτή. Δεν είναι νοητό να εγκολπωθήκανε και να τραγούδησαν οι Τουρκοκρητικοί ένα χριστιανικό έπος ύστερ’ από την τουρκική κατάκτηση, αφού είναι γνωστές οι σχέσεις των χριστιανών της Κρήτης με τους εξωμότες. Θυμούμαι τούτη τη στιγμή τη γειτονοπούλα μας τη Χατιτζέ Ομερπαμπαδοπούλα, του την αγαπούσε ένας ασκημάθρωπος, βλογιοκομούρης και κιτρινιάρης, ο Ασάνης ο εχεκτσής (έκανε μεταφορές με το γάϊδαρό του). για να την καταφέρει ερχόταν κάθε βράδυ στην πόρτα της, έβαζε το στόμα του στην αρραμάδα και της σιγοτραγουδούσε όλο το ίδιο κομμάτι του Ερωτόκριτου (Ε 905 έως 960, εκείνο που λέει πως βρήκε σε μια σπηλιά ένα νηό ολομάτωτο. Ιδιαίτερα ετόνιζε το «εχάσα σε, Αρετούσα»). Έτσι τη συγκίνησε και την έκλεψε την όμορφη Χατιτζέ, και χωρίς μιλάγια μάλιστα!

Ο Ερωτόκριτος, ταξιδεύοντας αργότερα προς τα δυτικά, όπου υπήρχε σχετική ελευθερία [σ.σ.: εννοεί τις δυτικές επαρχίες της Κρήτης], πήρε διαφορετικό μέλος, ανάλογο προς εκείνα που κυριαρχούν εκεί.

Πολλών δημοτικών τραγουδιών η μελωδία ξεχάστηκε και αυτά λέγονται κουβεδιαστά, απαγγέλλονται μόνο, κυρίως μεταξύ των γυναικών σε δικές τους συναναστροφές ή και στις αποσπερίδες (η αείμνηστη πεθερά μου Καλλιόπη Φραγκάκι κουβεδιαστά έλεγε τη «Διαμάντα» στην κόρη μου –απ’ όσο θυμόταν, ποτέ δεν την άκουσε να τραγουδιέται. Θά ’χει λοιπόν ξεχαστή το μέλος της εδώ και εκατό χρόνια…). Κρίμα και πάλι κρίμα…

Από το 1950 στο περιοδικό «Ελληνική Δημιουργία» και στην εφημερίδα «Κρητική Ενότης» γράφω πως πρέπει να γίνει μια σταυροφορία για τη συγκέντρωση και διατήρηση της μελωδίας των Κρητικών τραγουδιών. Από τον Ιδομ. Παπαγρηγοράκη («Κρητ. Εστία» 1951, τ. 33-34, και «Τα Ριζίτικα Τραγούδια», 1956-57, σελ. 391) πληροφορούμαστε πως έγινε μια σοβαρή προσπάθεια από το Χανιώτικο Σύλλογο «Φίλοι Γραμμάτων και Τεχνών» για την περισυλλογή και έκδοση ριζίτικων τραγουδιών. Τούτο τον καιρό γίνεται από το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και από τον Μίκη Θεοδωράκη. Αλλά και το Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών με συνεργεία του φροντίζει για τη μαγνητοφώνηση δημοτικών τραγουδιών και θάρθη βέβαια κι’ η σειρά της Κρήτης [σ.σ.: οι προσπάθειες αυτές, παρ’ όλο που έγιναν, έχουν μείνει αναξιοποίητες ώς τώρα]. Για να προσφέρω ό,τι μου είναι μπορετό, εκτός που κι’ εγώ τραγούδησα στο Αρχείο, όπως λέμε και παραπάνω, λίγα τραγούδια κι ένα σκοπό, πρόσφερα και μια ταινία με το τραγουδι του «γυρισμού του ξενητεμένου» τραγουδισμένο από την Πιπίνα Κοκοσάλη. Ακόμα κατώρθωσα να πείσω την Ευανθία Κλουβιδάκι από το χωριό Ατσιπάδες Μονοφατσίου να τραγουδήση στο Αρχείο το «Μοιρολόϊ της Παναγίας» και την «Αδικοσκοτωμένη» («μια γκόρη ρόδα μάζωνε…») σε ύφος ρυθμικό, που δεν μπορεί όμως να χορευτή.

Γ΄

Τα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης ξεχωρίζουν σε: τραγούδια τση τάβλας, τραγούδια τση στράτας και τραγούδια του χορού.

Τα τραγούδια τση τάβλας τα τραγουδούν οι Κρητικοί των Δυτικών Νομών καθισμένοι γύρω από την τάβλα, το χαρούμενο τραπέζι που στένουν σε κάθε ξεφάντωση. Να πώς το λέει ο Αντωνιάδης στην «Κρητηΐδα»:

«Τράπεζαν στρώνουσιν άλλοι, μακράν ως κατάρτιον πλοίων

λίθον επάνω σανίδας ερείδοντες· κ’ έδρας

φέρουν παχείας δοκούς, εκατέρωθεν θέτοντες ταύτας

πέριξ δε πάντες καθίζουν, οπόσοι κληθέντες εις γάμον

έφερον τράγον ή άρνα ή άρτων πεντάδα μιγάδων

είτε και οίνον γλυκύν, της Κισσάμου τ’ αμπέλινον νάμα.

