Κρήσσες Διηγήσεις: Ο Ειρηνοδίκης (1ο)

Από τον Ματθαίο Ι. Τσιριμονάκη

Μια βολά ήτονε ένας Ειρηνοδίκης, καλός και χαρισάμενος[1] άθρωπος. Εγύριζε δεξά, ζερβά, ανύπαντρος, έρημος και παντέρημος.

Ούλοι λέγανε να παντρευτεί και του κάνανε τσοι προξενητάδες, μα αυτός δεν εθελημάτευγε[2].

Με τα πολλά τον καταφέρνει κιαείς[3] να πάνε να δούνε μια νύφη, σ’ αλάργο[4] μέρος, να πούμε από ’παέ[5] (Χανιά) στο Κάστρο.

Μπαίνουνε στο παπόρι να πάνε. Όντεν εφτάξανε, στον τόπο τση νύφης, εμπήκανε στη βάρκα να βγούνε όξω, δε κατέω πως επαραπάτησε, γλίστρησε και πέφτει στη θάλασσα.

Βγάνουνε τόνε παπί. Πάει στο ξενοδοχείο, αλλάσσει κι ο προξενητής τον ανείμενε σ’ όθεν[6] καφενέ. Μα άργιε να ’ρθει. Σηκώνεται και πάει να τονε βρεί.

«Έλα μωρέ, για το θεό, να πάμε στο σπίτι τ’ αθρώπου!»
«Δεν έρχομαι!»
«Δεν έρχεσαι; Κι αμμέ γιάντα ήρθαμ’ επαέ; Έλα να πάμε κι αδέ σ’ αρέσει, η γυναίκα, δε λέμε πράμα!»
«Όϊ, δεν έρχομαι!»
«Εμετάγνωσες;»
«Εξεκλώσσισα[7]

Τάξε όπως τσι κλωσσούδες, για να ξεκλωσσίσουνε τσι βουτούνε στο νερό. Έτσά κι ευτός εξεκλώσσισε σαν έπεσε στην θάλασσα.


[1] Χαρισματικός.
[2] Έκανε χατήρι.
[3] Κανείς.
[4] Μακρινό.
[5] Από εδώ.
[6] Σε κάποιο κοντινό.
[7] Μου πέρασε ο οίστρος.