Άσματα ψάλλουν κατόπιν, αρχαίων ρυθμών μελωδίαν,

ήν τινα ζώσαν εισέτι της Κρήτης τα όρη τηρούσι».

(έκδ. δ΄ σ. 14)

Τη λέξη τάβλα συναντούμε και σε Κρητικά Κείμενα: Σαχλίκης «Γραφαί και στίχοι», εν Αλεξίου, «Κρητική Ανθολογία» σελ. 33, στ. 40, «Στάθης», ομοίως εν Αλεξίου σελ. 126 στ. 1. Εκ παραλλήλου συναντούμε και τη λέξη τραπέζι («Βοσκοπούλα» εν Αλεξίου σελ. 52 στ. 3).

Συνήθως είναι ωρισμένη η θέση που θα καθίση καθένας. Αφού φάνε αρκετά (τρώνε συνήθως λιγότερο για να μη θεωρηθούνε φαγάδες –τούτο εσυνηθίζετο και τον καιρό της Βενετοκρατίας, αν κρίνωμε απ’ όσα λέει η Πανώρια στον πατέρα της το Γιαννούλη: «Κ’ έχε μας τίποτας καλό, κύρη μου, να γευτούμε / χίλια τραγούδια εις το ’στερο, αν θέλης, να σου πούμε», Γ. Χορτάτζη, «Γύπαρης» Β΄ στ. 131-32), ένας από τη συντροφιά αρχίζει το τραγούδι και τον συνοδεύουν όσοι είναι καθισμένοι στο ίδιο κούτελο τση τάβλας.

Λένε ένα στίχο και όταν τελειώση τον αποπαίρνουν (επαναλαμβάνουν) αυτοί που κάθονται στο απέναντι κούτελο. Ύστερα πάλι ο πρώτος που άρχισε συνεχίζει με την παρέα του το δεύτερο στίχο, τον αποπαίρνουν οι αντικρυνοί κ.ο.κ. Συνήθως δεν τραγουδούν ολόκληρο το τραγούδι. Άμα ο πρώτος τραγουδιστής δε θέλει να συνεχίση, σηκώνεται όρθιος με το ποτήρι του γεμάτο, πίνει στην υγειά όλων λέγονας «όλο γεια μας» ή «όλο γειες». Έτσι παίρνει σειρά κάποιος άλλος (ο πεθερός μου Ιω. Φραγκάκις, Σφακιανός την καταγωγή, με πληροφορεί ότι παληότερα οι ομοτράπεζοι άφηναν λίγο κρασί στην κούπα, δεν τώπιναν άσπρο πάτο, για να μη θεωρηθούνε μπεκρήδες, το δε υπόλοιπο τώχυναν στο δάπεδο. Κατά πληροφορία επίσης του πεθερού μου στο τραπέζι του γάμου δεν τραγουδούν τα τραγούδια ώς το τέλος «για να μην ποθάνη του γαμπρού η μάνα»).

Αξιοπρόσεκτο πως τα τραγούδια τση τάβλας τραγουδιούνται χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων, a capella, όπως λένε οι μουσικοί. Στα τραγούδια τση τάβλας ανήκει «ο Διγενής», το αλληγορικό «Σε ψηλό βουνό», το «Πότες θα κάμη ξαστεργιά» κλπ. Βλ. και Γ. Ι. Χατζηδάκι «Κρητική Μουσική», Αθήναι, 1958, και Ιδ. Παπαγρηγοράκη «Τα Κρητικά Ριζίτικα Τραγούδια», Χανιά 1956-57. Στα τραγούδια τση τάβλας ανήκουν και τα ηρωϊκά ή ιστορικά τραγούδια (πολλά απ’ αυτά λέγονται κουβεδιαστά, σαν παραμύθι ας πούμε, στις αποσπερίδες σ’ όλη την Κρήτη).

Τα τραγούδια τση στράτας, λιγώτερα από τση τάβλας, τραγουδιούνται, όπως δείχνει και τ’ όνομά τους, στο δρόμο, «εν πορεία». Δημιουργήθηκαν τότε που δεν υπήρχαν τ’ αυτοκίνητα που σήμερα συντόμεψαν τις αποστάσεις, τότε που οι στρατοκόποι πήγαιναν πεζοί ή καβαλλάρηδες κι’ είχαν ανάγκη από συντροφιά. Τραγουδούσαν «για να μην αποφανή η στράτα». Τα τραγούδια τση στράτας τραγουδιούνται ώς το τέλος. Τέτοια τραγούδια είναι «Αλέξαντρος ο Βασιληάς», «Η Αρφανούλα νύφη» (πλήρες εν «Κρητ. Αστήρ» 1-2, σελ. 277), «Ο Προσφύρης», «η γυναίκα του Πρωτομάστορα», «ο καταχανάς η το καλό πουλί» κλπ.

Την ανάγκη να περπατούμε συντροφιασμένοι τη νοιώσαμε κι’ εμείς στη Γερμανική Κατοχή, τότε που δεν είχαμε αυτοκίνητα και κατεβαίναμε με τα πόδια στην Αθήνα. Όταν κατάλαβε ο Γερμανός διοικητής την ανακούφιση που μας χάριζε η συντροφικη πορεία (πριν ακόμη βγουν οι ομάδες αντιστάσεως) διάταξε να μην πηγαίνουν μαζί πάρα πάνω από δυο Έλληνες…

Ειδική κατηγορία τραγουδιών τση στράτας είναι τα τραγούδια του γάμου, που στα Ρεθεμνιώτικα λέγονται «τση συνεπαρσάς» (τα τραγουδούν όταν μεταφέρουν την προύκα, όταν στολίζουν τον παστό [σ.σ.: το νυφικό δωμάτιο], όταν συνοδεύουν τη νύφη στο σπίτι του γαμπρού κλπ.), καθώς και το τραγούδι τση κουλούρας. «Τση κουλούρας» λέγεται το ειδικό τραγούδι που τραγουδιέται όταν οδηγούν τη νύφη και το γαμπρό στην εκκλησία. Επειδή πρέπει να ξεκινήση η συνοδεία αρχίζοντας από δεξιά, αναγκάζονται να κάμουν ανεκουλουρίδα, ένα μεγάλο κύκλο έως να φθάσουν στην εκκλησία.

Τα γαμοτράγουδα, σαν τραγούδια εξαιρετικά χαρούμενου γεγονότος, συνοδεύονται από μουσικά όργανα. Επειδή δε συμβαίνει πολλές φορές το σπίτι του γαμπρού να είναι παραχωργιού, τραγουδιούνται και άλλα τραγούδια τση στράτας, συνοδευμένα κι’ αυτά, κατ’ ανάγκη, από μουσικά όργανα.

Αποκλειστικά τραγούδια του χορού έχομε λίγα («απού ’ν’ απόξ’ απ’ το χορό πολλά τραγούδια ξέρει»). Στους χορούς, το περισσότερο τραγουδιούνται οι μαντινάδες, όπως λ.χ. στον Καστρινό πηδηχτό (ή Μαλεβυζώτικο). Στη μουσική του χορού αυτού παρεμβάλλεται και η μελωδία του Ερωτοκρίτου, ίσως για να πάρουν ανάσα οι χορευτές. Οι κ. Γ.Ι. Χατζηδάκης, προ πολλών ετών, εδημοσίευσε τη μουσική του πηδηχτού, παρεμβάλλοντας και τη μελωδία του Ερωτοκρίτου. Την εδιδάχτηκα στο βιολί από τον καθηγητή μου αείμνηστο Ευάγγελο Μπαμιέρο.

Ο Κρης λογοτέχνης Ι. Κονδυλάκης (Ι. Κονδυλάκη, «Τα Άπαντα», τόμ. β΄, έκδ. 1961, σελ. 250-251) δίδει στον «Πατούχα» ωραία εικόνα του πηδηχτού με τις μαντινάδες, τον Ερωτόκριτο και τον «σιγανό χορό» που ακολουθεί: «Ο σιγανός χορός –λέει ο Κονδυλάκης– επιτρέπει εις τους χορευτάς να τραγουδούν και άσματα με ρυθμούς πλατείς και βραδείς»× ακόμη λέει πως «έκαστον ημιστίχιον επαναλαμβάνεται υπό ολοκλήρου του χορού» [σ.σ.: δηλ. όλων των χορευτών]. Σαν τραγούδι του χορού αναφέρει «το γυρισμό του ξενητεμένου». Το μέλος του τραγουδιού, σε ρυθμό 6/8, μας δίδει ο Χατζηδάκης («Κρητική Μουσική», σελ. 161), το κατατάσσει όμως στα τραγούδια τση κουλούρας. Καθώς φαίνεται, το τραγούδι αυτό είχε περισσότερες από μια μελωδίες, σε διαφορετικούς ρυθμούς. Το ηχογραφημένο, που πρόσφερα στο Αρχείο, τραγουδημένο από την Πιπίνα Κοκοσάλη, δεν χορεύεται. Ο κ. Σπ. Περιστέρης, ο Διευθυντής του Μουσικούς Τμήματος του Λαογραφικού Αρχείου, το κατατάσσει στα «αφηγηματικά άσματα, τα οποία εξαγγέλλονται διά μουσικής απαγγελίας».

Κατά τον αυτό κ. Χατζηδάκη («Κρητική Στοά» Β΄ σελ. 309), ο σιγανός χορός συνωδεύετο και από σκοπούς (ειδικές μελωδίες – τον όρο συναντούμε και στον Ερωτόκριτο: «Και τα τραγούδια κι’ οι σκοποί αξάφνου με πλανέσαν», Α΄ 648), εχορεύετο δε με τις μελωδίες αυτές περισσότερο στα χαρέμια των Τουρκοκρητών «όπου αποκλείεται η είσοδος οργανοπαικτών». Εγώ εξ ιδίας αντιλήψεως γνωρίζω ότι οι τουρκοκρήσσες έπαιζαν ούτι (ένα είδος μπουζουκιού). Ο κ. Θρασ. Μαρκίδης, ετών 85, με πληροφορεί ότι γύρω στο 1895 ο χορός στο Ηράκλειο άρχιζε με σιγανό που εσυνοδεύετο με το σκοπό «αθάνατος» και κατόπιν μετετρέπετο σε πηδηχτό. Πάνω στη μουσική του πηδηχτού τραγουδούσαν μαντινάδες. Εκτός από τις κοινές μαντινάδες τραγουδούσαν και μαντινάδες του Ερωτοκρίτου.

Ο Ι. Καλογιαννάκις, από το χωριό Πρινιάς Μονοφατσίου, με πληροφορεί ότι κατά τον ίδιο τρόπο χορεύουν στο χωριό του τον «Πρινιανό» χορό, πάνω στο μέλος του τραγουδιού «Η Βλάχα»:
«Κλέφτες βγήκαν στα βουνά να μας κλέψουν τα ωζά / παίρνουνέ μας ’ναν αρνί πούχε το χρυσό μαλλί /
και του βάναμε το λέρι, τ’ ασημένιο καμπανέλι» (δυστυχώς ο πληροφοριοδότης ξέχασε το υπόλοιπο).

Τραγουδεί ο μπροστινός και το αποπαίρνουν οι άλλοι. [σ.σ.: πρόκειται για δημοτικό τραγούδι της κεντρικής Ελλάδας, που το αναφέρει και ο Ν. Καζαντζάκης στο Ζορμπά (ως δημοτικό, όχι ως κρητικό τραγούδι) – η μαρτυρία ότι λεγόταν και στην Κρήτη είναι πολύ ενδιαφέρουσα και επιβεβαιώνει ότι τα δημοτικά τραγούδια όλων των περιοχών του Ελληνισμού είναι «συγκοινωνούντα δοχεία».]

Δ΄

Οι Κρητικοί πάντα αγαπούσαν το χορό και το τραγούδι. Για τα χρόνια της Βενετοκρατίας πληροφορίες μας δίδει ο Καστρινός στιχουργός του τέλους του 15ου αι. Στέφανος Σαχλίκης:

«Και απότες πιούσι περισσόν και απήν καλοκαρδίσουν
μοίρα τους ρίκτει εις όρχησμα, μοίρα να τραγουδήσουν,
και μοίρα πίνουν, κάθουνται πάντα και τραγουδούσιν»,

με τη διαφορά πως, ύστερα από μια γενναία οινοποσία: «τραγουδούν οι άτυχοι σαν κελαηδούν οι χήνες», κάποτε δε και «εβγάνουν τα μαχαίρια». («Αφήγησις παράξενος» έκδ. Συνόδη Παπαδημητρίου, Οδησσός, 1895, στ. 192 κε., και στ. 226). Εδώ ο Σαχλίκης μιλεί για τους κατοίκους της υπαίθρου. Ομολογεί όμως πως κι’ ο ίδιος, σαν αστός: «όπου ήσαν γάμοι και χοροί, ήθελα να χορεύω» (ένθ’ ανωτ., στ. 53).

Πώς ετραγουδούσαν οι Κρήτες στους χορούς μάς λέει ο σύγχρονος του Σαχλίκη Μιχ. Αποστόλης σε επιστολή του προς κάποιον Γεώργιο Ζεβεδαίο (Letters Inèdites de Michel Arostolis publièew d’aprèw les manuscrits de Valican, par Hirrolyte Noiret, 1889. Επιστολή LXI (61η) σελ. 80): [εμαζεύοντο] οι Κρητικοί στους χορευτότοπους, άνδρες και γυναίκες. Οι άνδρες στεκόντουσαν όρθιοι, οι γυναίκες καθόντουσαν. Οι άνδρες άρχιζαν το τραγούδι, τους διαδέχονταν δε οι γυναίκες. (Πάνω στο σκοπό των τραγουδιών θα χόρευαν οι χορευτάδες «όν τοιώδε τρόπον εθρήνησαν οι Ταυλάντιοι. Συνελέχθησαν οι του νεκρού αγχισταί και τουτονί περιστάντες της θρηνωδίας απήρχοντο, των μεν ανδρών ισταμένων, καθημένων δε των γυναικών× και των μεν αρχομένων, των δε διαδεχομένων οίω τρόπω Κρήτες εχρώντο περί τε γάμους ηρώων και πανηγύρεις θεών× όθεν και ες ημάς τουτί το πράγμα διαμεμένηκε τοιουτότροπα ες χόρους αδόντων Κρητών τε και Κρησσών× και νυν έστιν ιδείν τοις εκείσε καταίρουσιν». (Για τον όρο χόρος βλέπε λεξικόν Liddell-Scott εν λέξει χορός: … τόπος προς όρχησιν, εν δε χόρον ποίκιλλε … αμφιγυήσεις, Ιλιάδος Σ 590. Βλέπε και Ομηρικόν λεξικόν Π. Λορεντζάτου εν λ. χορός = ο τόπος όπου χορεύουν× και σήμερον παρ’ ημίν ο λαός έχει τόπους εν υπαίθρω προς όρχησιν ωρισμένους.)

Ο αείμνηστος Φαίδων Κουκουλές στην πολύτιμη μελέτη του «Συμβολή εις την Κρητικής Λαογραφίαν επί Βενετοκρατίας» εν Ε.Ε.Κ.Σ. τ. Γ΄ σελ. 19 συμπεραίνει τα εξής από την πάρα πάνω επιστολή: «Τον χορόν των Κρητών εννοείται συνώδευε και άσμα, ο Μιχαήλ μάλιστα Αποστόλης μας πληροφορεί ότι έλεγε τότε ένα στίχον είς των χορευόντων, τούτον δ’ επανελάμβανον πάντες ομού οι συγχορεύοντες, τούθ’ όπερ και σήμερον κατά τους χορούς συνηθίζεται». (Παραπέμπει εις Ιππολ. Νουαρέ, επιστ. 61 σ. 80). Κατά την αντίληψή μου ο Αποστόλης δε λέει τέτοιο πράμα.

Ο Κορνάρος εξ άλλου μας δίδει την πληροφορία πως και μόνες τους, δίχως καβαλλιέρους, εχόρευαν οι κοπέλλες «κατά γυναικώντας», όπως κάνουν και σήμερο, με τη διαφορά πως «τω καιρώ εκείνω» εστέλιωναν το χορό σ’ ανοιχτούς χώρους και εχόρευαν μόνο «τα πάτρια»…:

«Σε περιβόλι ήλαχα με κι’ άλλες μιαν ημέρα
χορούς πολλούς εκάμαμε κρατώντας εκ τη χέρα» (Ε΄ 652).

Ότι ωπλισμένοι χόρευαν οι Κρητικοί τα χρόνια της Βενετοκρατίας (με τα όπλα της εποχής: τόξο, βέλη, σπάθα, μαχαίρι), τουλάχιστον οι Σφακιανοί (όπως κάνουν και σήμερα οι κάτοικοι των δυτικών νοών που φορούν στη μέση τούς ασημένιους μπασαλήδες [σ.σ.: τα μαχαίρια]), μας λέει, εκτός από το Σαχλίκη, και ο Γάλλος Πέτρος Μπελόν, που επισκέφτηκε την Κρήτη το 1549 (Les observations de plusieurs singularitès etc. έκδ. 153 Α΄ 21β). Ακόμα μας λέει πως οι Σφακιανοί χόρευαν και τραγουδούσαν συγχρόνως, «ανταπαντώντες» οι μεν στους δε «…et se repondent les uns aux autrew en chantant et dansant à leurs chansons»: «Έτσι παράξενα ντυμένοι» (άσπρο πουκάμισο, ανοιχτό εμπρός, με πλατειά μανίκια χωρίς ρεβέρ, ζώνη με αγκράφα, κυλόττες πλατειές, ψηλά στιβάνια πάνω από το γόνατο), «φορτωμένοι με φαρέτρα με 150 περίπου βέλη καλά τεντωμένα, που την έχουν στο μπράτσο τους, και με μια σπάθα στο πλάϊ, προσπαθούν να κάμουν τα ωραιότερα πηδήματά των χορεύοντας τον πυρρίχιο». (Εικόνα Σφακιανού της εποχής βλέπει ο αναγνώστης στο βιβλίο μου «Λαϊκή Τέχνη της Κρήτης» – Ανδρική φορεσιά.)

Τα ίδια πάνω κάτω λέει για όλους τους Κρητικούς, αργότερα, ο Μπουνιαλής:

«…να πιάσουν όμορφο χορό με τέχνες να πηδούνε
κι’ άλλοι να ρίκτουν τουφεκιές κι’ άλλοι να τραγουδούνε»

(«Ο Κρητικός Πόλεμος» Αλεξίου, ένθ’ ανωτ. σελ. 157 στ. 21-22)

Τα τραγούδια της Κρήτης (εκτός από τα τραγούδια τση τάβλας) συνοδεύει η λύρα, μουσικό όργανο που παίζεται με τόξο [=δοξάρι]. Είναι ένα από τα ωραιότερα αντικείμενα της Κρητικής Λαϊκής Τέχνης και γίνεται από ξύλο τση μαυρομουρνιάς ή από ασφένταμνο. Η καλύτερη λύρα γίνεται από κισσό, αλλά αρά και πού να βρεθή κισσός που νάχη το απαιτούμενο πάχος. Οι κόρδες της [=χορδές] γίνονται από άντερα και στρίβονται με πίρους. Το δοξάρι της κάνει κοιλιά (καμπυλούται) και έχει σ’ όλο του το μάκρος κουδουνάκια, τα γερακοκούδουνα, για να υπογραμμίζεται ο ρυθμός (σιγά σιγά παραλείπανε τα γερακοκούδουνα). Παίζεται από το λυράρη, που την ακουμπά ορθή στο γόνατο (πορευόμενος ο λυράρης στηρίζει τη λύρα καθέτως επί του στήθους):

«Στου Ψηλορείτη το βουνό πούναι ψηλό και μέγα
κι’ ούδε πουλί ανεβαίνει το μούδε και χελιδόνι
μούδε του δράκου σαϊθιά μούδε του λιόντα πέτρα
βοσκόπουλον ανέβηκε κι’ έκατσε στην κορφή ντου,
ορθή βάνει στα γόνατα τη λύρα ντου και παίζει».

Παληότερα είχαν σε χρήση μικρότερη λύρα, το λυράκι, και μεγαλύτερη τη βιολόλυρα ή βροντόλυρα [σ.σ.: δεν ταυτίζονται]. Αγαπημένο όργανο που όταν είναι στα χέρια καλού παιγνιδιάτορα δονεί με τις μελωδίες του την ψυχή του Κρητικού.

Εμείς στις Ανατολικές επαρχίες πιστεύομε πως οι ανεράϊδες μαθαίνουν τη λύρα στους καλούς λυράρηδες (Ίσως γιατί ι μαθητευομενοι και πρωτόπειροι λυράρηδες πηγαίνουν στσι οξωργιές και παίζουν τη λύρα, «για να μην ξηλώνουνε τσι μποντικούς τους σπιθιού» από τις παραφωνίες. Έτσι, όταν πια παρουσιαστούν τέλειοι παιγνιδιατόροι, κινούν το θαυμασμό. Χαριτωμένη εικόνα ερασιτέχνη λυράρη και νεράϊδων δίδει ο Κονδυλάκης στο «Βοσκόπουλο του Ψηλορείτη», «Άπαντα», τόμ. Α΄ έκδ. 1961, σελ. 177-178 […]). Και δεν είναι λίγοι, μόνο που με το πέρασμα του χρόνου ξεχνιούνται.

Έχω χρέος να φέρω «απ’ τσ’ αρνησάς τσι τόπους» τον αδελφό της εκ μητρός γιαγιάς μου, το Γιάγκο το Τζανάκι από τον Άγιο Μύρωνα Μαλεβυζίου. Το νάμι του [=η φήμη του] είχε ξεπεράσει τα σύνορα του χωριού. Όμορφος καθώς ήτανε «σαν το Δεσπότη Χριστό» είχε πολλούς αντίζηλους ανάμεσα στους νέους της περιφέρειας. Του άρεσε να πηγαίνει να παίζη το λυράκι του ολομόναχος στη σπηλιά του περιβολιού τους δίπλα στο μοναδικό τρεχούμενο νερό του χωριού, «στου Τζανή το νερό». (Νάχε άραγε συντροφιά του και τις νεράιδες;). Κάποτε μια συντροφιά από νέους τον κάλεσε να τους παίξη για να χορέψουν σ’ ένα σπίτι φιλικό. Έπαιζε κι’ ετραγουδούσε κι’ οι άλλοι χόρευαν. Ξαφνικά ένας από τη συντροφιά χύμηξε και τον μαχαίρωσε στο μερό [=στο μηρό]. Σηκώθηκε να φύγει, μα οι χορευτάδες τον απείλησαν πως «αν κουνήση από τη θέση του θα κάμουν το μεγαλύτερό του κομμάτι ωσάν το ρύζι». Έπαιζε, έπαιζε ώσπου ξημέρωσε, μα ο σπιτονοικοκύρης πού ν’ ανοίξη! Με κλειστά παράθυρα και με τους λύχνους μέρα μεσημέρι γλέντιζαν ενώ το αίμα του Τζανάκη έτρεχε ανεβάλλουσα. Εξασκημένο όπως ήταν τ’ αφτί του στους ήχους, ήκουσε τα ζάλα [=τα βήματα] ενός περασάρη και τότε τραγούδησε την πάρα κάτω μαντινάδα:

«Να κάτεχεν μάνα μου τη σφάκα [=πίκρα] τ’ αχειλιού μου
και το μαχαιροσκοτωμό που ’κάμαν του κορμιού μου».

Ο άνθρωπος ο περασάρης ειδοποίησε τους γονείς του Τζανάκη και πήγαν στο κουλούκι, πήραν ζαφτιέδες [=χωροφύλακες] και τον ελευθέρωσαν. Δεν μπόρεσε να ξανασηκωθή από το κρεββάτι γιατί η λαβωμαθειά του εφιστούλιασε. Έλειωσε σαν το παλληκάρι του Παλαμά [σ.σ.: εννοεί τον ήρωα της συγκλονιστικής νουβέλας του μεγάλου ποιητή Κωστή Παλαμά «Ο θάνατος του παλληκαριού», ένα από τα ελάχιστα πεζά έργα του] και το θάνατό του θρηνήσανε τα γυρωτρίγυρα. (Πέθανε μετά του Αγριολίδη τον Αρμπεντέ – 1828).

(Με την ευκαιρία αυτή σημειώνω πως οι Κρητικοί επί Τουρκοκρατίας ανάμεσα στις μαντινάδες και τα τραγούδια τους παράχωναν αλληγορικά δίστιχα, για να μην καταλαβαίνουν οι Τούρκοι, που όχι σπάνια ανακατεύοντο στα γλέντια των χριστιανών για να τους ενοχλούνε. Σε κρητική «παράδοση» που μας έρχεται από την εποχή των κουρσάρων συναντούμε ένα αλληγορικό δίστιχο: «ταβλομάντηλα και πέτσες, δε γροικάτε σεις μπεμπέτσες; / Σα γυρίση το φεγγάρι θα στρατέψωμεν ομάδι». Με το δίστιχο αυτό ένας σκλάβος χριστιανός ειδοποίησε τους νέους και τις νέες στο χωριό του εκ μητρός παππού μου Κων. Μιγάδη, Χερσόνησος, τον καιρό που οι Μπαρμπαρέζοι έκαναν επιδρομές στα παράλια της Κρήτης. Δεν είναι τόπος να παραθέσωμε την παράδοση, αναφέρομε μόνο πως αφού ειδοποιήθηκαν οι κοπέλλες με το δίστιχο αυτό, έφευγε μια μια και δεν έπεσαν στα χέρια του εχθρού.)

Ακόμα πρέπει να θυμηθώ το χωριανό μου τον Καψιλιδη (Γεώργιο Μηλιαράκη, που η λύρα του είχε καταντήσει από τη χρήση σαν αποσαπουνίδα), τον Κοντόχα από τις Αρχάνες, το Φουστάνη από τη Μεσσαρά, λυράρηδες «εξ επαγγέλματος», που είχαν μεράκι κι’ έπαιζαν όλη μέρα και στο σπίτι τους (ο Στρατηγός κ. ιω. Αλεξάκης με πληροφορεί ότι και ο ποιητής του τραγουδιού του Κωστή του Αρκαλοχωρίτη, ο Μπερτσίκουρας ή Περτσίκουρας, ήταν λυράρης ονομαστός στις Ανατολικές Επαρχίες). Οι σύγχρονοί μας Αλέκος Καραβίτης, Πιπεράκης, Σκορδαλός, Ρουκακιανός κλπ. είναι πασίγνωστοι.

Η λύρα κατά κανόνα παιζότανε μόνη της, ασυνόδευτη από άλλα μουσικά όργανα. Σπανιώτατα στις Ανατολικές επαρχίες εσυνοδεύετο από νταούλι (Χατζηδάκη, «Κρητική Μουσική», σελ. 172. Ο Κονδυλάκης δεν κάνει λόγο για συνοδεία της λύρας. Οι Τούρκοι μάλλον θα εχρησιμοποίουν το νταούλι). Από τις αρχές του αιώνα μας [σ.σ.: του 20ού] συνοδεύεται στους Δυτικούς Νομούς από λαούτο και βιολί (τα τρία αυτά όργανα μαζί λέγονται ζυγιά, η, =ορχήστρα) και στους Ανατολικούς από μαντολίνο. (Ίσως η συνοδεία έγινε της μόδας από τότε που ο Βέκιος κι’ ο Χαρίδημος έπαιζαν στα γλέντια συντροφικά ο ένας βιολί κι’ ο άλλος λαγούτο. Ήταν γνωστοί ως «τα καλά παιγνίδια». Για το Βέκιο είχα ακούσει να γίνεται λόγος από το θείο μου Δημήτριο Μιγάδη, που έπαιζε νταμπουρά. Ο κ. Θ. Μαρκίδης με πληροφορεί ότι «τα καλά παιγνίδια» ήταν απαραίτητα, γύρω στα 1895, για ένα γάμο περιωπής. Βλέπε και Χατζηδάκη ένθ. ανωτ. σελ. 133.)

Δεν ξέρομε από πότε ακριβώς παίζεται η λύρα στην Κρήτη και πώς επαίζετο παλαιότερα. Ο Στέφανος Σαχλίκης μας πληροφορεί πως τον καιρό του (τέλος 15ου αι.) επαίζετο λύρα στην Κρήτη:

………«Λοιπόν όποιος ορέγεται, να μάθη διά την μοίραν

το πώς παίζει τον άτυχον, ωσάν παιγνιώτης λύραν.»

«………και ως το ήθελεν η τύχη μου, η άτυχός μου μοίρα

ηύρα την Κουταγιώταινα, την πομπεμένην χήρα

οπού …….. να την ιδώ, εις το πολιτικαρείον

….και να της κρουν την λύραν»

(«Αφήγησις παράξενος…», στ. 25-26 και στ. 100. Καθώς φαίνεται ήτο ατιμωτικόν τότε το «κρουν» τη λύρα σε μια γυναίκα).

Επίσης ο Φραγκιάς Καλομάτης (1648) στο «Ζήνωνα» κάνει λόγο για κάποια λύρα, που δεν είναι σαν τη λύρα του Ορφέα:

«Μπορείς εσύ μ’ αυτείνη σου τη λύρα να μερώσης
σαν τον Ορφέα τα θεριά;
Τούτο αν εμπόρου νά ’κανα και νά ’χα τέτοια μοίρα
ου Ορφέο το πλήκτρο εκράτουνα και τη δικήν του λύρα».

(«Ζήνων» Αλεξίου ένθ. ανωτ. σελ. 136, στιχ. 3 και στιχ. 7-8.)

Άλλη ένδειξη δε συνάντησα πουθενά. Σε παληό κρητικό εργόχειρο, πιθανώς του 17ου αι., που βρίσκεται στο Μουσείο του Λονδίνου (Εικών εν A.J.B. Wace “Medit. And Near Eastern Embroideries” και εν Ευαγγ. Φραγκάκι «Λαϊκή Τέχνη της Κρήτης» – Ανδρική Φορεσιά εικ. 17 και Γυναικεία Φορεσιά εικ. 63), βλέπομε ένα νεαρό κομψευόμενο της υπαίθρου να παίζη χαρούμενος το βιολί του και την καλή του σε χορευτική κίνηση. Το τόξο του είναι καμπύλο όπως το δοξάρι της λύρας. Η χρήση του βιολιού μαρτυρείται και από Κρητικά Κείμενα: «Φαλλίδος» (17ος αι.), Αλεξίου ενθ. ανωτ. σελ. 149 στ. 3, «Κρητικός Πόλεμος», ενθ. ανωτ. σελ. 159 στ. 23. Σημ. Στα κείμενα τούτα γίνεται λόγος και γα άλλα λαλούμενα: τσίτερες (κιθάρες) και λαγούτα. Η χρήση του λαγούτου μαρτυρείται και από τον Κορνάρο στον Ερωτόκριτο: «Ήπαιρνε το λατούτον του κι’ εσιγανοπερπάτει / κι’ εκτύπαν το γλυκιά γλυκιά ανάδια στο παλάτι» (Α΄ 391-2).

Το Μουσείο «Λαϊκής Τέχνης» (Αθήνα) χαρακτηρίζει το υπ’ αριθ. 2335 παληό, πιθανώς του 18ου αι., κρητικό εργόχειρο ως «ο νέος με την λύραν»· τόσο όμως το σχήμα του μουσικού οργάνου όσο και ο τρόπος που το παίζει ο εικονιζόμενος (παίζει όρθιος και το μουσικό του όργανο το κρατεί σαν το βιολί) δεν επιτρέπουν να πούμε πως πραγματικά πρόκειται για λύρα, εκτός εάν η λύρα επαίζετο κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους κατά τον τρόπο του βιολιού, όπως επαίζετο και η ρεμπέκα (ένα είδος μαντολίνου) (Εικών εν Lucy Barton “The Costume of the Stage” σελ. 145, υπ’ αρ. 14).

Ο αγαπητός μου συμπολίτης μουσικός κ. Φοίβος Ανωγιαννάκης, με πληροφορεί ότι ανεκάλυψε Κρητική λύρα, που πρέπει να προέρχεται από το Ρέθυμνον, χρονολογημένη από το 1734. Ο Αρχιεπίσκοπος Δυρραχίου Χρύσανθος, που έγραψε στα 1820 το «Θεωρητικόν Μέγα της Μουσικής» (Χρύσανθος ο Καράμαλης, Έλλην Ιεράρχης, 1770-1846. Εμελέτησε κυρίως την εκκλησιαστικής μουσικήν, τω 1813 διωθίσθη εν τη Πατριαρχική Σχολή Κωνσταντινουπόλεως διδάσκαλος ταύτης. Τω 1819 προήχθη εις Μητροπολίτην Δυρραχίου – Λεξ. Ελευθερουδάκη, τόμ. 12ος), με τον όρο «λύρα» αναφέρει τρία είδη εγχόρδων: τρίχορδον λύραν, τετράχορδον και επτάχορδον: «Είδη δε της λύρας καθ’ ημάς τρία· το τρίχορδον, ω μάλιστα χαίρουσιν οι χυδαίοι των νυν Ελλήνων· το τετράχορδον, ω μάλιστα χρώνται ο Ευρωπαίοι, ονομάζοντες αυτό Γαλλιστί violin, και το επτάχορδον, ω καθ’ υπερβολήν ενηδύνονται οι ευγενείς των νυν Ελλήνων και Οθωμανών, ονομάζοντες αυτό τουρκιστί Κεμάν».

Η φράσις «ω χρώνται οι χυδαίοι των Ελλήνων» [σ.σ.: λόγιοι σαν τον Χρύσανθο συχνά θεωρούσαν «χυδαίες» τις συνήθειες του απλού και αγράμματου λαού] επιτρέπει το συλλογισμό ότι οι νεώτεροι Έλληνες εγνώριζαν και έπαιζαν την τρίχορδη λύρα, αλλά και πάλι προκύπτει το θέμα από πότε και πώς την έπαιζαν.

Μια μεγάλη φυσιογνωμία της επιστήμης, ο Φαίδων Κουκουλές, ανάμεσα στα όργανα, που έπαιζαν οι Κρητικοί επί Βενετοκρατίας, αναφέρει και τη λύρα («Συμβολή εις την Κρητικής Λαογραφίαν επί Βενετοκρατίας» εν Ε.Ε.Κ.Σ. τ. Γ΄ σελ. 21. Σημειωτέον ότι και ο Κουκουλές παραπέμπει στον Σαχλίκη στίχ. 26 και 103). Οπωσδήποτε η λύρα ήταν το αγαπημένο όργανο των προπαππούδων μας κι’ εξακολουθεί ακόμη να μας συγκινή.

Φιλοθέη, 1961.

της Ευαγγελίας Κ. Φραγκάκι,
από το περιοδικό «Κρητική Πρωτοχρονιά» 1962, σελ. 63-77.